Κυριακή, Ιανουαρίου 04, 2009

Η προσμονή


Στέλνεις τη μοναξιά σου μια στιγμή
στις γρίλιες του παραθύρου να βλεφαρίσει στο στενό κ’ ανήλιαγο σοκάκι –
τον κόσμο σου όλο προς το παρόν σε κάδρο
Σταχτιά σπουργίτια χορεύουν πάνω σε χάλκινα φύλλα
το τίμημα της γύμνιας των χτικιασμένων δέντρων
που σταλάζαν ακόμα περασμένη θλίψη φθινοπώρου
πάνω στις υγρές πέτρες, τις δεμένες στα βρύα του χρόνου, τις τροχισμένες από πέταλα και αέρα
γλιστρούσαν ακόμα και φαντάσματα, εκείνα που πέφτουν απ’ τις κεραμοσκεπές, εκείνα τα λέπια της θαλπωρής
εκεί όπου η βροχή σε ρυθμούς ξεχασμένων αισθημάτων χορεύει
και το χιόνι σαν άδειο σάβανο απλώνεται με τον Χριστό διαφεύγοντα
και ο ουρανός μουντός χορτασμένος μαύρο νερό
με μαυροπούλια να τον σχίζουν μ’ ακίνητα φτερά
οι λεπίδες της απεραντοσύνης , εκεί που σβήνουν οι κορφές της γης
Σε μια κουνιστή καρέκλα είσαι –ρυθμός θανατικός-
έχεις αφήσει το σκήνωμα της πιο τρανής σου επιθυμίας
να τελευτήσει πλήρως κ’ ακούγονται βαριά οι ανάσες της αναχώρησης
κ’ ένα τζάκι σταματημένο κ’ άψυχο μ’ αραχνιασμένα παραμύθια κι άλλα ανείπωτα
στάχτες που το τρέφουν κι απελπισία
κ’ ένα ρολόι χωρίς δείκτες, ανεύθυνο να επικρέμαται
να μη σε βάζει στη μοίρα του χρόνου τους
και μια βαλίτσα ανοιχτή και άδεια, που κουράστηκε από σταθμούς και ανθρώπους
να θυμίζει το μάταιο των δρόμων, της ζωής
Υγροί τοίχοι, σκασμένοι, ζωσμένοι
πεθαμένες φωτογραφίες σ’ ατσάλινα άκαμπτα καρφιά
και περιμένεις
πότε θα συντονιστούν όλα στη σιωπή
ν’ ακούσει ο κόσμος τη μαγιά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: