Δευτέρα, Δεκεμβρίου 15, 2008



Η Κομψότητα του σκαντζόχοιρου
Μιριέλ Μπαρμπερί
Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες
Σελ. 374


Ανατομία της πολιτισμικής συνθήκης του σύγχρονου ανθρώπου


Ένα βιβλίο για τα φαινόμενα και το πώς αυτά (σε πείσμα όσων μνημονεύουν τη γνωστή παροιμία με μια υποψία στα μάτια) απατούν, και θα απατούν ακατάπαυστα. Μία προλετάρια θυρωρός που διαβάζει φαινομενολογία του Χούσερλ και μια δωδεκάχρονη που αφοπλίζει με τη δηκτικότητα και το βιτριολικό της χιούμορ, είναι οι δύο φωνές της Μπαρμπερί, που διογκώνουν τα πάντα, τα επικαλύπτουν με μια γκροτέσκα ματιά, τα ροκανίζουν με μια ανεπιτήδευτη απλότητα, και μας τα επιστρέφουν χωρίς περιτυλίγματα. Πολλοί έσπευσαν να χαρακτηρίσουν την «Κομψότητα του σκαντζόχοιρου» μια πιο σοφιστικέ εκδοχή του Αλχημιστή, του Πάολο Κοέλιο! Μάλλον έπεσαν στη μεγάλη τρύπα της επιφανειακής ανάγνωσης που επιδέχεται το βιβλίο, και που η Μπαρμπερί φροντίζει να ανατροφοδοτεί με μικρές ποιητικές εξάρσεις, όπως ακριβώς ένας κυνηγός θα επικάλυπτε με χορτάρια τις παγίδες του, για να μαγκώσει κάποιο θήραμα.

Η Μπαρμπερί ενδιαφέρεται για την πολιτιστική συνθήκη του σύγχρονου ανθρώπου, και φαίνεται να πιστεύει στο «συμβάν», για την ακρίβεια στην ελπίδα του συμβάντος, μια κίνηση μέσα στον κόσμο που είναι ικανή να φανερώσει για λίγο την ουσία, και να επιστρέψει στο αχανές της απεραντοσύνης. Με μαρξιστικούς όρους, μάλλον θα έπρεπε να θυμηθούμε τον Αλέν Μπαντιού, το «πολιτικό συμβάν» και τον μετασχηματισμό των μεγάλων απαιτήσεων, σε μικρές, πλην σταθερές, ρηγματώσεις απέναντι στον κομφορμισμό. Μια συνθήκη που η Μπαρμπερί την εγγράφει λογοτεχνικά μέσα σε μια συγκινητική ατμόσφαιρα ενός μικροαστικού περιβάλλοντος, στο οποίο συνωθούνται το τέλμα και η ελπίδα. Αναβλύζει η αγάπη για την απλότητα του Ωραίου, και η ειλικρινής κατανόηση απέναντι στα αδιέξοδα που ο πολιτισμός δεν μπορεί πλέον να τιθασεύσει, γιατί αυτά έχουν πάρει τα γκέμια και οδηγούν τα πράγματα…

Τι φοβίζει σήμερα τον άνθρωπο μιας καταναλωτικής κοινωνίας; Η Μπαρμπερί είναι τολμηρή και αποκαλυπτική. «Μήπως είμαστε, λοιπόν, πολιτισμοί τόσο ροκανισμένοι από το κενό ώστε ζούμε μόνο μέσα στην αγωνία της έλλειψης; Μήπως δεν απολαμβάνουμε τα αγαθά ή τις αισθήσεις μας παρά μόνο, αν είμαστε σίγουροι πως θα έχουμε κι άλλα;». Τι τον φοβίζει τον καταναλωτή (η μόνη ιδιότητα για την οποία όλοι ομνύουν ότι εξυπηρετούν μέχρι κεραίας!) λοιπόν, επανέρχεται αμείλικτο το ερώτημα. Η προοπτική της απώλειας πραγμάτων που ποτέ δεν εκτιμήθηκαν από την ασίγαστη πλεονεξία και ματαιοδοξία. Μια νεφελώδης πρόοδος, ένα ωστικό κύμα προς τα μπρος, το οποίο οι κοινωνίες δεν αναστοχάζονται, ένα ανεξέλεγκτο κενό, που δε παραπέμπει παρά μόνο στον εαυτό του.


