Παρασκευή, Μαΐου 29, 2009



Ένας διεφθαρμένος δούλος


Ο Λευκός Τίγρης
Αραβίντ Αντίγκα
Εκδ. Μοντέρνοι Καιροί
Σελ. 381


Ο Μπαλράμ Χαλβάι είναι ένας paraiyar, στην κυριολεξία ένας παρίας από τις κατώτερες κάστες της Ινδίας, που σε ορισμένες περιοχές ακόμη και σήμερα, αν αγγίξει κάποιον, ή ακόμη κι αν τον κοιτάξει, θεωρείται μολυσματική δύναμη. Αποτελεί αντιπροσωπευτική περίπτωση ενός απόκληρου που μεγαλώνει στην μεγαλύτερη δημοκρατία του κόσμου, με τις μεγαλύτερες ανισότητες στον κόσμο. Είναι μέλος μιας μεγάλης οικογένειας, μένει σε μια τρώγλη, παίζει μικρός μέσα στη λασπουριά ξυπόλυτος, δουλεύει που και που σε μια τσαγερία, και περιμένει να ζήσει μια ζωή, παρόμοια με τόσων άλλων, απόλυτα συνδεδεμένη με την εξαθλίωση και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Πατρίδα του είναι το Σκοτάδι, αλλά η μοίρα του επιφυλάσσει μια λαμπρή επιχειρηματική σταδιοδρομία στο Φως, την άλλη όψη της Ινδίας. Θέλει να ξεφύγει από το «Κοτέτσι», και να ζήσει διαφορετικά. Προορίζεται να κληρονομήσει το επάγγελμα του πατέρα του, ενός ταπεινού οδηγού που σέρνει με τη δύναμη του σώματός του, ένα παραδοσιακό ινδικό δίτροχο, ονόματι ρίκσο. Όμως, όταν μια μέρα ένας επιστάτης επισκέπτεται το σχολείο του, του αποκαλύπτει ότι ο ίδιος αποτελεί μια σπάνια περίπτωση για τη γενιά του, του λέει ότι είναι ο «Λευκός Τίγρης» του καιρού του, ένα ζώο ακριβοθώρητο και ευλογημένο, και ότι ο μικρός Μπαλράμ έχει προοπτικές για μεγάλα πράγματα.
Εκείνος με τη σειρά του, εκμεταλλευόμενος το σάπιο σύστημα των τσιφλικάδων της περιοχής του, μαθαίνει να οδηγεί και προσλαμβάνεται ως δεύτερος οδηγός στο σπίτι του τοπικού άρχοντα. Με τα πολλά, ξεπαστρεύει τον πρώτο οδηγό, εκβιάζοντάς τον επειδή ως μουσουλμάνος δούλευε κρυφά σε έναν επιφανή ινδουιστή. Γρήγορα μετατρέπεται στον προσωπικό σοφέρ του γιου του αφεντικού του, που πρόσφατα επέστρεψε από την Αμερική, με μια πιεστική σύντροφο, αλλά δυσκολεύεται να προσαρμοστεί σε ένα σύστημα που δε πιστεύει ότι μπορεί να είναι τόσο σάπιο και διεστραμμένο. Ο Μπαλράμ τον μεταφέρει στις δουλειές του, λαδώματα πολιτικών, κρυφές συναντήσεις με εργολάβους και ύποπτους επιχειρηματίες. Γνωρίζει το Νέο Δελχί, στο οποίο τα εμπορικά κέντρα και οι νέες τεχνολογίες συνδυάζονται αρμονικά με παραγκουπόλεις και καθημαγμένα πλήθη. Με έναν δισταγμό και μια σκωπτική ματιά, παρακολουθεί από το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου την άλλη Ινδία, τη διεφθαρμένη, εκείνη που έχει αποφασίσει να θυσιάσει τα πάντα για να εξακολουθήσει να είναι η γρήγορα αναπτυσσόμενη χώρα που όλοι αντιλαμβάνονται, ένας νέος παίκτης στην παγκόσμια οικονομική πολυπολική σκακιέρα.
Ο Μπαλράμ απευθύνεται, μέσω ίντερνετ, και ξεδιπλώνει τη ζωή και την καριέρα του, με μακροσκελή e-mails, στον πρωθυπουργό της Κίνας Χου Ζιντάο, η χώρα του οποίου συνδυάζει τον πολιτικό απολυταρχισμό με έναν άκρως επικερδή ελεγχόμενο κρατικό καπιταλισμό. Ο Μπαλράμ μαθαίνει ότι ο πρόεδρος του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας έρχεται στην Ινδία για επιχειρηματικούς λόγους, και αποφασίζει να τον κατατοπίσει. «Θα κυριαρχήσει ο κίτρινος και ο καφετής άνθρωπος. Οπως εσείς κι εγώ», λέει ο ήρωας προς τον Κινέζο πρωθυπουργό, σε κάποιο σημείο. Το εύρημα του συγγραφέα, τον διευκολύνει να παρουσιάσει στους άρχοντες της Κίνας, «που δεν έχουν και πολύ μεγάλη σχέση με τη δημοκρατία», τη δική του χώρα μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου, που για να ζήσει έπρεπε να πέσει στο βούρκο της διαφθοράς και να πατήσει επί πτωμάτων. Η ανάγκη για επιβίωση, οδηγεί πολλούς στο να ιδιωτεύουν σ’ αυτό το απόκοσμο ανέβασμα επί πτωμάτων, να λειτουργούν ακόμη δουλοπρεπώς, και να μην αγωνίζονται συλλογικά για τις διαρθρωτικές βελτιώσεις της ζωής τους. Η εξαθλίωση, η εξαχρείωση και η εκμετάλλευση, δεν διαφέρει και πολύ ανάμεσα σε Κίνα και Ινδία, μολονότι η τελευταία έχει την ψευδαίσθηση ότι λειτουργεί η δημοκρατία της, δηλαδή μια φιλελεύθερη τρόπον τινά ελίτ που έχει ανοίξει τις θύρες της στην οικονομία της αγοράς, και αναπαράγει ένα σύστημα εξουσίας κλειστό σαν τις κάστες που δύσκολα διαρρηγνύονται.
Η πολιτική στόχευση του Αντίγκα, εμφανής στο βιβλίο υπέρ το δέον, δεν είναι μονομερής. Η κατάσταση που περιγράφει, είναι ένας ιδιότυπος συνδυασμός μιας διεφθαρμένης ηγεσίας και μιας πλατιάς λαϊκής βάσης, που πρώτα απ’ όλα έχει εσωτερικεύσει ένα λυπηρό είδος δουλείας. Η διαφθορά και η ατιμωρησία διαπερνά ολόκληρη την κοινωνία, σαν ένα είδος αργής αποσύνθεσης. Το χειρότερο που ο Αντίγκα παρατηρεί είναι ότι αυτό, εάν άλλαζε, δεν είναι βέβαιο ότι θα λειτουργούσε θετικά. Μοιάζει να παραλληλίζει τους συμπατριώτες του με τους φυλακισμένους που βγαίνουν από τα κάτεργα και δεν έχουν τι να κάνουν τη ζωή τους και την ελευθερία τους, γιατί βαθιά μέσα τους ο συμβιβασμός για μια ζωή βιολογική μοναχά είναι η υπέρτατη αξία. «Το βιβλίο της επανάστασης σου είναι μέσα στην κοιλιά σου νεαρέ Ινδέ. Χέσ’ το και διάβασε», λέει ο Μπαλράμ σε μια έξαρση της πολιτικής του συνείδησης. Η δημοκρατία, όπως έλεγε και ο Καστοριάδης, είναι σαν τη θάλασσα, αν δεν κολυμπήσεις δε θα μάθεις.
Κι όλα αυτά, στη μέγγενη της επιτακτικής ανάγκης για ανάπτυξη. Ο Αντίγκα μοιάζει να καταδεικνύει το αυτονόητο. Είναι ανάπτυξη να έχει κάποιος τηλεόραση, αλλά όχι σύστημα αποχέτευσης η πόσιμο νερό; Ο συγγραφέας, μέσα από τα δίπολα -στην σχετικά απλή φόρμα του- που αναδεικνύουν άλλους κόσμους και ανισότητες, και μέσω μιας «ποιητικής» της λάσπης και της ακαθαρσίας, κυριολεκτικής και συμβολικής, επισημαίνει τη βιαιότητα των αλλαγών, την ανικανότητα του ανθρώπου να ακολουθεί συνεχώς τις εξελίξεις χωρίς να ξέρει αν πηγαίνουν προς το καλό δρόμο, ή τον δρόμο που κάθε φορά είναι σε θέση να ακολουθήσει.
Επιζητά την ωρίμανση των κοινωνιών ο συγγραφέας, όχι μόνο της Ινδίας, την αυτοσυνειδησία τους, και αυτό γίνεται μόνο από τα κάτω και όχι από τα πάνω, επιβαλλόμενο και εξωγενές. Κάτι που βέβαια ενισχύει και την κριτική του στον Γκάντι, που δεν γλιτώνει από το σαρκασμό του. Ο εργάτης που δολοφονεί τον εργοδότη του στο βιβλίο, δεν πρέπει να θεωρηθεί μια πολιτική πρόταση του Αντίγκα, προς τους κολασμένους της πατρίδας του, ούτε μια λανθάνουσα προσφορά επαναστατικής προοπτικής. Άλλωστε ακόμη κι αυτός που δολοφονεί, το κάνει όχι για να αλλάξει ένα σύστημα αλλά για να υπάρξει με καλύτερους όρους μέσα σ’ αυτό. Στο ίδιο διεφθαρμένο σύστημα. Ακόμη κι αυτό, η ριζική σύγκρουση χρειάζεται μια αυθυποβολή που πρέπει να ζυμωθεί με αλλαγές, νοοτροπίες, άτεγκτες παραδόσεις και μια κουλτούρα συνυφασμένη με την καθημερινή ζωή της εξάντλησης και του μόχθου, γι’ αυτές τις χώρες που έχουν άλλους ρυθμούς. Χρειάζεται μια ριζική, εσώτερη τομή. Ο Αντίγκα δε μένει στο χιουμοριστικό κήρυγμα του Μπαλράμ, ούτε στη διδασκαλία για καλύτερη δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα, και αξιοπρεπή ζωή. Ξέρει ότι στη Δύση είναι φαλκιδευμένα, αλλά προτρέπει τους συμπατριώτες του να τα δοκιμάσουν έστω κι έτσι. Ακόμη και η πιο ριζοσπαστική απάντηση του Αντίγκα στα ζητούμενα της εποχής θα ήταν: και πώς να πιάσει όπλο στα χέρια κάποιος, χωρίς ο ίδιος να το αναζητήσει μόνος;
Ο «Λευκός Τίγρης» είναι ένα ανάγνωσμα που λειτουργεί περισσότερο ως αντεστραμμένος καθρέφτης του φαινομένου που ονομάζεται «εξαγωγή» δημοκρατίας. Οι Δυτικοί το είδαν σαν τις ωδίνες ενός τοκετού, για την ανάπτυξη και την πρόοδο, και όχι σαν μια προσπάθεια να επανεξεταστούν οι αρχές και αξίες τους από το μάτι ενός «εξωτερικού» παρατηρητή. Δεν διαθέτει ιδιαίτερες γλωσσικές αρετές το μυθιστόρημα, αλλά μια υποβόσκουσα ένταση που κινεί την κάπως χαλαρή πλοκή του. Ο Αντίγκα στο πρώτο του μυθιστόρημα μοιάζει να διατηρεί στοχεύσεις και ιδέες. Διαστρέφει τις εύκολες αναπαραστάσεις τύπου Slumdog Millionaire, καυτηριάζοντας μια τουριστική οπτική, κατάλοιπο της αποικιοκρατίας. Άλλοτε σκληρό, άλλοτε αστείο, πότε σοβαρό, πότε εξεζητημένα αφελές. Είναι μια ιστορία που τη διαβάζεις, αλλά δεν έχεις την ανάγκη να επιστρέψεις σ’ αυτήν. Αισθητικά δεν έχεις να πάρεις πολλά πράγματα, αλλά μπορείς να κάνεις έναν ωραίο νοητό διάλογο για την παγκοσμιοποίηση, τον καπιταλισμό, τη δημοκρατία, τον άνθρωπο, και τον κόσμο. Αυτό όμως είναι ένα γενικότερο φαινόμενο της καλλιτεχνικής δημιουργίας σήμερα, η διάρκεια και η χρησιμότητά της. Κέρδισε, παρόλα αυτά, το σημαντικό βραβείο Man Booker Prize 2008.