Σαρκαστικό, αθεράπευτα ρομαντικό, λίγες φορές εξεζητημένα επικριτικό, αλλά κυρίως θεραπευτικά μελαγχολικό! Όλοι θα πάρουμε κάτι από την «Κομψότητα του σκαντζόχοιρου», ακόμη κι αν μερικοί κλείσουν το βιβλίο, αποκομίζοντας μόνο από την ανάγνωσή του, κάποιο καρφί στο κεφάλι τους…

Τετάρτη, Οκτωβρίου 29, 2008

Οι Ελάσσονες
Διήγημα

Ο Νέος μπήκε στο γραφείο, με ένα μήλο καρφωμένο στο στόμα. Είδε τον Ανεξάρητο, πίσω από το γραφείο, να τον κοιτά βλοσυρά, περιστρέφοντας ένα χαρτοκόπτη στα δάχτυλά του.
«Ωραίος στόχος έγινες!» του είπε μειδιώντας.
(Η ώρα ήταν μία μετά τα μεσάνυχτα. Τηρουμένων των αναλογιών, υπήρχε ησυχία).
Για μια στιγμή σκέφτηκε, ότι μπορεί και να το εννοούσε. Τον θεωρούσε άλλωστε σαλεμένο τύπο, ένα απίστευτο πηγάδι ανάδευσης ψυχοπαθολογικών αγκυλώσεων. Πολύ πιο απλά, η βίδα είχε λασκάρει αλμπάνικα. Είδε το στόμα του να σπάει, με εκείνη την επίδειξη ανωτερότητας που διέκρινε τον καραφλό μπάτσο ( τον Ανεξάρητο), και βγάζοντας το καπέλο του, έκατσε, στο ακριβώς απέναντι γραφείο. Δίπλα στη πόρτα. Σε αμυντική σχεδόν στάση.
«Που το βρήκες ρε;» τον ρώτησε.
«Στο ψυγείο, που θες να το βρήκα» του απάντησε ο Νέος βαριεστημένα, ψάχνοντας κάποια χαρτιά, αλλά στην ουσία προσπάθησε να ξεφύγει, με αξιοζήλευτη ελαφρότητα, από μια ακόμη συζήτηση που θα κατέληγε σε φιάσκο. Έτρεμε κατά βάθος, αλλά δημοσίως δεν ήθελε να αποτελεί μόνο τον ευαίσθητο κορμό ενός μικρού φυτού, ένα μαλθακό κοτσάνι, μέσα σε ολόκληρο το σώμα. Ένας ακόμα ψαρωμένος χέστης.
«Εν ώρα υπηρεσίας δε τρώμε, δε σου το έμαθαν στην κωλοακαδημία που πήγες!» είπε με σφιγμένα χείλια, γέρνοντας απειλητικά μπροστά ο καραφλός μπάτσος. Τελείως κοροϊδευτικά.
«Έλα μωρέ, άσε το παιδί…» πετάχτηκε μέσα από τους φακέλους της βιβλιοθήκης ο Παλιός, κάνοντας ταυτόχρονα ένα νεύμα στο Νέο, ότι και καλά δεν έγινε τίποτα. Και έτσι ήταν. Ο Παλιός είχε βρει τον τρόπο, με ένα χιούμορ της συμφοράς, να επαναφέρει τις ισορροπίες, όποτε αυτές κινδύνευαν. Το πρόσωπο του Ανεξάρτητου, είχε μονίμως ένα στεγνό χαμόγελο, προκλητικά απαθές, είτε έβλεπε ντοκιμαντέρ, είτε ένα στυγερό φόνο. Συνεπώς δε μπορούσε κανείς να ξέρει πότε σοβαρολογούσε και πότε έκανε την πλάκα του. Όποτε προδιδόταν κάποιο συναίσθημα, υπεύθυνα ήταν τα μάτια και τα φρύδια του – μεγάλα σαν μάλλινες σκεπές πάνω από τα ανύπαρκτα βλέφαρα.
Ο καραφλός μπάτσος έσυρε προς τα έξω το τελευταίο συρτάρι του γραφείου του, και στη συνέχεια άφησε πάνω του ένα μισό μπουκάλι ουίσκι και ένα πλαστικό ποτήρι. Κοίταξε μέσα από το μπουκάλι την παραμορφωμένη φάτσα του Νέου, που έδειχνε εκτός από φοβισμένος και γελοίος. Γέλασε και πάλι μόνος του.
Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή ο Ανεξάρτητος ήταν ήρεμος και μάλλον ψιλοβαριόταν. Προερχόταν από ξένοιαστο σαββατοκύριακο, και έδειχνε ήπιο το ηφαίστειο που συνήθως σιγόβραζε μέσα του. Σήμερα ήρθε για υπηρεσία στις οκτώ το βράδυ, και θα έκανε νυχτερινή βάρδια, όπως όλοι. Στη διάρκεια της απουσίας του, ο Παλιός, αυτός ο ψιλόλιγνος σαρανταπεντάρης με λίγα μαλλιά και γυαλιά μυωπίας, είχε διαφωτίσει το Νέο σχετικά με τις απρόσμενες εκρήξεις του Ανεξάρητου, που ήταν σχετικά νέος στο τμήμα, αλλά είχε γρήγορη ανέλιξη. Ρωτώντας πηγαδάκια και φρεάτια δεν έβγαλε άκρη. Όσοι του απάντησαν, του είπαν ένα ξερό «επιλογή άνωθεν» και τέρμα. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι είχε έρθει στο τμήμα με μετάταξη, ύστερα από ένα οκτάμηνο που βρισκόταν σε διαθεσιμότητα.
Μεσολάβησαν λίγα δευτερόλεπτα σιωπής. Ο Ανεξάρτητος πήρε το τηλεκοντρόλ στο χέρι, και άρχιζε να ψάχνει στην τηλεόραση για ένα πρόγραμμα που να τον ικανοποιούσε. Σταδιακά η ταχύτητα με την οποία άλλαζε τα κανάλια ανέβαινε. Η οθόνη γέμισε από απροσδιόριστα στοπ καρέ, που άλλαζαν με μια συνεχή ροή, και ενώ μεσολαβούσε μεταξύ τους ένα μαύρο φόντο. Τελικά, αφού δε βρήκε κάτι που να τον ικανοποιεί, πλάκωσε το τηλεκοντρόλ με την παλάμη του δεξιού του χεριού, με μια κίνηση δυνατή πάνω στο κόντρα πλακέ του γραφείου του, που συντάραξε τους δύο συναδέλφους του. Σαν να μην έκανε απολύτως τίποτα, έριξε ένα βιαστικό ξεφύλλισμα στο Playboy, που έχασκε δίπλα του ανοιχτό. Το είχε ξεκοκαλίσει. Δίστασε στην όγδοη φορά…
Τον κοίταξαν για λίγο, και επέστρεψαν στις δουλειές τους αμίλητοι. Ο Παλιός στην αρχειοθέτηση, και το ψάρι, ο Νέος, στα απλωμένα χαρτιά πάνω στο γραφείο του.
«Μα δε βλέπει κανείς τσόντα σε αυτή τη χώρα πλέον!» αγανάκτησε, ξεφυσώντας και αρχίζοντας γελάκια. Πράγμα που ήταν προάγγελος μιας νέας προσπάθειας του να πειράξει το νέο. «Για αυτό έχουμε γεμίσει πουστάρες αδελφές» βαυκαλίστηκε κουνώντας το κεφάλι του, για την τραγική διαπίστωσή του, στρέφοντας παράλληλα το βλέμμα του προς τον νεαρό αστυνομικό.
«Ε, ψιτ… Νέε!» σήκωσε τον τόνο της φωνής του.
«Τι έγινε» ρώτησε ο είκοσι δύο ετών αστυνομικός, ένας ξανθός συνεσταλμένος με μια απορία στα μάτια, σαν να έλεγε δε με παρατάς στην ησυχία μου.
«Δε μου λες ρε, γαμάς καθόλου, ή τσάμπα τα φοράς τα γαλόνια;»
Ο Παλιός βλεφάρισε προς το μέρος του, και αμέσως μετά προς το μέρος του μικρού. Ο τελευταίος δίστασε.
«Αυτά… πώς να το πω… είναι προσωπικά θέματα…» απάντησε βγάζοντας δύο κόκκινες κηλίδες στα μάγουλα ο νέος, χωρίς γέλιο όμως, μάλλον ενοχλημένος που αναγκάστηκε να απαντήσει έστω και έτσι. Σοβάρεψε και είπε «άσε με τώρα, έχω δουλειά…»
«Τι είναι αυτά ρε! Σαν κάτι κυράτσες κάνεις στη τηλεόραση…Απλό είναι ρε το θέμα, τον καρφώνεις σε καμιά τσουλίτσα ή όχι;» φώναξε ειρωνικά κουνώντας το χέρι. «Μπας κι είσαι και συ αδελφή, έτσι… τρυφερούδι που είσαι, δε θα σου… κακόπεφτα…» είπε κουνώντας τα φρύδια, και ξύνοντας το καβάλο του, έτσι όπως καθόταν με τις αρίδες του απλωμένες στο γραφείο.