Σάββατο, Μαΐου 16, 2009

Ο φράχτης

«Η ανθρώπινη κατάσταση είναι τέτοια, ώστε ο κόπος και η προσπάθεια δεν είναι απλώς συμπτώματα που μπορεί να εξαλειφθούν χωρίς ν’ αλλάξει η ίδια η ζωή, αποτελούν μάλλον τους τρόπους με τους οποίους γίνεται αισθητή η ίδια η ζωή και μαζί και η αναγκαιότητα όπου είναι δεμένη. Για τους θνητούς, η «εύκολη» ζωή των θεών θα ήταν ζωή χωρίς ζωή. (…) «Η πίστη στην πραγματικότητα της ζωής στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην ένταση, με την οποία βιώνει κανείς την ζωή, στην πίεση, με την οποία η ζωή γίνεται αισθητή. Η ένταση αυτή είναι τόσο μεγάλη, και η δύναμή της τόσο στοιχειακή, ώστε όπου επικρατεί, στην ευδαιμονία ή στην θλίψη, σβήνει τελείως κάθε άλλη εγκόσμια πραγματικότητα».

Χάννα Άρεντ, Η Ανθρώπινη Κατάσταση

Είχε έρθει η ώρα. Θα πήγαινε εκεί, κι αν τον συναντούσε, δεν ήξερε τι θα έκανε. Κάτι θα έκανε πάντως. Καλορίζικο, θα έλεγε αργότερα.
Εκείνη η μέρα ήταν μια ακόμη Κυριακή. Από τις τόσες ίδιες που πέρασαν αργόσυρτα, σ’ ένα κρεβάτι χωρίς γυναίκα στο πλευρό, καμιά της ανάσα στα σκεπάσματα, και κείνος να πασπατεύει μιαν άπιαστη απαλότητα. Πριν ακόμη χαράξει, άκουσε την καμπάνα , γεμίζοντας το φλιτζάνι του με καφέ. Περίεργο πράγμα οι φουσκάλες, τον καθρέφτισαν, το κατάφεραν. Κοιτούσε έξω απ’ το παράθυρο της κουζίνας, στον κήπο των γειτόνων του. Η αδελφή της γειτόνισσάς του, πειραγμένη στο κεφάλι από τότε που την άφησε ο αρραβωνιαστικός της, φόραγε ένα νυχτικό και καθόταν ξυπόλητη. Πενήντα χρονών έφτανε και έπαιζε με τα κουζινικά της στη λάσπη, και γέλαγε μοναχή της και απ’ το στόμα της έτρεχαν τα σάλια. Και έλεγε συνέχεια, κοφτά, ασταμάτητα: «Έλα πίσω!». Και άπλωνε το χέρι σε κάποιον τάχα και τον καλούσε κουνώντας θεληματικά το χέρι: «Έχω το φαγητό σου!». Και οι κότες κακάριζαν ανήσυχες.
Στη θέα της ξύπνησε για τα καλά. Για μια στιγμή αναθεμάτισε, να τη βράσω την πρόοδο σας, άμα δεν βρέθηκε κανείς σας να φέρει στα συγκαλά της ετούτη τη δύσμοιρη! Τι γελάτε ακόμη με τους τρελούς, θα έπρεπε να φοβάστε το δίκιο τους! Και ύστερα ήλθε η ηρεμία. Δε του άρεσε που φάνηκε για λίγο υπερβολικός. Ήταν μετρημένος. Ο Παππούς ανοίγει το στόμα του είτε για να γκρινιάξει, είτε για να φάει, αυτό έλεγαν σχεδόν όλοι για το τομάρι του. Και ο εχθρός και ο γιος του, που λέει ο λόγος. Σωστό είναι, έλεγε, αλλά άντε να εξηγήσεις σ’ αυτούς που ‘χουν το ψέμα πίσω απ’ τα δόντια ότι μπορεί να είναι κι αλλιώς. Ο Παππούς είναι μοχθηρός και κατσούφικος σαν στραβωμένη παλιόβεργα, στριμμένος και ανυπόφορος. Και επιπλέον δε λέει καλημέρα στους συγχωριανούς. Γιατί να πω, αναρωτιόταν ο Παππούς, καθώς μετρούσε τις κατηγορίες, άμα θέλω να πω καλημέρα θα τη πω, δε θα λέω στα μουλωχτά «Κακό ψόφο!» όπως όλοι σας, μετά από μια καλημέρα νεκρή. Άχυρο είναι αυτό, όχι καλημέρα! Και άμα το θέλουνε και αλλιώς, ας μου πουν έναν που τ’ αξίζει, άμα τους βαστάει ο κώλος τους, έλεγε ο Παππούς. Μιλάει ο άνθρωπος για το μέσα του. Κακό πράμα. Μιλάει ο άνθρωπος για το μέσα του άλλου. Περίεργο πράμα. Εγώ τα μετράω το λόγια μου. Ο Παππούς είναι μετρημένος, δύσκολα κανείς τον καταλαβαίνει.
Όπως κάθε πρωί ξύπνησε, αλλά η Κυριακή ήταν άλλο πράμα, ένας σφάχτης, γαλήνιες ώρες και ξεκούραση που δεν άντεχε η μελαγχολική καρδιά του. Θα πήγαινε σήμερα, και ευχόταν να μην τον δει εκεί, με τη γνωστή ξιπασιά του. Έκλεινε τα μάτια και φανταζόταν τον φράχτη στη θέση του, στη δική του θέση. Αλλά όποτε δεν ήταν εκεί δεν μπορούσε να ησυχάσει. Ξύπνησε μ’ ένα βάρος στο στήθος σήμερα, τη συσσωρευμένη ερημιά ενός καταδικασμένου σε ισόβια, που του ‘παν να διαλέξει με πιο απ’ όλα τα σκοινιά θέλει να τον κρεμάσουν. Ένιωσε ότι γεννήθηκε μέσα του, μαζί του, ένα βρέφος κείνη τη μέρα. Και πριν προλάβει να ζήσει κλαίγοντας στον έξω κόσμο, πριν καν μεγαλώσει, μαράζωσε στην αγκαλιά της μάνας του, και αφομοιώθηκε πάλι απ’ την ανυπαρξία. Τι θυμόταν; Τίποτα. Πώς κατέβηκε τόσο ο ουρανός; αναρωτήθηκε μόνος του, όπως έξυνε το πηγούνι του. Και βγήκε στο διάδρομο, μ’ άδειο το κεφάλι από συλλογισμούς.
Είχε φορέσει τα ρούχα της δουλειάς, τα καθημερινά, εκείνα που διέσωζαν στις ίνες τους τον ξεραμένο μόχθο του. Δε θα πήγαινε στην εκκλησία. Τι να κάνει; Να δει και πάλι ένα παιδαρέλι παπά να κραδαίνει πάνω απ΄ τα κεφάλια των ανθρώπων τη φοβέρα του θανάτου; Γι’ άλλο θα ‘πρεπε να μιλάει ο παπάς, να λέει πως θα είναι τα πράγματα στο σπίτι του Υψίστου, στους παραδείσους, στο τόπο της ζωής, όχι να κουτσομπολεύει από τον άμβωνα, και οι άλλοι από κάτω να χιχιρίζουν, να ψάχνουν για ποιόν τα λέει κάθε φορά. Χάθηκαν οι παλιοί παπάδες, χάθηκε η παλιά ηθική! Θυμόταν για λίγο με καθάρια εκτίμηση τον αρχιμανδρίτη, τον Ιάκωβο, απ’ τα παιδικά του χρόνια, που του γύρισε άσχημα το κεφάλι μια μέρα, ζώστηκε τ’ άρματα, και άρχιζε να σφάζει τους κατακτητές στα χαρακώματα. Πήγε μια φορά στο γάμο του στην εκκλησία, και μια φορά στην κηδεία του φίλου του, του Παντελή. Τους είχε συνδέσει παντοτινά μια φωτογραφία, που έβγαλαν πριν τον πόλεμο στο προαύλιο του σχολειού. Είχε έρθει μια καμήλα, και για να δείχνει τα δόντια της, όλοι της έδιναν χόρτα. Αυτός καβάλησε την καμήλα, και ο φίλος του κράταγε τα γκέμια. Ο φωτογράφος χώθηκε κάτω από ένα μαύρο πανί, εκείνοι ακίνητοι, και ύστερα από λίγο έβγαλε το κεφάλι, και αναμαλλιασμένος φώναξε: «Βγήκε!». Πέθανες θύμα μαύρε, του ψιθύρισε στην κάσα καθώς έσκυψε τότε να φιλήσει την εικόνα της Ανάστασης στα σταυρωμένα χέρια του. Τι καλό είδες; Ο φίλος του δεν είχε πειράξει ούτε μυρμήγκι, ούτε γύρισε σ’ άλλον λόγο κακό ποτέ. Και όλοι αυτοί που σ’ ανάβουν τα κεριά, από οίκτο το κάμουνε μαύρε, κι όχι από αγάπη που στα αλήθεια σου πρέπει. Θα έρθει και σένα η σειρά σου, αυτό λέει στους άλλους ο θάνατος του ανθρώπου, το πεθαμένο κουφάρι του που δε σαλεύει μέσα στα λουλούδια. Φόβος μαύρε, για όλους και για μένα. Ύστερα έλεγε από μέσα του πως δεν ήταν δική του παραίσθηση, πώς κάπου μέσα στην εκκλησία, άφατα από τους ανθρώπους, έκλαιγε και ένας σκασμός μυρμήγκια. Με ένα σπασμό στο στόμα, κάτι σαν γέλιο που διασώθηκε από το πιο αιμοβόρο δράμα, βγήκε στο διάδρομο.
Το σπίτι γυμνό, μόνο δυο καρέκλες και ένα τραπέζι άδειο. Δωμάτια ολόκληρα κενά. Παραθυρόφυλλα κλειστά, σαν άνθρωποι με χείλη σφαλιστά, που εξαφανίζονταν στην άβυσσο παίρνοντας μαζί τους τα πιο γλυκά όνειρα. Τα έπιπλα τα είχε πετάξει, άλλα που έπιαναν κάτι τα ‘χε πουλήσει. Έβλεπε το πάτωμα και θυμόταν τις μέρες που τον άφησαν μόνο μετά την κηδεία της γυναίκας του. Είχε σκοπό να δώσει και το διπλό κρεβάτι, αλλά ευχόταν να πάει στα παλιοσίδερα, μη τύχει και νομίσει κανείς ότι μπορεί να φωλιάσει την ευτυχία του σ’ αυτό. Τους καθρέφτες που είχε σκεπάσει με σεντόνια, τους έσπασε, τους έκανε θρύψαλα στο πάτωμα και μετά, σαν να είχαν ακόμη ψυχή πάνω τους, σαν να περνούσαν εκ περιτροπής από τα τζάμια τους όλα τα είδωλα της ζωής τους, τα πατούσε ξυπόλητος, και τα πέλματα του γέμιζαν κοψίματα, κάθε οπή και μια πικρή ανάμνηση. Οι τοίχοι κάτασπροι, σκασμένοι σε πολλές μεριές, με μικρές ρυτίδες μαύρης καταστροφής, να φεύγουν από δω και από κει, σαν ρέματα που αποκόπηκαν από δυνατό ποτάμι. Το τζάκι το είχε χτίσει μόνος του μια μέρα, που άκουγε από την καμινάδα περίεργες κραυγές. Και πάνω του ένα καντήλι. Το λουμίνι καμένο από χρόνια. Το στόμιο του ποτηριού βρώμικο. Το λάδι να έχει πάρει ένα χρώμα θανατικό. Και παραδίπλα μια μικρή φωτογραφία, σαν ασημένια, που με τα χρόνια θα γινόταν πορτοκαλιά, αν δεν αποφάσιζε να τη θάψει κι αυτή στο τάφο της γυναίκας του. Εκείνη υπομειδιούσε, σεμνά και μειλίχια, τα μαλλιά τα είχε προσεκτικά πιασμένα και σκέπαζαν όμορφα τα μάτια της. Στο στήθος της, μια έκρηξη από ανθισμένα λουλούδια, ένα φόρεμα που ‘χε ράψει μόνη της, απ’ ένα ύφασμα που της αγόρασε κάποτε από έναν πλανόδιο μόδιστρο. Πέρασε από μπροστά της σαν να μην υπήρχε, αργά προχώρησε και έφτασε στη σιδερένια εξώπορτα. Πέρασε ο καιρός που ένιωθε ακόμη τα δάκτυλα της να ξεκουράζονται στα τριχωτά μάγουλά του.
Άνοιξε την πόρτα, και οι μεντεσέδες έτριξαν απόκοσμα. Έξω δεν είχε τη συνηθισμένη φασαρία του δρόμου. Ο ουρανός προμήνυε γλυκό πρωινό, το αεράκι θα έφερνε δροσιά, οι σκαμνιές με τ’ απλωμένα φύλλα τους στο πεζούλι θα εξευμένιζαν μ’ ευωδιές τη νύχτα. Δύο σπουργίτια το ένα πίσω απ’ τα άλλο, σκουντούφλησαν μεταξύ τους και πέταξαν παραπέρα σαν πληγωμένα χαμοπούλια. Στυλώθηκε μπροστά στην πλαστική καρέκλα της αυλής, τέντωσε λίγο τους ώμους του, και πιάστηκε από τα χέρια της για να βουλιάξει άνετα στο μικρό μαξιλαράκι. Άφησε τον καφέ του δίπλα στη γλάστρα με τον κάκτο, που τ’ άρεσε γιατί δεν ήθελε πολύ πότισμα. Έξαφνα ένιωσε σαν μην του έκανε τίποτα εντύπωση. Όλα εκεί γύρω τα γνώριζε. Αλλά τώρα δεν ήταν και πολύ σίγουρος. Όπως μερικές φορές όταν βλέπεις τους δικούς σου ανθρώπους, που μεγάλωσες και γέρασες μαζί τους, και συνεχίζεις ν’ αναρωτιέσαι από πού ξεφύτρωσαν αυτοί οι ξένοι. Ανασκίρτησε και άφησε μια ανάσα απ’ αυτές που δεν γυρίζουν πίσω εύκολα. Είχε χάσει τη στοργή του και για τις μικρές ομορφιές. Έσκυψε και έπλεξε τα χέρια του. Βλεφάρισε στη ξεραμένη λάσπη των παπουτσιών του. Και τότε είδε δυο γυναίκες, καλοχτενισμένες με τα καλά τους, να προχωράνε στο δρόμο. Τα τακούνια τους χτυπούσαν στην πίσσα, με γρηγοράδα και ορμή, να προφτάσουν τη λειτουργία. Τον κοίταξαν και τον σχολίασαν. Οποία καινοτομία! Και είδε τα πόδια τους να πλησιάζουν κατά το πεζούλι του. Ήταν σκυφτός και δεν κατάλαβε το λόγο. Τι γινόταν; Εκείνες μαζεύτηκαν κοντά η μια στην άλλη, λες και πετάχτηκε από κάπου μια μανιασμένη ύαινα, ανέβασαν το βηματισμό τους και κατάπιναν γρήγορες προσευχές στο Θεό. Έστρεψαν τα κεφάλια φοβισμένες πλάγια, και πήγαιναν πλέον σωμένες κατά την εκκλησία. Ο Λάκιας στάθηκε όρθιος και τις κοιτούσε με το πηγούνι του που είχε στραβώσει από την απορία. Ήταν αξύριστος, βρώμικος, και τα μαλλιά του τα σήκωνε ο αέρας κάπως περίεργα. Ξεφύσηξε λυπημένα, αλλά τα μάτια του είχαν μια χρόνια, αμετακίνητη οργή. Βούρκωσε αλλά όχι για τη συμπεριφορά τους, ήταν μια ακόμη ευκαιρία γι΄ αυτόν να θυμηθεί τα λίγα που θυμόταν από τη ζωή του. Και τότε χτύπησε με το παλούκι του το δρόμο δυνατά, και έβγαλε μια κραυγή, που στο τέρμα της έσπαζε σαν του μικρού παιδιού. Με μια βίαιη κίνηση τσαλάκωσε το λιγδιασμένο πουκάμισό του, το τράβηξε σαν να ήθελε να βγάλει και το δέρμα του μαζί, και ξέσπασε. Άρχισε να κλαίει, και να χτυπάει με τα τρύπια παπούτσια του κάποιες πέτρες που έβρισκε στο διάβα του. Τα παντελόνια του σέρνονταν. Η μορφή του ήταν τόσο φοβερή και τόσο τραγική, σου ξύπναγε το φόβο αλλά και, πιο βαθιά για μάτια που καταλαβαίνουν, την απόγνωση.
Ο Λάκιας κέρδισε κάποτε το λαχείο, και έφυγε για τη Γερμανία. Την εποχή εκείνη τα έσπασε με τον πατέρα του, τον είπε διάολο μεταμορφωμένο, και πριν φύγει του ευχήθηκε καλά στερνά. Τα λεφτά του τα έκλεψαν σ’ έναν σιδηροδρομικό σταθμό, γιατί δεν είχε εμπιστοσύνη να τ’ αφήσει σε καμία τράπεζα. Κοιμήθηκε, και απ’ το όνειρο που ζούσε, κατέληξε σε πραγματικό εφιάλτη. Για χρόνια τριγυρνούσε σαν το αγρίμι, άστεγος και ζητιάνος σε πόλεις που ποτέ δεν έμαθε κανείς. Τον αναζητούσε και ο Ερυθρός Σταυρός. Βρήκε τρόπο να επιβιώσει. Κατέρρευσε στη παγωνιά ενός δάσους και τον βρήκε το προξενείο, στο νοσοκομείο λίγο αργότερα. Όταν ανάρρωσε, μια μέρα πριν φύγει για την πατρίδα, έφυγε από το νοσοκομείο, το έσκασε με μια ιδέα καρφωμένη στο κεφάλι: ότι τα λεφτά ήταν στο καράβι. Στο πρώτο μεταγωγό που βρήκε, λούφαξε σαν τον κλέφτη σ’ ένα βαρέλι με παστά. Μετά από ένα ταξίδι δυσκολιών και παραισθήσεων, έφτασε σε πάτριο χώμα. Ψέλλισε το που ήθελε να πάει. Του έδωσε ένας χριστιανός λεφτά και τον έχωσε στο λεωφορείο. Μέσα στην νύχτα, κάτω από ένα φανοστάτη, κατάλαβε ότι είχε φτάσει. Ποτέ δεν έφτασε όμως. Τα μούσια του είχαν γίνει παπαδίστικα, το σώμα του σκέβρωσε και η ψυχή του από εκείνη τη στιγμή θα παραδινόταν ολοκληρωτικά στις σκιές. Οι δικοί του τον βρήκαν, τον έκλεισαν στο σπίτι σαν το μίασμα όλων των γενεών τους, οι γιατροί τον στόλισαν με χάπια και ενέσεις, και ύστερα από κάμποσα χρόνια, όταν πλέον είχαν ασπρίσει οι κρόταφοί του, τον άφησαν να τριγυρνάει μέρα νύχτα στο χωριό. Μ΄ ένα παλούκι στο χέρι, ξεραμένη βελανιδιά, έψαχνε τα λεφτά του στο δρόμο. Πάντα σκυφτός και πάντα χαμένος. Ο Παππούς, που είχε βγει μέχρι τα κάγκελα, σήκωσε το χέρι διστακτικά να τον χαιρετήσει. Περίεργο. Δε το είχε κάνει ποτέ στο παρελθόν. Και κείνος τον χλεύαζε μερικές φορές. Τι συνέβη; Ο Λάκιας απομακρυνόταν ακόμα και ο Παππούς κατάλαβε ότι είχε κι αυτός ένα μερίδιο από τον χαμένο κόσμο του. Η σκέψη ότι ο δικός του βρισκόταν στη φάση της δικής του κατάρρευσης, τον φόβισε και τον ηρέμησε, τον έθλιψε και τον δυνάμωσε.
Από τον πάνω όροφο, ένα σπίτι φρεσκοχτισμένο και λαμπρό, που μπήκαν νιόπαντροι και βρήκαν μπάνιο ο γιος του και η γυναίκα του, άκου μπάνιο, είπε ο παππούς, εμείς κάναμε μπάνιο με λεκάνες και κατσαρόλες σε βαρέλια, κατέβαινε με τα κυριακάτικά της, η νύφη του. Καλή πουτανίτσα κι αυτή. Σε ένα καπηλειό, από αυτά που πάει σήμερα η νεολαία και πίνει να ξεχάσει κάτι που δεν το έχει καλοβρεί ακόμα, τη συνάντησε ο γιος του. Νύχτα ήτανε. Επιλέγει μωρέ κανένας τη μάνα των παιδιών του μέσα στη νύχτα; αναρωτήθηκε ο Παππούς. Ένας φίλος του, που της τον είχε φορέσει, την γνώρισε στον κανακάρη του. Καλή κοπέλα του είπε, καλή είπε και ο γιος του, μόλις τη είδε με ξέπλεκα μαλλιά και τα βυζιά ν’ ανεβοκατεβαίνουν. Δεν πέρασε καιρός πολύς, κανά δυο ώρες, εκείνη τον τράβηξε έξω απ’ το μαγαζί σε κάτι δέντρα και του έλεγε «δεν θέλω να με περάσεις για καμιά εύκολη αγάπη μου!». Ταυτοχρόνως κατέβαζε και την κιλότα, μη τύχει ο μπούφος ο γιος του και διστάσει. Τον έριξε στα χόρτα και του άλλαξε την Παναγία. Εκείνος από κείνη την ώρα ένιωσε μεγάλος εραστής, κατάλαβε ότι χωρίς αυτήν η ζωή του θα ήταν ένα τίποτα, και μια εβδομάδα αργότερα πήγε με λουλούδια στο σπίτι της. Οι γονείς της, που ήξεραν τι γύναιο μεγάλωναν, είπαν εδώ είμαστε, βρέθηκε το κορόιδο. Πώς δεν έκοψαν το χέρι της κόρης τους εκεί δα μπροστά να το δώσουνε στο γιο του, για το σίγουρο των πραγμάτων. «Αν στο δίνουμε παλικάρι μου», έλεγαν και από μέσα τους γελούσαν, «πάρ’ την από σήμερα άμα το θες!». Την πήρε τελικώς, και από τότε ο Παππούς βλέποντας τον στο χορό να της βαράει παλαμάκια, κατάλαβε ότι το ύψος δεν έχει να κάνει με την εξυπνάδα του γιου του. Είχε φτιάξει ένα παιδί δυνατό, δουλευταρά και νοικοκύρη, αλλά από μυαλό λίγα πράγματα. Έπεσε πάνω της και κείνη τον ξελόγιασε πανεύκολα. Μα δε ρώτησε να μάθει το ποιόν της, εκείνος είχε βάλλει τον πεθερό του να τη ψάξει τη γυναίκα του, την πέρασε από κόσκινο και τα λουριά τα τράβηξε από νωρίς! Και είναι και το άλλο. Δεν του έχει κάμει ακόμη παιδιά. Που να στεριώσει σπόρος άμα το ρίχνεις σε πηγάδι, αναρωτιόταν. Είναι, καμιά φορά, χυδαίος ο Παππούς.
Τι να του πει κανείς του γιου του. Τον παίρνει αυτή τηλέφωνο στο καφενείο που παίζει τάβλι καμιά φορά, και κείνος εξαφανίζεται στο λεπτό, σούζα τεντωμένη, να πάει στη γυναικούλα του. Ποια γυναικούλα μωρέ, έλεγε ο Παππούς. Αυτήν την είχανε βυθομετρήσει από μπροστά και από πίσω μέχρι και οι τράγοι! Αλήθειες έλεγε ο Παππούς, που τις ήξερε όλος ο κόσμος, αλλά άμα μια γυναίκα παντρεύεται γίνεται ευθύς από τσόλι κυρία, με παιδιά και σύζυγο, σαν κυπαρίσσι περήφανη. Και στα χωριά τις παντρεμένες τις σέβονται. Μέχρι να πάρουνε διαζύγιο.