Ο Νέος τον κοίταξε τόσο άγρια, με τα σαγόνια του να τρίβονται, αλλά κατέπνιξε το θυμό του. Προσπάθησε να δώσει τέρμα στη συζήτηση, μέσω της σιωπηλής του περιφρόνησης. Μα δε καταλαβαίνει ότι κανείς δε γουστάρει να συναναστρέφεται μαζί του αναρωτήθηκε, και άρχισε να πιέζει περισσότερο το στυλό πάνω σε ένα έγγραφο της υπηρεσίας. Έβγαλε εκεί την πρώτη έκρηξη του. Αθόρυβα.
Ο Ανεξάρητος καταλαβαίνοντας ότι το είχε ξηλώσει, έξυσε το κεφάλι με τα ακροδάχτυλα, και κοίταξε τον Παλιό, ο οποίος του είπε με ένα σαφέστατο νεύμα ότι το παράκανε. Άλλωστε δεν είχε πολύ όρεξη για χαβαλέ. Επιπλέον, τα έντερά του τον ειδοποιούσαν ότι αργά η γρήγορα θα έπρεπε να τα ξεφρακάρει. «Οκέι, εντάξει σταματάω…»Σήκωσε ψηλά τα χέρια, σε μια ψεύτικη κίνηση αποδοχής. «Κανείς δεν έχει χιούμορ σ’ αυτό τον στάβλο τελικά»…
Σηκώθηκε βαριεστημένα, έβγαλε το πουκάμισό του έξω από το παντελόνι, αφήνοντας να αναπνεύσει τελείως η τεράστια κοιλιά του. Δεν ήταν πλαδαρός. Η κοιλιά του ήταν σίδερο και οι πλάτες του τεράστιες. Ο Παλιός ήξερε ότι είχε κάνει παλιότερα και άρση βαρών. Κατευθύνθηκε προς την πόρτα, με τα χέρια στο φερμουάρ, σχηματίζοντας έναν ρόμβο με τα δυο του πόδια, σε μια στιγμή που κοντοστάθηκε. «Πάω για ένα πουτσοκάτουρο!» είπε και γυρνώντας και πάλι προς τους συναδέλφους του τόνισε «δε θα αργήσω»...
Πριν κλείσει την πόρτα, τους έκλασε κανονικά στα μούτρα, ενώ θα μπορούσε να κρατήσει το αέριο μέχρι το μπάνιο. «Αχχχ!» ανακουφίστηκε. Απερίγραπτη μπόχα. Μηδενική ευγένεια.
«Άντε στο διάολο μαλάκα, στο βόθρο σου»… είπε χαμηλόφωνα ο Νέος, όταν πλέον η πόρτα είχε κλείσει και τα βήματα ακούστηκαν μακρινά στον άδειο διάδρομο του τμήματος.
«Θα το συνηθίσεις» είπε ο Παλιός πίσω από ένα φάκελο, που τοποθετούσε στα αρχεία. «Κοίτα τη δουλειά σου κι άσε τον να λαλάει…»
Δε θα περίμενε κανείς άλλη απάντηση από τον Παλιό. Ήταν οικογενειάρχης, με δύο μικρά παιδιά, και γενικώς φιλήσυχος άνθρωπος. Ο Νέος τον οίκτιρε από μέσα του, αλλά βρισκόταν στην ίδια ακριβώς κατάσταση με τον άντρα απέναντί του, δε μπορούσε να κάνει τίποτα. Τουλάχιστον αυτός φοβόταν στα είκοσι δύο. Δε μπορούσε να σηκώσει κεφάλι από τόσο νωρίς, γιατί μπορούσε κάποιος να τον βάλει στο μάτι.
Τα αρχεία της αστυνομίας, τα εσωτερικά, ανοίγουν επιλεκτικά. Και η κακή φήμη, η έγγραφη, ανεξάρτητα από το λόγο δημιουργίας της, προκαλεί τριβές και προκαταλήψεις. Είναι ο λεγόμενος πρότερος επαγγελματικός βίος.

¨

Το γραφείο στο οποίο ξεκουράζονταν ο Παλιός, ο Νέος, και ο Ανεξάρτητος, ήταν ένα συνηθισμένο γραφείο. Άσπροι τοίχοι, συμβατικά γραφεία, και ένας πολιτικός χάρτης της χώρας, που μονίμως κρεμόταν στραβά. Όταν έμπαινε κανείς στο γραφείο, έβλεπε τον χάρτη, και η κλίση που είχε, οδηγούσε τα μάτια στο σπασμένο παράθυρο που δεν επισκευαζόταν επίτηδες, γιατί ούτως η άλλως κάποιος θα το ράγιζε στην επόμενη επίθεση σε βάρος του τμήματος.