«Δε θα έρθεις στην εκκλησία;» τον ρώτησε σηκώνοντας το φρύδι η νύφη του.
Εκείνος δεν της αποκρίθηκε.
«Θα πας στην κόλαση πατέρα!» του είπε με ένα ψεύτικο ενδιαφέρον στο πρόσωπο.
Αυτός, παλιά καραβάνα, κατάλαβε τι λόγια έτρεχαν πίσω στο κεφάλι της. Θα πας και θα καείς γρουσούζη! Της έριξε ένα βλέμμα ψυχρό. «Όποτε θέλω εγώ θα πεθάνω, όχι όποτε εσύ θα το επιθυμήσεις!»
«Αλλάζουνε μωρέ τα ντουβάρια!» του είπε τσαντισμένη, ισιώνοντας ένα ταγέρ που της ερχόταν κουτί. Το πρόσωπό της συσπάστηκε από αηδία. Ήξερε ο Παππούς ότι μετά θα του έκανε παράπονα η νύφη του στο γιο του. Εκείνος με τη σειρά του θα ερχόταν και θα τον έβριζε, αλλά εκείνος δε θα του έλεγε τίποτα. Θα κουνούσε το κεφάλι κοροϊδεύοντας. Όπως πάντα. Σήμερα αν δεν άντεχε θα του έλεγε: «Σώπα! Βγήκες απ’ το βρακί της να σεργιανίσεις ελεύθερος;». Ο Παππούς δεν χαρίζει κάστανα σε κανέναν.
«Αϊ στο γεροδιάολο!» της είπε μετά, και της κούνησε το χέρι σαν να έδιωχνε κάποια ενοχλητική μύγα.
Εκείνη τσαντίστηκε ακόμη περισσότερο. Κατακοκκίνησε και έσφιξε τα δόντια. «Τι να σου πω τώρα;». Από κάπου όμως τη βρήκε η αξιοπρέπεια και δεν είπε τίποτα. Γύρισε επιδεικτικά την πλάτη και έφυγε.
«Άμα καμιά μέρα βήξει καμιά θαυματουργή εικόνα να μου το πεις μωρή, ακούς;» της φώναξε και άρχισε να γελάει δυνατά. «Μαγδαληνή! Ε! Μαγδαληνή!» της φώναζε και γέλαγε ακόμη περισσότερο. Ώσπου ευχαριστήθηκε το καλαμπούρι του.
Την έβλεπε που απομακρυνόταν και κόπαζε μέσα του η ειρωνεία. Σταμάτησε να γελάει. Και από την ευθυμία πέρασε γρήγορα στη θλίψη. Σκέφτηκε τι θα έπρεπε να πει στο εγγόνι του, αγόρι στα σίγουρα, άμα το προλάβαινε, κι αν ποτέ γινόταν παππούς. Να είναι σωστός, να είναι τίμιος, να έχει το μυαλό του στην οικογένεια πρώτα και να μη γίνει κλέφτης, πούστης και ναρκομανής. Και έπειτα ένιωθε την ματαιοπονία του. Θα τον άφηναν να βλέπει το μικρό, να τον παίρνει μαζί του στο λιοστάσι, να του μιλάει για το μπόλιασμα και το λάδι; Δεν το πίστευε. Θα γινόταν κι ο εγγονός του σαν τα παιδιά των πόλεων που ερχόταν διακοπές στο χωριό, με γυαλιά, με βλέμμα γελαδερό,με μαλλιά μακριά γεμάτα ψείρες, αργόστροφα, που βλέπουν πρώτα τηλεόραση και μετά σκίζουν τα γόνατά τους παίζοντας στο χώμα. Και μετά θα μεγάλωνε το παιδί, θα κούρευε τα μαλλιά σα διάολος, και θα κυκλοφορούσε με ριγμένα παντελόνια, να φαίνεται το βρακί, με δυο διαόλους στα αυτιά, ακουστικά Παππού τα λένε θα του έλεγε το εγγόνι, και θα περπατούσε νωθρά, χωρίς νεύρο για τη ζωή. Πάει χάλασε ο κόσμος, έλεγε ο Παππούς, που δεν είχε φύγει ποτέ απ’ το χωριό. Που να τα μεγαλώσεις τα παιδιά, σε τι κόσμο; Και κάτι τελευταίο θα έλεγε ο Παππούς στον υποτιθέμενο εγγονό. Να κρατάς στην καρδιά σου παιδί πάντα μια τρυφερότητα για τη μάνα και το πατέρα σου, ανεξάρτητα από το τι σου έκαναν, ανεξάρτητα από το ποιοι ήταν. Έστω και ψεύτικη. Παρηγοριά ‘ναι κι αυτό, γι’ αυτούς που τους κυκλώνει η μοναξιά. Να θυμάσαι τη χαρά τους όταν έμαθαν πως θα κάνουν παιδί. Όλοι χαίρονται μ’ αυτό. Από κει και πέρα παίζει ρόλο και η σκληρότητα της ζωής.
Ο Παππούς δε θα έκανε το λάθος, να πει στον εγγονό «αγάπα και τίμα τον πατέρα σου και τη μάνα σου». Αυτά τα λένε οι παπάδες. Και αν γινόταν, υποθετικά μιλώντας, αντί για αγόρι να είχε για εγγόνι κορίτσι, θα της έλεγε: «Μωρή να ξέρεις τούτο, η χυδαιότητα στη ζωή έχει κοντά ποδάρια!» και μετά θα της ζητούσε ένα ζεστό φιλί. Και πάλι θα έκανε ένα σχόλιο για τους νέους, επί τη ευκαιρία, μιας και απόκτησε ακροατήριο γέρος άνθρωπος. «Μην είστε τόσο ψηλομύτηδες! Να μη λέτε τα κάμανε οι παλιοί όλα κακά, γιατί όταν αποφασίσετε να χτίσετε το νέο κόσμο που λιμπίζεστε, δε θα έχετε κανένα θεμέλιο, ούτε καν μια σκαλωσιά. Και ηθική μωρέ παιδιά! Άμα δε σας αρέσει η παλιά έχει καλώς, φτιάξτε μια καινούργια δικής σας. Αλλά μη πείτε κάτω η ηθική. Φτιάξτε τη δύσμοιρη που βολοδέρνει, διορθώστε τη, γιατί άμα πείτε να πάει στο διάολο η ηθική, τίποτα δε θα καταφέρετε. Θα σας πω καλομαθημένα παλιόπαιδα, που δεν ξέρουν τι να κάνουν την αφθονία τους. Κάποτε το να ζήσεις παραπάνω μια μέρα ήταν όνειρο, το να έχεις να φας ήταν όνειρο. Υπήρχαν και παλιότερα όνειρα, νέοι, αλλά τέτοια πρεμούρα δεν είχαμε, να τα πραγματοποιήσουμε όλα πριν βγούμε στο κλαρί. Αλλά δε φταίτε εσείς, φταίνε αυτοί που σας μαθαίνουν το φόβο της έλλειψης της ευτυχίας πριν καν πληρώσετε την ψυχούλα σας. Ηθική, νέοι, που να πάρει ο διάολος!». Ο Παππούς γίνεται, καμιά φορά, κουραστικός ηθικολόγος. Και επιπλέον, αν κανείς τον ρωτήσει για την ευτυχία, δε θα ξέρει τι να απαντήσει. Βρήκε ακροατήριο, όπως είπαμε, μεγαλοπιάστηκε.
Χτύπησε δυο γροθιές στα κάγκελα. Έφτυσε στο δρόμο επιδεικτικά, σαν να ήθελε κάτι να πει. Κάτι να βγάλει από μέσα του, που του έφερνε αποστροφή. Πώς στο διάολο καταντήσαμε έτσι, είπε κουνώντας το κεφάλι του.
Έκανε τσιγάρο, αλλά δεν το ευχαριστήθηκε. Έμενε στο στόμα το ρημάδι, δεν κατέβαινε με τίποτα. Μπήκε στο σπίτι και πάλι. Πήγε στην κουζίνα. Κάθισε στο μικρό τραπέζι και έβαλε τα χέρια στο κεφάλι. Σκεφτόταν για πολύ ώρα. Το πριν και το μετά. Ίδια πράγματα τα λες. Η βρύση έσταζε. Η ατμόσφαιρα είχε μια ταγκή αποφορά. Κάτι ψωμιά είχαν αρχίσει να μουχλιάζουν στο πίσω μέρος του πάγκου, φασκιωμένα με πετσέτες. Είχε ιδρώσει. Δεν είχε κάνει ακόμα τίποτε. Λες να έχουν δίκιο αυτοί που λένε, ότι και η σκέψη θέλει ιδρώτα; Σοβαρεύτηκε. Είχε αρχίσει να παίρνει τον εαυτό του με ελαφράδα. Το έκανε αυτός, που σ’ όλη τη ζωή του αυτό επεδίωκε, να είναι ο αξιοπρεπής, μετά ο καλός, αν υπάρχει κάτι σαν αυτό, που όλου βαυκαλίζονται ότι το ‘χουν. Ήθελε να είναι χρήσιμος, όπου του φαινόταν καλό να βοηθήσει. Δεν ήθελε τα εύκολα λόγια, ούτε τα περιττά χαιρετίσματα, ούτε τα ανοίγματα. Τα κουδούνια στα κρεμάει η κοινωνία πριν το καταλάβεις. Και μετά σε ρωτάει με τον τρόπο της αν είναι βαριά, κι αν ακούγονται πολύ. Χτύπησε με παράδοση το χέρι στο τραπέζι. Τον πόνεσαν τα ροζιασμένα του δάκτυλα. Μοναξιά. Την άκουγε. Την ένιωθε. Την έβλεπε. Και τότε κατάλαβε τα πόδια του δυνατά. Στυλώθηκε και πάλι. Ήταν καλοστεκούμενος. Οι πλάτες του ήταν φαρδιές, τα χέρια ρυτιδιασμένα, πλην όμως έλιωναν και σίδερο. Τα μαλλιά είχαν ασπρίσει λίγο, δεν του είχαν πέσει, αλλά το πρόσωπο, που τόσο το είδε ο ήλιος και το ράπισε η βροχή και το κρύο, είχε γίνει μια άμορφη μάζα, με αινιγματικά χαρακτηριστικά. Τα χείλια του μόνιμα ξεραμένα, τα μάγουλα χαρακωμένα, τα φρύδια ενωμένα, κάτι τρίχες πετάγονταν από τα σαλιγκάρια των αυτιών του, και το δέρμα ένα ξεραμένο χωράφι, απότιστο, χωρισμένο σε επιδερμίδες διαφορετικών γήινων χρωμάτων, που τις ένωναν οι μεγάλες ρυτίδες τους σαν σκληρές βελονιές. Έπιασε και έτριψε το λαιμό του, μια μάζα κρέατος που ζάρωνε σε παχύρευστες στρώσεις, λες και είχε χρόνια καράφλα. Αναθάρρησε, πήρε το καπέλο του απ’ τον καλόγερο, το πίεσε στο κεφάλι του, και βγήκε έξω για να φύγει με τ’ αγροτικό. Ένα αμάξι γερό, γερμανικής κατασκευής, που κάποια μέρα, όσο κι αν το έβαφες, όσο κι αν το συντηρούσες, όσο κι αν η νοσταλγία θα σου ‘λεγε ότι αντέχει ακόμα, εσύ θα έπρεπε να το πας στην απόσυρση και στα παλιοσίδερα. Ο Παππούς, εγωιστής πολύ να το παραδεχθεί, έχει όμοια πολλά με το αγροτικό του. Πες στο Παππού ότι θέλεις, κατάμουτρα το δίχως άλλο, και αυτός θα το σκεφτεί και θα σου απαντήσει. Μη νιώσεις, προς Θεού, γι’ αυτόν ποτέ σου οίκτο. Το καταλαβαίνει, το μυρίζεται, και πριν προλάβει το συναίσθημά σου να γιγαντωθεί, θα σ’ αρπάξει απ’ το λαιμό και θα σου πει: « Θα σου χρειαστεί. Κράτα το για τον τάφο σου!».
Έβαλε μπρος, και το αγροτικό ξέρασε μαύρο καπνό απ’ την εξάτμιση. Θα πήγαινε στο λιοστάσι. Εκεί ένιωθε το σπίτι του, εκεί η ψυχή του ημέρευε. Η ώρα πέρασε γρήγορα, καμιά φορά οι σκέψεις καταπίνουν το χρόνο γρηγορότερα απ’ τη δράση της ζωής. Το πρόγραμμα του πάντα το ίδιο. Θα πήγαινε στην αποθήκη, που ήταν μέσα στο λιοστάσι και την είχε χτίσει ο ίδιος πέτρα την πέτρα, θα συγύριζε τα ήδη τακτοποιημένα, θα έβαζε στο γέρικο σκυλί του κανένα ψίχουλο και λίγο νερό, θα κοιτούσε μην άνοιξαν καμιά τρύπα οι νυφίτσες στο κοτέτσι, άδειο αυτό πλην όμως η δουλειά να γίνεται, θα γυρόφερνε, θα χάζευε, θα κάπνιζε πάνω στη σκουριασμένη φρέζα του. Αυτή του είχε απομείνει. Είχε φρέζα, αλλά χωράφια δεν είχε. Άλλα τα πούλησε, τότε που εγχείρησε το γόνατο, άλλα του τα φάγανε οι τοκογλύφοι παράνομα, και τα υπόλοιπα οι τράπεζες νομίμως, αφού τότε ήταν νέος και άμαθος και θα έβαζε υπογραφή για εγγύηση ακόμα και στον χειρότερο εγκληματία. Πρόλαβε να γράψει μερικά στο γιο του, αλλά το κακό ήταν ανυπολόγιστο. Κληρονόμησε περιουσία αξιοπρεπή, αλλά την σκόρπισε όχι γι’ αυτόν, μα για τους άλλους, βοηθούσε και την οικογένεια της γυναίκας του. Βαθιά μέσα του δε θα παραδεχόταν ότι μετάνιωσε, αλλά μάλλον προέτασσε το ότι φάνηκε καλός. Οι άλλοι πίστευαν ότι φάνηκε καλός σ’ αυτούς, μα εκείνος αντλούσε αγαλλίαση όποτε έβλεπε τα παιδιά των οφειλετών του να γελάνε, να παίζουν και να τραγουδούν. Ήθελε να είναι σαν κι αυτά, να χαίρεται τη ζωή, να μην ασχολείται με βρωμιές, υπογραφές, δικηγόρους, και κατάρες. Όλο αυτό το πικρό φαρμάκι που έβραζε στα έγκατα του χωριού, τον ενοχλούσε. Πάντα αυτό ήθελε, να ζει σε μια χαρούμενη γαλήνη, αλλά υπήρχε και το ένστικτο της αυτοσυντήρησής του, μια ένδειξη αδυναμίας, ένας λανθασμένος δισταγμός, και όλα ξέφευγαν απ’ το δικό του έλεγχο. Το καταλάβαινε και εξακολουθούσε να χειρίζεται επιδέξια, όλα τα χαλινάρια, και τα δικά του και των άλλων. Το χωράφι ήταν το ησυχαστήριό του, το μοναστήρι του. Τι μέρες της ανάπαυσης ήταν ο χώρος της μνήμης, αυτής της μικρής που χασκογελάει και λέει όλο ψέματα, που τρυπώνει παντού και χάνεται μετά σαν να άνοιξε η γη και την κατάπιε. Ποιος να την κυνηγήσει αυτή την σκανταλιάρα; αγανακτούσε ο Παππούς. Ειδικότερα όταν περνούσε η εποχή της συγκομιδής.
Όταν μάζευε τις ελιές, δούλευε σαν το σκυλί, ο ιδρώτας κυλούσε από το μέτωπό του στα λιόπανα, και ακούγονταν οι γδούποι απ’ τις στάλες μέσα στην ησυχία. Και το έκανε μόνος του, όσο τον έπαιρνε, απ’ τα δικά του χέρια ήθελε να περάσουν όλα, απ’ το τίναγμα μέχρι το φόρτωμα στο αγροτικό, εκείνα τα τσόλια που μοσχοβολούσαν και του προκαλούσαν λυτρωτικό πόνο στον ώμο του. Τα έκανε όλα μόνος, γιατί το λιοστάσι ήταν δικό του, δεν είχε πρόβλημα με τους ξένους, αλλά δεν ήθελε να πατήσουν στο χωράφι του. Ούτε αυτοί, ούτε άλλοι συγχωριανοί ή συγγενείς του. Άλλωστε όλοι αυτοί πληρώνανε μεροκάματα τους ξένους, τους βάζανε στις καρότσες το πρωί, τους δίνανε ένα κομμάτι ψωμί το μεσημέρι να μασήσουν, και πήγαιναν με τα γυαλιά ηλίου μέσα στη νύχτα να τους πάρουν και να τους αφήσουν μετά στην πλατεία. Και έχουν ακόμα το θράσος και δηλώνουνε αγρότες! τσιτωνόταν ο Παππούς. Είναι αγρότης αυτός που πίνει καφέ και ούζο στο καφενείο τις δώδεκα ώρες μιας μέρας; Είναι αγρότης αυτός που παίρνει τα λεφτά από το κράτος, για να σπείρει υποτίθεται, και πάει και τα καταθέτει στην πρώτη πουτάνα; Είναι αγρότης αυτός, που έχει να δει χωράφι χρόνια ολόκληρα και πάει στις ενώσεις και τους συνεταιρισμούς και φωνάζει για τα δίκια του με γραβάτα και παντελόνι με τσάκιση; Είναι αγρότης αυτός που αποφασίζει να αγοράσει αυτοκίνητο, και δίνει λεφτά να πάρει κόκκινες κατσαρίδες με δυο χιλιάδες κυβικά; Όχι, έλεγε ο Παππούς, αυτοί είναι αμαρτωλοί αγρότες. Κι αν υπάρχει Θεός και βλέπει από ψηλά, αν ποτέ του έρθει να επισκεφθεί τη γη, το καλύτερο που θα είχε να κάνει, μέσα στην τόση δίκαια αγιοσύνη του, θα ήταν να ‘ρθει στο χωράφι του και να γείρει κάτω από μια ελιά. Όχι την οποιαδήποτε ελιά, εκείνη που πάσχιζε ο άλλος να του τη φάει, και που θα την κέρδιζε στο τέλος γιατί η δικαιοσύνη Του δεν είναι τυφλή. Θα μπορούσε ο Θεός να κοιμηθεί εκεί και μέσα στην ησυχία να στοχασθεί τα λάθη του. Ο Παππούς έστρεψε το βλέμμα στον ουρανό και πήρε την έγκριση, αυτός που ποτέ δεν πήγαινε στην εκκλησία επειδή τη σεβόταν περισσότερο απ’ όλους, είχε πάρει την απόφαση. Οι άνθρωποι δεν δίνουν λύση, κατέληξε ο Παππούς. Ο αγροφύλακας, είπε να το συζητήσει μαζί του μια μέρα, κι αντί να πάει στο λιοστάσι να δει την κατάσταση αυτός μπεκρόπινε στα καφενεία, και μετά κοιμήθηκε στο αυτοκίνητο της υπηρεσίας. Η χειρότερη υποψία του Παππού τώρα: τα λεφτά του τα είχε δώσει ο άλλος. Εκείνος ο θαλασσινός χάνος, που έφυγε μούτσος στα καράβια από τα δεκαπέντε του, γύρισε όλο τον κόσμο, ανέβηκε σε αξιώματα και σε μισθούς, ξεπέρασε τον άσωτο υιό σε κραιπάλη, και από τότε που εγκαταστάθηκε πάλι στο χωριό, συμπεριφέρεται σε όλους με τη θωριά του ναυάρχου. Και νομίζει ότι μια θάλασσα και μια στεριά είναι το ίδιο και το αυτό. Αμ δε, κύριε, δε σφάξανε! Τούτη τη στεριά ο Παππούς την ξέρει καλύτερα και απ’ την παλάμη του, καταλαβαίνει πότε χαίρεται και οργιάζει, πότε κλείνεται στην αμήχανη σιωπή της και σε γεμίζει θλίψη. Η στεριά μπορεί και να γεράσει με τον άνθρωπο, κύριε, η θάλασσα τι σύντροφος να γίνει του ανθρώπου, έτσι άστατη και ονειροπόλα που κυματίζει αέναα; Ο Παππούς ήταν ο φύλακας της στεριάς, της δικής του και όλων των άλλων. Αν ερχόταν απλά στο τόπο του ο μούτσος για να πεθάνει, δεν θα είχε κανένα πρόβλημα, τι καλύτερο από αυτό; έλεγε ειλικρινά ο Παππούς. Αλλά να διεκδικεί και ένα κομμάτι γης απ’ το κτήμα του, το είναι του, αυτό είναι απ’ τα άγραφα! Το μέρος ήταν δικό του. Πάει τελειώσαμε, διακήρυξε ο Παππούς.
Ο κόσμος είχε γυρίσει απ’ τη λειτουργία. Η ζωή επέστρεφε στην ήρεμη χαύνωσή της. Το αγροτικό του Παππού τσουλούσε άνετα, και τότε ήταν που θυμήθηκε δυο παράπονα, που τα ‘χε σ’ όλους κρατημένα. Τον ενοχλούσε πολύ που κάποιος, κάποια αναθεματισμένη στιγμή, τον είπε γρουσούζη, κακορίζικο και ότι γενικώς έχει μια σκιά που δεν ταίριαζε σε άνθρωπο, αλλά σε φάντασμα της χείριστης ποιότητας. Ένας λοιπόν, άρχισε να λέει πως είδε με τα μάτια του ένα περιστατικό περίεργο, διαβολικό, του ακατανόητου πράμα. Ο Παππούς κατέβαινε μια μέρα ένα μικρό μονοπάτι και χαιρόταν το ύπαιθρο, ώσπου στο δρόμο του συνάντησε μια κατσίκα, γέρικη ήταν και μαραζιάρα. Είχε κρεμάσει τη γλώσσα απ΄ τη δίψα, και το τρίχωμά της ήταν γεμάτο από σκατά και ιδρώτα. Ο ιδιοκτήτης την είχε παρατήσει εκεί δεμένη, να τριγυρίζει γύρω από τον πάσαλο ώσπου να αναγκαστεί να αποκτήσει συνείδηση. Τη λυπήθηκε τότε ο Παππούς. Την κοίταξε μια φορά. Τον κοίταξε κι αυτή με τα μεγάλα κατάμαυρα μάτια της. Την ξανακοίταξε ο Παππούς. Και τότε η κατσίκα άρχισε να τρέμει σύγκορμη και να δονείται λες και κάποιος έβαλε μπαρούτι στα πόδια της. Η κατσίκα δυσφορούσε, κουνούσε το κεφάλι και τα πίσω πόδια για να φύγει, αλλά που; Όσο πέρναγε η ώρα, η κατσίκα στράβωνε τα πόδια και έβγαζε άναρθρους βρυχηθμούς, ο Παππούς της είπε μωρή τι έχεις αλλά εκείνη τίποτα, έσβηνε λίγο λίγο, αλλά πέραν αυτού άρχιζε να φουσκώνει επικίνδυνα. Ο Παππούς είπε τότε, πάει το χάσανε και τα ζωντανά, αλλά που καιρός να συνέλθει η κατσίκα, φούσκωνε κι όλο φούσκωνε με μια αόρατη τρόμπα. Στο τέλος αφέθηκε, έπεσε κάτω βγάζοντας έναν πόνο και ένα γδούπο, τα πόδια της υψωμένα στον αέρα, ίσια σαν καλάμια, αφού η κοιλιά της ακουμπούσε στο χορτάρι. Πέθανε τουμπανιασμένη, πάει η κατσίκα! Δεν το πίστευε ο Παππούς, άσχημος θάνατος. Λυπήθηκε για λίγο, και σκέφτηκε πως αν δεν ερχόταν κάποιος γρήγορα να πάρει το κουφάρι θα το ξεσκίζανε το βράδυ οι λύκοι και οι αλεπούδες. Κι από αυτή τη δραματική κατάσταση, βρέθηκε κάποιος, κακόβουλος απ’ τη κοιλιά της μάνας του αναντίρρητα, να πει πως η κατσίκα πέθανε από το κακό το μάτι του Παππού. Ναι σας λέω, έλεγε ο αυτόπτης μάρτυς, ένας δημοσιολόγος με μεγάλα αυτιά, την κοιτούσε άσχημα, μαγικά, την έκανε ότι ήθελε με τα βλέφαρα, τη βασάνιζε τη καημένη, και κείνη για να του ξεφύγει είπε να σκάσει! Σίγουρα πράματα, το μάτι σε σκοτώνει πιο γρήγορα και από βόλι. Εγώ γι’ αυτό έχω κρεμασμένες χάντρες στα ζωντανά, δίπλα στις κουδούνες, είπε ο αυτόπτης μάρτυς. Άμα πεθάνει ο Παππούς θα τους τα βγάλω. Τι σου είναι καμιά φορά η αμάθεια, είπε ο Παππούς. Είναι, καμιά φορά, υπεράνω.