Το πολύπαθο αστυνομικό τμήμα βρισκόταν στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο παμπάλαιες πολυκατοικίες, σε ένα πολύ κεντρικό σημείο της πόλης. Όποτε ξεσπούσαν ταραχές στο κέντρο, και έπρεπε οι διαδηλώσεις να διασπαστούν, το συγκεκριμένο τμήμα πλήρωνε τα σπασμένα, γιατί βρισκόταν σε ένα δρόμο πολύ στενό, στον οποίο δεν χωρούσαν ούτε τα περιπολικά. Άλλοι συνάδελφοι τους, άλλων αστυνομικών τμημάτων χαρακτήριζαν όσους δούλευαν εκεί «αποκλεισμένους». Το χτυπούσαν με κάθε ευκαιρία οι «γνωστοί άγνωστοι» των δρόμων. Ακόμη και για την ανθρωπιστική κρίση στο Νταρφούρ το χτύπησαν, όπως ενημέρωνε κάποτε μια προχειροφτιαγμένη προκήρυξη (κάποιος αστυνόμος αναρωτήθηκε μετέπειτα τι σκατά είναι το Νταρφούρ, και όταν πείστηκε ότι δεν είναι μάρκα τυριού, ρώτησε τον Παλιό που ήξερε γεωγραφία και διαφωτίστηκε).
Έπεφταν μολότοφ στο πεζοδρόμιο, και κοτρόνες στα χαμηλά παράθυρα. Καπνός και ταραχή. Κανείς δε μπορούσε να αντιδράσει. Ήξεραν τι τους περίμενε, αλλά πάντα το μόνο που μπορούσαν να κάνουν, ήταν να ελπίζουν στην γρήγορη κατανάλωση των πυρομαχικών από πλευράς διαδηλωτών. Μια φορά ένας φρουρός πήγε να καεί ζωντανός μέσα σε ένα φυλάκιο, που δεν ήταν ικανό να προστατεύσει ούτε καναρίνι. Την επομένη η μάνα του βγήκε σε ένα δελτίο ειδήσεων παρέα με έναν συνδικαλιστή και έκραξε την ηγεσία της Αστυνομίας, που δε προστάτευε τα μέλη της.
Οι κάτοικοι στις γύρω πολυκατοικίες είχαν πάρει χαμπάρι τι συνέβαινε, και είχαν στήσει στα παράθυρά τους, μεγάλες σιδεριές, σαν προστατευτικά. Κανείς από το τμήμα δεν σκέφτηκε να κάνει το ίδιο. Ο διευθυντής έλεγε με ένα αξιοζήλευτο, όσο και άκαμπτο σθένος: «Εμείς είμαστε εξουσία ρε, τι να τα κάνουμε τα σίδερα;» Και ύστερα έπαιρνε τηλέφωνο στα κεντρικά να στείλουν μάστορες για τις ζημιές.
Εκείνο το πρωί ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος, με εξαίρεση τρία μαύρα σύννεφα, που κουνιόνταν απειλητικά πάνω από τις συνοικίες της πόλης, μέχρι να αποφασίσουν ποιο ακριβώς σημείο θα κατέβρεχαν. Κατά τις έντεκα και τέταρτο, ο Ανεξάρτητος πέρασε το κατώφλι του τμήματος, με το νέο αστυφύλακα που καθόταν στο φυλάκιο, να τον κοιτά παράξενα. Βλέποντας ότι το βλέμμα του ψάρακα τον ακολούθησε από τη στιγμή που πάρκαρε το παπάκι του, μέχρι τη στιγμή που περνούσε τη μεγάλη πύλη του κτηρίου, αποφάσισε να σταματήσει μια στιγμή. Γύρισε με ένα φοβερό ύφος, και γρύλισε «Τι κοιτά ρε σπυριάρη!» αλλά μετά, αντιλαμβανόμενος ότι η φωνή του ακούστηκε με αντίλαλο στη μεγάλη σκάλα του τμήματος, γλύκανε «Πρώτη φορά βλέπεις άνθρωπο να γυμνάζει το σώμα του;» Το αναρωτήθηκε αυτό με ένα υποτυπώδες χαμόγελο, αμφίσημο. Σήκωσε το δεξί του χέρι και χαιρέτησε το νέο με ένα τρόπο που ο τελευταίος δεν κατάλαβε και πολύ καλά, προτάσσοντας το δεξί χέρι στο ύψος του θώρακά του. Με τα δάχτυλα ενωμένα και την παλάμη ελαφρώς ανιούσα. Σε περίπτωση που τα άνοιγε, θα ήταν σαν να τον μούτζωνε.
Ο νέος έμεινε με το στόμα ανοιχτό, να κοιτάει τον Ανεξάρτητο που ανέβαινε δύο δύο τα σκαλιά, σείοντας τη σκάλα που ήταν συνομίλικη με το τμήμα, σαράντα επτά ετών. Οι αρουραίοι είχαν πιο καθαρές τρύπες απ’ ότι το κτήριο της Ασφάλειας. Ο καραφλός φορούσε σπορτέξ παπούτσια, με ένα φούτερ, που το κοσμούσαν ρόμβοι σε πολλούς χρωματισμούς. Το περίεργο ήταν ότι φορούσε το υφασμάτινο παντελόνι της υπηρεσίας, αλλά και το ανάλογο καπέλο. Το σύνολο συμπλήρωνε ένα τζιν μπουφάν, με τρεις κονκάρδες στη δεξιά μπροστινή τσέπη, και φυσικά το μαύρο γυαλί ηλίου. Ο καραφλός είχε ένα κόκκινο λαιμό και μεγάλες κηλίδες ιδρώτα κάτω από τις μασχάλες. Είχε πάει αξημέρωτα γυμναστήριο, και μάλλον ήθελε να συνδυάσει και της δουλειές που είχε κείνο το πρωί. Τη δουλειά του στο τμήμα, και τη δουλειά του στο διάδρομο και τα βαράκια. Μετά την κάπως απροσδόκητη επισήμανση του Ανεξάρτητου, ο νέος ίσιωσε το καπέλο στο κεφάλι του και ξαναμπήκε στο φυλάκιο, μουρμουρίζοντας ότι δεν ήταν και τόσο άσχημη η ενδυματολογική επιλογή τελικά.
Όταν βρέθηκε στο διάδρομο που οδηγούσε στο γραφείο του, στάθηκε και αφουγκράστηκε τη σιωπή. Πήρε ανάσες. Που είχαν πάει όλοι; Σήμερα εξαφανίστηκαν που ήθελε να την κάνει; Σήμερα που ήθελε να πάει για ιππασία; Κατευθύνθηκε προς τα κει, περνώντας από άλλα γραφεία, των οποίων οι πόρτες ήταν ορθάνοιχτες. Άλλος κοιμόταν με τα χέρια πάνω στο γραφείο, άλλος σήκωνε το φλιτζάνι του καφέ με πρησμένα μάτια, κι άλλος αναπαυτικά ξεφύλλιζε τους 4 Τροχούς. Δε μίλησε σε κανέναν, ως συνήθως. Όσοι τον κοιτούσαν και είχε διάθεση να απαντήσει, ένευε κάπως ακατανόητα, και το έκανε λες και το γειά του ήταν χρυσάφι. Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα της τουαλέτας (κοινή για τους πολλούς άνδρες και τις λίγες γυναίκες και λίγα μέτρα από το δικό του γραφείο) και ξεπετάχτηκε με μια χαρτοπετσέτα στα χέρια η Μόνιμη.
Μόλις τον είδε, ίσιωσε το πουκάμισό της, και σηκώνοντας το κεφάλι ώστε να επιδεικνύει την καλοφτιαγμένη φράντζα της, συνέχισε να περπατά πάνω στις γόβες της σαν βάρκα που την έδερναν τα κύματα. «Καλημέρα μωρό μου!» είπε με σουφρωμένα χείλη στον Ανεξάρτητο, και τον προσπέρασε ρίχνοντας κλεφτές ματιές πάνω από τον ώμο της. Ο καραφλός μπήκε στο παιχνίδι, όπως γινόταν καιρό τώρα, και κούνησε τα αυτιά του επιδεικτικά όπως οι σκύλοι. «Γεια σου και σένα!» είπε και πριν ανοίξει την πόρτα του γραφείου του, έβγαλε τη γλώσσα έξω και έκανε μια κίνηση απαίσια, όπως όταν ήτανε έτοιμος να ξεράσει πάνω από τον μπιντέ, μετά από νυχτερινή κραιπάλη.
Ξεφύσηξε δυνατά γιατί τη γλίτωσε φθηνά. Θα μπορούσε να τον κολλήσει στον τοίχο και να του τσαμπουνάει διάφορες αηδίες. Το είχε κάνει και στο παρελθόν με μεγάλη επιτυχία. Σήμερα όμως δε θα μπορούσε να μπει μετά στο γραφείο του και να κατσικωθεί για ώρες απέναντι του, και να τον ρωτά αν αγαπά την Τέχνη και τα Γράμματα. Σήμερα ο Ανεξάρητος θα έφευγε (ήδη ένιωθε στα χέρια του την χαίτη του αλόγου), παρά το γεγονός ότι ήρθε κάπως αργοπορημένος. Όλο αυτό το παιχνιδάκι δεν τον ικανοποιούσε πλήρως, το θεωρούσε όμως μια ακόμη υποχρέωση, αναντίρρητη, που εντασσόταν στις τεράστιες αρμοδιότητές του, ως αρσενικού. «Πρέπει να ευχαριστούμε τις γυναίκες! Τουλάχιστον με τα λόγια όταν δε το επιτρέπει η κατάστασή τους!» είχε πει στον Παλιό μια μέρα, όταν τον ρώτησε σχετικά με τη Μόνιμη, γιατί την άκουσε που έλεγε από δω και από κει, τελείως ανυπόστατα, ότι ήταν σύντροφός της. Εκείνο το σχόλιο του Ανεξάρτητου, το κάπως καυστικό μέσα στη μεγαλομανία του, η Μόνιμη δε το είχε ακούσει. Αν το άκουγε πιθανότατα θα απογοητευόταν, αλλά πάλι θα μπορούσε να πει ότι αυτά τα έλεγε για όλες τις περιπτώσεις πλην της δικής της, για να μπορεί να συνεχίζει απτόητη το στενό μαρκάρισμα. «Κοίτα αν έχω καιρό να αδειάσω το… ντεπόζιτο ίσως, με δύο τρία ουίσκι παραπάνω και ένα… DVD με την Πάμελα να παίζει, μπορεί και να έκανα το ψυχικό» είχε πει μια άλλη μέρα στον Παλιό ο Ανεξάρτητος, όταν εκείνος τον ψάρευε με γαλιφιές, που δεν περιγράφονται. Το τελευταίο σχόλιο η Μόνιμη το είχε ακούσει όμως. Από τον Παλιό. Της το μετέφερε πάραυτα. Ο Παλιός θα έπρεπε να ήταν κατάσκοπος στον Ψυχρό Πόλεμο. Κάλλιστα. Ο τρόπος με τον οποίο κολλούσαν πάνω του οι πληροφορίες και η επιδεξιότητα με την οποία τις διαχειριζόταν, ήταν μεγάλη μαστοριά.
Η Μόνιμη ήταν μια πενηντάρα στο νερό, με ακαταμάχητες τάσεις προς τον παλιμπαιδισμό. Το δέρμα της είχε το σκούρο καφέ της σοκολάτας, σε μια αποτυχημένη πάντως εκδοχή – άγνωστο, στην προκειμένη περίπτωση, αν το σολάριουμ αποτύγχανε ή το δέρμα άρχιζε να σαπίζει, και να φεύγουν δερμάτινες ξερές κρούστες από δω και από κει. Ντυνόταν σαν πιπίνι, και στα μαύρα ίσια μαλλιά της (πάντα περιποιημένα), είχε κοτσάρει μια φούξια ανταύγια, την οποία πετούσε στον αέρα και μιλούσε με χαμηλή, αργόσυρτη και σεξουλιάρικη φωνή. Που και που συμπλήρωνε την εικόνα της με μια τσίχλα. Φράουλα ήταν, και αυτό το καταλάβαινε όποιος της μιλούσε και εκείνη του απαντούσε. Τα κόκαλά της, μόλις που καλύπτονταν από το δέρμα της, ενώ τα γυαλιά με τον κόκκινο σκελετό που φορούσε, αναδείκνυαν ακόμη περισσότερο τα κόκαλα στα μάγουλα και το σαγόνι, που κόντευαν να γίνουν ατροφικά. Σκελετός με μακιγιάζ εν ολίγοις. Το έντονο κραγιόν που συνήθως φορούσε, χανόταν μέσα στις χαράδρες των ζαρωμένων χειλιών της.
Η Μόνιμη δούλευε στο τμήμα των ταυτοτήτων, αλλά έχαιρε της εκτίμησης όλου του τμήματος. Είχε άπειρες διασυνδέσεις και όλοι τη φώναζαν «Η αποτελεσματική γραφειοκράτισσα». Οι κατά καιρούς διευθυντές τις έκαναν τεμενάδες, ενώ οι συνδικαλιστές τη θεωρούσαν φίλη στους εσωτερικούς ανταγωνισμούς. Εθρυλείτο ότι υπήρξε η πρώτη παλακίδα, του πρώτου διευθυντή του τμήματος. Επίσης είχε ένα σκυλάκι τσιουάουα, που το έφερνε στο τμήμα, και το έχωνε μέσα σε ένα ψαθί, μέχρι την ώρα που έφευγε. Μια μέρα το έδωσε στον Ανεξάρτητο να το πάρει αγκαλιά, αλλά εκείνος το έπιασε ανάποδα από τα πόδια, όπως τους λαγούς από τα αυτιά, και ρώτησε αν τρώγεται. Έτσι η Μόνιμη κατάλαβε ότι η αγάπη που είχε για τα ζώα, ήταν ένα χαρακτηριστικό που θα μπορούσε να διαταράξει της σχέση της με τον Ανεξάρτητο, όποτε αυτή κι αν επισημοποιούταν.
Μπαίνοντας στο γραφείο του, όπως ο καθένας θα έμπαινε στο σπίτι του, ο Ανεξάρτητος αντίκρισε ένα θέαμα που τον ξάφνιασε. Ένα μικρό παιδάκι καθόταν στο γραφείο του Παλιού. Ήταν τόσο μικρό, που τα πόδια του δεν έφταναν στο πάτωμα. Όμως είχε γραπώσει με τα δύο κατάλευκα χέρια του ένα Game Boy, και το κουνούσε πέρα δώθε, γουρλώνοντας τα μάτια και πατώντας τόσο δυνατά τα κουμπιά, που νόμιζες ότι σε λίγο θα πεταγόντουσαν από τη θέση τους. Ήταν ένα αγόρι στην ηλικία του δημοτικού, μικροκαμωμένο, μέσα σε μια φόρμα, καστανό, με εντυπωσιακά φρύδια. Το ζελέ στα μαλλιά του ήταν περισσότερο από τις τρίχες. Εξείχε θριαμβευτικά πάνω από το μέτωπο ένα τσουλούφι, που έμοιαζε με κύμα. Είχε αφήσει τη τσάντα του πάνω στο γραφείο, ενώ λίγο πιο δίπλα βρισκόταν ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς με τυρί και μορταδέλα. «Fuck, Fuck!» τσίριζε με σφιχτά δόντια. Είχε απορροφηθεί και το πρόσωπό του έπαιρνε μια σκληρή μορφή. Το παιχνίδι μάλλον δεν ανταποκρινόταν στις προσδοκίες των δικών του ικανοτήτων. Φυσικά είχε γραμμένο τον Ανεξάρτητο, η μήπως όχι…
Ο Ανεξάρτητος περνώντας από μπροστά του, νυχοπατώντας καλύτερα, άπλωσε το χέρι και πήρε το σάντουιτς. Το άρπαξε. Ήθελε να δει αν ο μικρός ήταν σε θέση να αντιδράσει που κάποιος του πήρε το φαγητό, η είχε αποβλακωθεί τελείως, από τόσο νωρίς.
«Μη νομίζεις ότι δε σε είδα φιλαράκι!» είπε χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από το παιχνίδι του.
Ο Ανεξάρτητος ξαφνιάστηκε για μια ακόμη φορά, με την περίεργη στάση του μικρού. Και τον τρόπο με τον οποίο του απευθύνθηκε.
«Τι είπες;» ρώτησε τσαλακώνοντας το πρόσωπο του με απορία.
«Κοίτα, τώρα που χόρτασα, μπορείς να το φας»…
Ο καραφλός μπάτσος χαμογέλασε, πιθανόν και να σκέφτηκε ότι τα φαινόμενα απατούν, και ότι το παιδάκι ήταν ευγενικό κατά βάθος. Όπως οφείλουν να είναι όλα τα παιδάκια.
«Το άφησα όταν είδα μια μύγα πατικωμένη ανάμεσα στο ψωμί και το τυρί. Ήταν μπλιάχχ…» είπε με φυσικότητα ο μικρός, και έστριψε εντυπωσιακά προς τα δεξιά με το Game Boy. Κάτι, κάποιος θα έστριψε προφανώς και μέσα στο παιχνίδι που του ρουφούσε τα μάτια.
Ο Ανεξάρτητος ένιωσε μια αναγούλα. Έβγαλε τη μπουκιά από το στόμα και την κοιτούσε με αηδία.
«Αλλά μην αγχώνεσαι! Η κοιλιά σου είναι τόσο μεγάλη που δε θα το καταλάβεις…» γέλασε ο μικρός με θράσος, σηκώνοντας επίτηδες τους ώμους του.
Δεν ήθελε και πολύ ο καραφλός. Το αίμα του ανέβαινε σταδιακά στο κεφάλι, και την έβλεπες την κοκκινίλα, που κατέκλυζε το πρόσωπο. Τα μάτια