Αυτή η ιστορία τον πείραζε τον Παππού, αλλά οι άνθρωποι τόσα ξέρουν τόσα λένε. Σάμπως έτσι κακόβουλα δεν τον κρίνανε, όποτε τον έπαιρνε κανένα μάτι πίσω από κανένα θάμνο να χέζει; Υπάρχει καλύτερο πράμα, εκεί νιώθεις άνθρωπος! Πήγαινε ο Παππούς, που δεν κρατιέται και εύκολα πλέον, και άδειαζε το τσουβάλι του πίσω απ’ ωραία φυτά, να το ευχαριστιέται. Και σκουπιζόταν με ότι του έδινε η φύση. Μια μέρα η φύση είπε να του δώσει ένα μάτσο τσουκνίδες, και αναγκάστηκε να ξύνει τον κώλο του επί ένα μήνα. Σε μια άλλη στιγμή, όταν ένας κακός άνθρωπος, ένας βοσκός με φιλοδοξίες, με περιέργεια ακόμα και στα όνειρά του, του την έστησε για να γελάσει μαζί του, ο Παππούς δε δίστασε, ξεβρακώθηκε και ρήμαξε τον τόπο. Αλλά, έτσι για να μπει στο μάτι του αλλουνού, έβγαλε από την τσέπη ένα χαρτονόμισμα και σκουπίστηκε με πρωτόφαντη κομπορρημοσύνη. Δικά μου είναι άμα θέλω τα σκατώνω! φώναξε τότε κατά τα δέντρα, όπου ο άλλος προσπαθούσε να κρύψει την κοιλιά του, δυο στρέμματα αηδία, πίσω από ένα λιγνό κορμό. Αν τον έβλεπε κανείς εκείνη την ώρα, θα έβλεπε πως το χαμόγελο σχηματιζόταν προοδευτικά στο στόμα του. Αλλά πόσο να ηρεμήσεις, αν υπάρχει ένας λιμοκοντόρος που προσπαθεί να φάει απ’ το πιάτο σου; Η αλήθεια είναι, συγχώρα μας Παππού, ότι η ελιά που αποτελούσε το μήλον της έριδος ανήκε στον πρώην ναύαρχο, και νυν αντίζηλό του. Το δέντρο από μια παράξενη ανωμαλία της φύσης πήγε και φύτρωσε στο αυλάκι που χώριζε τα δυο λιοστάσια, όλα τα άλλα κάνανε τη δουλειά τους, είχανε μεγαλώσει στις σειρές τους, ίσια το ένα πίσω στ’ άλλο, σαν τάγματα πειθαρχημένων στρατιωτών. Όταν πέθανε η κυρά Φιλιώ, μια γριούλα που ήταν σαν μια σαπισμένη σταφίδα με πόδια και ήταν η μάνα του ναυάρχου, ο Παππούς πήγε και αναδιάταξε την χωροταξία. Ο φράχτης ήταν φτιαγμένος από ξύλα καμένα, καλάμια, και σύρματα. Ο Παππούς άνοιξε τον φράχτη, έτσι που να περικλείει στο δικό του μέρος το δέντρο, και μετά τον έκλεισε με περισσότερα προστατευτικά. Και από τότε αποφάσισε ότι ήταν δικό του το δέντρο και τα λίγα μέτρα γης που ήθελε για να εξακολουθεί να ζει και να καρποφορεί. Όλα καλά πηγαίνανε μέχρι τότε, ο Παππούς είχε πάρει μετά και την έγκριση του Θεού, κανένα απολύτως πρόβλημα. Ώσπου πριν από χρόνια, ήλθε ο άλλος, του χτύπησε την πόρτα και με ένα κιτρινισμένο χαρτί που κράδαινε φώναζε ότι η ελιά ήταν δικιά του. Έκανε όπως τα μικρά κουτάβια που ζητάνε το βυζί της μάνας τους. Τότε πίστευε ο Παππούς ότι θα έχανε την ελιά, αλλά ο διάολος έκανε το θαύμα του και ο άλλος έχασε το χαρτί, και τότε ο Παππούς πήρε κι άλλο θάρρος, έγινε άτεγκτος. Είχαν ανταλλάξει πολλές φορές λόγια, κατάρες και ασχήμιες που αν τις γράψεις θα σε πουν βέβηλο, αλλά από ένα σημείο και μετά άρχισε ένα πολύ περίεργο αλισβερίσι μεταξύ τους. Χωρίς να το έχουνε συμφωνήσει, μια φορά τη βδομάδα ο ένας πήγαινε και έφτιαχνε το φράχτη καταπώς τον βόλευε. Ο άλλος δεν πήγαινε να τον χαλάσει. Και έτσι, επειδή και οι αντιστάσεις γερνάνε, περνούσε ο καιρός, και η ελιά είχε αρχίσει να αναρωτιέται για την ταυτότητά της. Από το πρωί σήμερα, τον ένιωσε ο Παππούς τον ναύαρχο. Είχε πάει στο λιοστάσι του απ’ τα αξημέρωτα και έφτιαχνε τον φράχτη, και βαυκαλιζότανε. Όχι για πολύ, κύριε, ο Παππούς αποφάσισε να πάρει το φράχτη μια για πάντα. Και όταν με το καλό τα σύνορα δε θα άλλαζαν, θα έριχνε και ένα μαντρότοιχο, έτσι για σιγουριά και θα έβαζε και τρία μαντρόσκυλα να αλυχτάνε με τεντωμένες ουρές και κατακόκκινα μάτια. Θα τα τάιζε μια φορά στις δεκαπέντε μέρες, κύριε, κι αν αποφάσιζες να πλησιάσεις, το κάτουρο σου θα έφτανε στην κάλτσα και μόνο που θα τ’ αντίκριζες.
Το αγροτικό πέρασε σχεδόν όλο το χωριό, ριγμένο στον κάμπο σαν ένα απλωμένο σεντόνι, τόσο ίσιο και τακτοποιημένο. Τι είδε; Γνωστά πράματα. Την Αργυρώ μ’ ένα ψάθινο καλάθι, ντυμένη στα κόκκινα, και τα ξανθιά μαλλιά της να ανεμίζουν. Δυο άσπρες τούφες αναδείκνυαν τα μόνιμα κλαμένα πράσινα μάτια της. Το είχε φορτωμένο με καραμέλες το καλάθι, και λουλούδια που έκοβε στους λόφους. Τις καραμέλες τα παιδιά δεν τις έπαιρναν, γιατί οι μανάδες τους έλεγαν ότι η Αργυρώ τις πότιζε με φαρμάκι. Η Αργυρώ το έχασε μια μέρα, όταν την βρήκαν πάνω από τη μηχανή της, γιατί ήταν πρώτη μοδίστρα, και της είπαν χωρίς πολλά πολλά ότι τα δυο της τα αγόρια τα μικρά τα παρέσυρε ένα φορτηγό. Καλά παιδιά, δουλεύανε σε γιαπιά και λέγανε και ευχαριστώ με ένα πιάτο της προκοπής. Τινάχτηκαν από το μηχανάκι με δύναμη και έπεσαν σε κάτι μάρμαρα στην εθνική οδό, την ώρα που πήγαιναν στη μάνα της να τη δουν λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα. Η Αργυρώ πένθησε, φόρεσε τα μαύρα, αλλά όταν ένα βράδυ τα παιδιά της της είπαν στον ύπνο της πως τα μαύρα δεν της ταιριάζουν, άλλαξε τροπάρι. Τα πέταξε όλα και άρχισε να ράβει φανταχτερά κόκκινα φουστάνια πάνω από το γόνατο. Και έβγαινε έξω με μια κιθάρα και τραγουδούσε νανουρίσματα μέρα μεσημέρι, με τριαντάφυλλα στα αυτιά της. Έπαιρνε σπόρους απ’ το μπακάλικο και τους έριχνε στο κεφάλι και τους κρατούσε στα χέρια της, ώσπου μαζεύονταν όλα τα περιστέρια κοντά της να τραφούν. Και ο κόσμος έλεγε, μαύρη Αργυρώ πάει το έχασες! Τα βράδια, μάζευε σε ένα μπόγο το πετρογκάζ, ένα τηγάνι και αυγά και πήγαινε και τα έψηνε στους τάφους, και άμα της το ζητούσαν τα παιδιά τους ετοίμαζε και τηγανήτες. Έστρωνε τραπέζι πάνω στο μνήμα, και έπινε από μια μπουκάλα κρασί που τη γέμιζε τακτικά. Τα καντήλια ήταν τα κεριά του δείπνου τους, και οι φωτογραφίες των νεκρών μάλλον αγαλλίαζαν. Όταν της τελείωσαν τα λεφτά που είχε στην άκρη, έπαιρνε μόνο τα βουνά, και μάλλον προς τα κει πήγαινε την ώρα που την είδε ο Παππούς. Πολλοί λέγανε ότι το σπίτι της είχε γεμίσει χορτάρια, κοιμόταν στο σαλόνι της χάμω και τα φίδια σέρνονταν ανενόχλητα στα άλλα δωμάτια. Κατά τα άλλα; Τίποτα. Ο Ταξιάρχης καθόταν ακούνητος μέσα στο άδειο βενζινάδικο. Η εταιρεία του τα είχε πάρει όλα, μέχρι και τις ρεκλάμες της απ’ τα τζάμια. Ώρες ολόκληρες σε μια καρέκλα, καθόταν ο Ταξιάρχης, χωρίς να μιλάει σε κανένα, και όμως όλοι τον έβλεπαν από την σκονισμένη τζαμαρία. Αλλά τον είχαν συνηθίσει. Ο γιος του, ένα παλικάρι απ’ τα λίγα, μια νύχτα κατάλαβε ότι τα χρέη που είχε τον έπνιγαν. Θα καταστρεφόταν το δίχως άλλο. Είχε χάσει πολλά στα ζάρια, και στα χαρτιά. Το μπουρδέλο, στα τελευταία του, το πλήρωνε αποκλειστικώς με πρόβατα και κότες. Ο αρραβώνας του διαλύθηκε και η ζωή του είχε πάρει γενικώς τον κατήφορο, το μαγαζί το είχε παρατήσει στις λιγοστές αντοχές της μάνας και του πατέρα του. Όλοι τον ξέρανε για αποφασιστικό άνθρωπο που κράταγε τον λόγο του. Είπε σε πολλούς ότι θα τους ξεπλήρωνε το συντομότερο δυνατό. Μια φορά δεν κράτησε τελικά το λόγο του. Όταν ένα βράδυ, τράβηξε τις κουρτίνες στο μαγαζί, ξεκρέμασε τη μονόκανη καραμπίνα από την αποθήκη, κάθισε στην καρέκλα, την έβαλε στο λαιμό, και πάτησε την σκανδάλη. Αυτό που πρόλαβε να δει ήταν ένα σμήνος από κοτσύφια να πετάνε προς ένα λαμπρό φεγγάρι. Ήταν εξαιρετικός κυνηγός. Στην ίδια καρέκλα καθόταν ο πατέρας του ασθμαίνοντας. Ένας που τον ρώτησε, του απάντησε: «Περιμένω το παιδί, δε γύρισε ακόμα».
Το αγροτικό ανέβηκε την ανηφόρα για τα λιοστάσια πολύ γρήγορα, αέρινα, χωρίς μαρσαρίσματα. Πριν βγει στα πίσω μέρη του χωριού, είδε στο τελευταίο σπίτι την γριά Διαμάντω να κάθεται στο πεζούλι, και να έχει πιάσει τη δουλειά. Ήταν ανάπηρη από τα νιάτα της, αλλά δραστήρια και πάντα κράταγε ένα σοφό λόγο για όποιον της τον ζητούσε. Είχε κοντά στα πόδια της ένα μεγάλο κουβά. Έβαζε τα εγγόνια της να γραπώνουν τις κότες και τις έβαζαν στα χέρια της. Εκείνη χωρίς μαχαίρι, τις έσφιγγε δυνατά, γυρνούσε το λαιμό τους και μετά τραβούσε τα κεφάλια τους με αλάθητη βαρβαρότητα. Τα κομμένα κεφάλια τα πετούσε στα σκουπίδια, και τα σώματα τα έριχνε στο κουβά. Τα μέλη των πουλερικών σπαράσσονταν ακόμα και χωρισμένα. Άμα τις ξέφευγε καμιά κότα ακέφαλη, φώναζε στα εγγόνια να την πιάσουν. Αυτά τα διαόλια πολλές φορές δε την άκουγαν, πότε κλοτσούσαν τις κότες, πότε έπαιζαν τα μήλα με τα κεφάλια. Γέμιζε με αίματα στο πρόσωπο η γριά, στα χέρια και την ποδιά της. Πιτσιλιές απαραίτητες, καθώς βοηθούσε το γιο της να τα βγάλει πέρα στην ανεργία, ξεπαστρεύοντας το μεγαλύτερο κοτέτσι της περιοχής.
Ο δρόμος για το λιοστάσι έμοιαζε με μια συνεχόμενη αψίδα από πλεγμένα φυτά που κρύβανε τον ήλιο, και έφτιαχναν ένα ωραίο φυσικό στέγαστρο άφταστης δροσιάς, χειμώνα και καλοκαίρι. Κάπου εκεί ροκάνιζαν κάτι σκίουροι φουντούκια, κάπου εκεί στις γούρνες, τα βατράχια φούσκωναν τους λαιμούς τους το ένα στο άλλο. Κάτω υπήρχε στρωμένη κροκάλα ποταμίσια, και σε πολλές περιπτώσεις το αγροτικό ανεβοκατέβαινε. Το καπέλο του παππού έφτανε στην οροφή, αλλά μετά και πάλι ίσιωνε ο δρόμος, και όλο και περισσότερες αχτίδες ήλιου ξεπρόβαλλαν στον ορίζοντα. Έφτανε στο λιοστάσι του τώρα πια. Με την άκρη του ματιού του, είδε μια σκιά σταματημένη. Του φάνηκε σα μια γριά γυναίκα σκυφτή, να ξεκουράζεται. Είχε δεμένο στην πλάτη με τριχιά έναν όγκο από ξύλα, τόσο περίεργα, όσο τα κακοφορμισμένα χέρια της. Έπειτα ησύχασε. Θα είναι καμιά αγία, είπε ο Παππούς, που σπέρνει ανάσες στο διάβα της. Και έπειτα πάτησε το φρένο. Λίγα μέτρα πιο μπροστά άραζε το τρακτέρ του ναυάρχου. Το χτυπούσε περίεργα ο ήλιος. Τον τύφλωναν οι αντανακλάσεις. Σταυροκοπήθηκε και είπε: «Βόηθα Παναγιά!».
Το λιοστάσι ήταν σε μια πλευρά του βουνού απότομη. Ο Παππούς κουβαλούσε ένα παλούκι μαζί του, μη τύχει και κατρακυλήσει άσχημα καμιά μέρα που δε θα ήταν αρκετά προσεκτικός. Μέσα από τα πυκνά κλαδιά, και ενώ η όρασή του ταραζόταν από το δύσκολο κατέβασμά του πάνω σε πέτρες και κούφιο χώμα, διέκρινε την αποθήκη του. Όλα έμοιαζαν ίδια, απαράλλακτη η σιωπή που άφηνε φεύγοντας και εκείνη που έβρισκε επιστρέφοντας. Άκουσε όμως καλύτερα. Πριν βγει στο μικρό χαγιάτι, μπροστά από την αποθήκη, κατάλαβε ότι μια ανάσα αγκομαχούσε και ένα φτυάρι έμπαινε με ένα τελετουργικό ρυθμό στο χώμα. Ο ήχος του έσβηνε ανάμεσα στα δέντρα, εκεί όπου ο Παππούς νόμιζε ότι έκλαιγε ένα βιολί. Το γέρικο σκυλί του, δεμένο κοντά στην πόρτα, είχε χώσει το κεφάλι ανάμεσα στα μπροστινά του πόδια, και κοιτούσε κάποια ζουζούνια που είχαν στήσει μια ενοχλητική κουβέντα πάνω απ’ τη μουσούδα του. Έστριψε στη γωνία και τελικά είδε. Τον άλλο να σκάβει με ιερότητα ένα λάκκο γύρω από την επίμαχη ελιά. Τον φράχτη δεν τον είχε χαλάσει. Τι σκόπευε να κάνει; Είχε ιδρώσει, το πουκάμισό του κουνιόταν ριγμένο πάνω στα ανασηκωμένα παντελόνια του. Ήταν ξυπόλυτος, αλλά τα γυαλιά του δεν τα είχε βγάλει. Ο Παππούς για μια στιγμή σκέφτηκε πόσο δίκιο είχε την πρώτη φορά που τον είδε. Ο άνθρωπος αυτός κακογερνούσε. Είχε μια αστραφτερή καράφλα, και στραβωμένα αυτιά, μ’ ένα στόμα στραβό λες και κάποιος του ‘χε περάσει απ’ το δέρμα μια πετονιά και τον τραβούσε. Έσκαβε πολύ γρήγορα, αλλά η κούρασή του φαινόταν. Ο ρυθμός του ήταν ερασιτεχνικός. Αργά η γρήγορα θα έπεφτε στο χώμα λαχανιασμένος. Τότε ο άλλος σταμάτησε, και ο Παππούς πισωπάτησε να μη τον δει, κρύφτηκε στον τοίχο. Ο άλλος, με τον αντίχειρα σάρωσε το μέτωπό του, και τον τίναξε αφήνοντας τον ιδρώτα να βρέξει το χώμα. Αυτό από κάπου το έχει ξεσηκώσει, σκέφτηκε ο Παππούς, κανονικά θα έπρεπε να βγάλει ένα σιδερωμένο μαντίλι, απ’ τα τόσα που σίγουρα αγόρασε από παζάρια της ανατολής, και να σκουπιστεί με κοφτές ευγενικές κινήσεις. Ο άλλος προσπαθούσε να μιμηθεί τον Παππού και τα κατάφερνε, έγινε πολύ γρήγορα στεριανός, παρακολουθώντας τον πολλές ώρες πίσω απ’ τον φράχτη. Η εμπειρία τον είχε διδάξει να μεταλλάσσει τον εαυτό του γρήγορα, αλλά αυτό τον είχε κάνει, κατά τον Παππού, υπερβολικό και επιπλέον υπερφίαλο. Μπορείς να πάρεις στα σοβαρά έναν άνθρωπο που ξεκινάει τα λόγια του με μια πέτρα και καταλήγει σε άπιαστο βουνό, αναρωτιόταν ο Παππούς. Οι ονειροπόλοι, αχ αυτοί οι ονειροπόλοι, κάνουν την εμπειρία τους συμπλήρωμα της ζωής τους! Ο Παππούς τη δική του εμπειρία απλά την συσσώρευε.
Τον έβλεπε, και ο Παππούς τον έβλεπε που τον έβλεπε. Και ότι έπεφτε ανάμεσα στα βλέμματα, ήταν μια ανερμήνευτη οργή, μια πρωτογενής κατάρα, μια ψυχρή παρόρμηση, που οδηγούσε και τους δυο ν’ αλληλοσπαράζονται με τις σκέψεις τους, να κατακρεουργούν ο ένας την εικόνα του άλλου στα κεφάλια τους. Αλλά τώρα ο άλλος ήταν απ’ την άλλη μεριά! Στη μεριά του Παππού! Πώς τόλμησε; Δεν καταλάβαινε αυτός ούτε από Θεό, ούτε από άνθρωπο; Την ώρα που ο Παππούς τρόχιζε τα δόντια και έσφιγγε τις γροθιές του, ο άλλος άφηνε το φτυάρι να ξεκουραστεί στον κορμό της ελιάς, είχε καθίσει στις ρίζες της και είχε βγάλει τσιγάρο και το φούμαρε με αλαζονεία. Κοίτα θράσος το ρεμάλι, σκοτείνιασε ο Παππούς, κάθεται σε ξένο χώμα κι όμως έχει την άνεση του σπιτιού του. Οι φλέβες στο κεφάλι του πάλλονταν άσχημα, το αίμα είχε αρπάξει φωτιά κάτω απ’ τη σάρκα του, ένιωθε αίφνης ένας νέος με όλη τη ζωή μπροστά του. Δε δίστασε. Σαν το πιο δειλό απ’ όλους τους δειλούς της ιστορίας, προχώρησε προς το μέρος του, και σαν παλιά νυφίτσα που ήταν, φρόντισε να μην ακουστούν τα βήματά του. Ο άλλος είχε ανοίξει και ένα μικρό ραδιοφωνάκι, τραγουδώντας έναν σκοπό, και έτσι δεν τον άκουσε τον Παππού που κατευθυνόταν κατά πάνω του. Με έγκριση Θεού, ο Παππούς πήρε το φτυάρι, και πριν προλάβει ο άλλος να αναρωτηθεί γιατί το μέταλλο ακούστηκε να αφήνει το ξύλο, με την πλάτη του ακόμα προς τα δέντρα και τα αυλάκια, δέχτηκε μια φτυαριά στο κεφάλι. Τον πόνεσε πολύ, αλλά ο Παππούς διαπίστωσε ότι δεν ήταν καλή. Το μόνο που πρόλαβε να κάνει ο άλλος ήταν να σηκώσει τα χέρια, αλλά πριν τα ακουμπήσει στο κεφάλι, Ο Παππούς του κατάφερε άλλο ένα χτύπημα, αυτή τη φορά πιο σφοδρό, πιο άκαμπτο. Το κεφάλι του άλλου ράγισε, και με μια κραυγή σφαγμένου προβάτου έπεσε άγαρμπα στο χώμα. Ο Παππούς πήγε από πάνω του, και είχε αποφασίσει να τον αποτελειώσει. Έπιασε με δύναμη το φτυάρι με τα δυο του χέρια και προέταξε τη μύτη του κάθετα, λίγα εκατοστά πάνω από το κόκκινο κεφάλι του άλλου. Το σήκωσε και το κατέβασε απότομα. Η ρωγμή μεγάλωσε. Το αίμα αναπηδούσε μέσα από σκοτεινές, τελείως μαύρες μάζες, που προοδευτικά έβγαιναν απ’ το κρανίο πιεσμένες. Οι ήχοι ακούγονταν υπόκωφοι, σιβυλλικοί. Και πάλι. Το σήκωσε και το κατέβασε. Καμιά σκέψη δεν τον ταλαιπωρούσε. Ποτέ καμιά ενοχή, καμιά ερινύα δεν εμφανίζεται την ώρα της δράσης, της μάχης. Ο Παππούς συνέχιζε ακούραστος τον πόλεμο. Και πάλι. Το σήκωσε, πήρε μια βαθιά αναπνοή, και το κατέβασε ακόμη πιο δυνατά στο κρανίο, με όση δύναμη θεωρούσε ότι του απόμενε. Όμως δεν το έβγαλε απ’ το κρανίο του άλλου. Το είδε για λίγο έτσι καρφωμένο στην κόκκινη καταστροφή, που πριν από λίγο μπορούσε να ονειρεύεται, και έβαλε το δεξί πόδι πάνω στο σίδερο. Το πίεσε. Το κρανίο άνοιξε σχεδόν διάπλατα, τα μυαλά ξεχύθηκαν, τα όνειρα σκόρπισαν. Έπειτα, όταν ήταν βέβαιος για το έργο του, το τράβηξε και με τα χέρια απάλλαξε τη λεπίδα από τα περιττά σκουπίδια. Το χώμα είχε γίνει μαβί. Τα άκρα του άλλου σπάραζαν, τα δάκτυλα του έτρεμαν απ’ τη θωριά του θανάτου. Παραδομένος ο Παππούς άφησε το φτυάρι να πέσει με δύναμη στο χώμα, αλλά το κρατούσε με την άκρη του δεξιού του χεριού. Ήταν το σύνθημα. Η μάχη έληξε. Πώς επέστρεψαν όλα τόσο γρήγορα, τόσο αιματηρά, στην αμόλυντη σιωπή;
Πέρασαν αρκετά λεπτά, με τον Παππού στυλωμένο να προσπαθεί να ανακτήσει την αναπνοή του, κοιτώντας τον άλλο. Άδειο το μυαλό του. Σκεφτόταν τώρα την κρίσιμη στιγμή, τη δύναμη που ύψωσε το φτυάρι σ’ εκείνο το σταμάτημα του χρόνου. Τα υπόλοιπα δεν μπορούσε να τα ξαναζήσει, η πραγματικότητα φυλακίστηκε σε μια οργισμένη κίνηση, χαμένη πλέον και αγύριστη. Ο Παππούς με σφιγμένο στόμα, αναρωτήθηκε αν η πραγματικότητα μπορεί να είναι πιο αξιόπιστη από ένα νεκρό σώμα. Ο Παππούς, πως τα φέρνει η ζωή, έγινε και φιλοσοφικός. Τα μάτια του βούρκωσαν, το πρόσωπό του χλόμιασε, και όλη η δύναμη που για μια στιγμή του δόθηκε επέστρεψε στον χαοτικό προμηθευτή της. Ένιωσε το Θεό να γκρεμίζεται από τον ουρανό, ένιωσε την ψυχή του να καταβαίνει τη μαύρη πύλη της κόλασης, ανάμεσα σε ατμούς και στοιχειά που πίστευε πεθαμένα. Έξαφνα βάρυνε. Καμπούριασε, και ένιωσε τις πλάτες του βαριές. Μια μικρή ζάλη, μια ξαφνική ανάγκη για ήσυχο ύπνο τον πλημμύρισε. Σύρθηκε με τα γόνατα μουδιασμένα μέχρι την αποθήκη. Το φτυάρι γραπωμένο στο χέρι του, συρόταν κι αυτό, αφήνοντας το αίμα όπου μπορούσε να το αφήσει. Η όρασή του θόλωσε σαν κάποιος να τον τύφλωσε απότομα, και όταν είδε την σιδερένια πόρτα της αποθήκης, κατέρρευσε κοντά στο πεζούλι της. Ο σκύλος θορυβήθηκε, άρχιζε να γαβγίζει. Σηκώθηκε και έτρεξε προς τον Παππού. Η αλυσίδα του δεν ήταν αρκετά μακριά. Το μόνο που μπορούσε να κάνει το γέρικο ζωντανό, ήταν, με την άκρη της γλώσσας του να γλείφει το αίμα από το αναίσθητο χέρι του. Και έπειτα ένας ύπνος, για ώρες ολόκληρες, μια διαδικασία ανακούφισης που τέλειωσε μόνο όταν ο ήλιος άρχισε να κατεβαίνει απ΄ το στερέωμα. Όταν ο Παππούς ξύπνησε κατατρομαγμένος, έσπευσε με το φτυάρι προς το αγροτικό χωρίς να κοιτάξει πίσω. Τα σκουλήκια είχαν αρχίσει να μαζεύονται. Έβαλε μπρος και ευχήθηκε το αμάξι, τόσα χρόνια, να έχει μάθει το δρόμο μοναχό του. Οι άκρες των δακτύλων του μυρμήγκιασαν στο τιμόνι. Το πόδι στο γκάζι είχε πάει μέχρι κάτω. Η καρδιά αναστατωμένη, αλλά στη θέση της.
Στο δρόμο της επιστροφής απ’ το λιοστάσι, ο Παππούς σταμάτησε. Οι ρόδες του αγροτικού κοκάλωσαν με γρυλίσματα και τα φρένα έπαψαν να σκούζουν. Το γυαλί κρατούσε ακόμα καυτές αέριες μάζες στην παλιά καμπίνα με τα ξεκοιλιασμένα καθίσματα. Μια σκόνη να κινείται αργά. Παλιόρουχα βουτηγμένα στη λάσπη, και φρεσκοκομμένα κρεμμύδια στη θέση του συνοδηγού. Πότε τα ‘χε κόψει; Στο ταμπλό, ένα πριόνι με υπολείμματα της δουλειάς του στα δόντια, ν’ αναπαύεται. Έξω ο ήλιος γέμιζε με αιμάτινο χρώμα τις λοφοπλαγιές, και τα πυκνά θαμνόκλαδα στις δυο μεριές του δρόμου. Ο Παππούς σήκωσε το γείσο του καπέλου του, και σκουπίζοντας δύο στάλες ιδρώτα στο μέτωπο, άνοιξε την πόρτα. Άρπαξε ένα ξύλινο σταυρό που κρεμόταν απ’ τον καθρέφτη και τον έσφιξε στ’ αριστερό του χέρι με πείσμα. Βγήκε κλείνοντας την πόρτα δυνατά. Ο αντίλαλος δεν ακούστηκε παρά μόνο στα αυτιά του. Έσφιξε το λαιμό και ξύστηκε. Τα πόδια πάτησαν αργά στο χώμα. Του βγήκε απότομα ένα πνιχτό βήξιμο. Ένας μικρός σαματάς πεθαμένης σκόνης έσβηνε πίσω του, στο πρώτο σκοτάδι. Δυο πονηρές κατάμαυρες κουρούνες άφησαν πίσω τους το κουφάρι ενός δέντρου, και πέταξαν κατά το νεκροταφείο.
Το στήθος του είχε μια ένοχη ηρεμία. Όλα άρχιζαν να κοπάζουν. Η καρδιά χτυπούσε γλυκά, την άκουγε, σα να ‘θελε να κατασιγάσει τον τρόμο που ‘χε παγώσει στις φλέβες των χεριών του. Κι όμως τα πόδια, διψούσαν για προδοσία, κρατούσαν ένα τρεμούλιασμα κάτω από το σφιχτοδεμένο παντελόνι. Ανεπαίσθητα, μια σκιά, μια αρχέγονη ανασφάλεια, ένα μούδιασμα που ξύπνησε απρόσμενα από τον πιο φοβερό ύπνο του παιδικού του κρεβατιού, τον γέμισε. Ούτε πατέρας ούτε μάνα στο σπίτι, θυμήθηκε, ένα κλάμα που έβγαινε πικρό, έπεφτε πάνω στους τοίχους του άδειου του σπιτιού, και ερχόταν πάλι να πιέσει, να καταπνίξει το φόβο που αποφάσισε να φύγει. Τότε αντέδρασε και αποφάσισε να προχωρήσει προς τ’ απόκρημνα του δρόμου, που από κάτω έκρυβ’ ομορφιές, ένα ποτάμι μαύρο να κυλά στο σκοτάδι, κοιμισμένα ζώα, αέρηδες να κυνηγιούνται μεταξύ τους, δέντρα να γέρνουν, να πλέκουν τα κλαδιά τους.
Εκεί που σταματούσε η μεγάλη λοφοπλαγιά, σπαρμένη με ελιές που άλλαζαν χρώμα με την τροχιά του ήλιου, άρχιζε ένας ασβεστωμένος μαντρότοιχος. Οι πέτρες του παλιές, χοντρές και καλοσκαλισμένες. Έφτανε τα δύο στρέμματα ο κύκλος του. Στη μια μεριά, αρχοντικά στεκόντουσαν κάτι κυπαρίσσια που ξερνούσαν παχιά και πυκνή σκιά, όπως πρέπει στα δέντρα που σκιάζουνε θάνατο. Ένα πολύ μικρό μέρος του νεκροταφείου είχε δροσιά απ’ τα δέντρα, όλο το υπόλοιπο τοπίο το φώτιζε ο ήλιος. Σταυροί στιβαροί, άλλοι καμπυλόγραμμοι, πλάκες χαρακωμένες με ονόματα που δεν υπήρχαν πια στους ζωντανούς, καντήλια σε αποστάσεις αναμμένα σαν εχθρικά, στεφάνια από περασμένες κηδείες στις άκρες να μαραίνονται σε μια χάλκινη αποσύνθεση, άγγελοι γονυκλινείς με τα χέρια σε μια ατελεύτητη παράκληση. Οι τάφοι, η άσπρη πλάκα, το λειασμένο μάρμαρο, φυτεμένα όλα με τάξη, αναδείκνυαν το μεγαλείου του φωτός τη μέρα. Τα βράδια μπορούσες να καταλάβεις ποιοι ήταν οι λησμονημένοι, ποιοι φωτίζονταν με τις μικρές ασθενικές φωτιές τον καντηλιών και ποιοι αναστέναζαν βαριά μέσα από τους τάφους για την γρήγορη έλευση της λησμονιάς. Από κει ψηλά ο Παππούς, στις τελευταίες αναλαμπές της μέρας, διέκρινε δίπλα σε μια κατεστραμμένη μεριά του μαντρότοιχου, μια μπουλντόζα και ένα αγροτικό που φόρτωνε τα μπάζα. Τρεις μαύρες φιγούρες ετοιμάζονταν να φύγουν. Είχε τελειώσει το μεροκάματο. Το νεκροταφείο χρειαζόταν διεύρυνση. Έδωσαν στο διπλανό ιδιοκτήτη λεφτά απ’ την κοινότητα, και σε λιγότερο από μια εβδομάδα, εκεί που φυτεύονταν σπόροι για να ανθίσουν, θα φυτεύονταν άνθρωποι για να γίνουν ένα με το χώμα. Το σημάδι ξεκάθαρο, σκέφτηκε. Πάμε με τη σειρά μας ο καθένας στο διάολο! Θα σκάψουν τα κόκαλα τη γη και θα πεταχτούν έξω! Τόσο μικρός κατάντησε ο κόσμος…
Αργά κινήθηκε. Έκανε το γύρω του αγροτικού. Άπλωσε το χέρι και ακούμπησε με το δεξί του χέρι την καρότσα. Έσκυψε ελαφρά, και μετακίνησε ένα λιόπανο. Η μυρωδιά της πατημένης ελιάς του τσίμπησε τα ρουθούνια. Τα μάτια όμως είδαν. Το φτυάρι φάνηκε, με το σκληρό του ξύλο, το άκαμπτο σίδερο. Το αίμα στην άκρη της κοφτερής μύτης, τα κόκκινα αποτυπώματα στο ανοιχτόχρωμο ξύλο, που έκαιγε ακόμη, πολλές ώρες μετά. Και άπλωσε το χέρι να το αρπάξει. Δίστασε. Ένας ξεστρατισμένος αέρας, επίμονος και κρύος, τον χτύπησε στο σβέρκο. Γύρισε απότομα πίσω. Να δει τι γίνεται στην πλάτη του. Δυο στάλες παγωμένου ιδρώτα κυλούσαν τώρα στη μέση του. Άνοιξε κι άλλο τα μάτια, και φοβισμένα κοίταξε τριγύρω, χωρίς σκοπό. Οι θάμνοι σκιρτήσανε. Μια ουρά χώθηκε γρήγορα κοντά τους, σχεδόν έσκαψε το χώμα. Ένα σκυλί αλυχτούσε, και οι κουρούνες πάλι έκρωζαν. Ήταν η μια, με τα περίεργα μάτια. Επέστρεψε από το νεκροταφείο. Και τότε σήκωσε το φτυάρι, κοιτώντας την κουρούνα. Όμορφο πουλί, σκέφτηκε, και πόσο παρεξηγημένο! Όπως ακριβώς κι αυτός.
Πισωπάτησε. Έγειρε τόσο που να δώσει δύναμη στα χέρια του. Πέταξε με δύναμη το φτυάρι στο γκρεμό. Εκείνο σπινθήρισε πάνω σε τρεις βράχους πριν πέσει στην ανοιχτωσιά με τις φραγκοσυκιές. Ανάσαινε γρήγορα.
«Καλορίζικο!» φώναξε, χωρίς το ίχνος κάποιου δισταγμού.
Οι τρεις μαύρες φιγούρες κοίταξαν κατά το μέρος του, άκουσαν μια κραυγή αλλά δεν κατάλαβαν τι έγινε. Ο Παππούς τους είδε να μπαίνουν στο αγροτικό και να απομακρύνονται με αναμμένα τα φώτα. Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά.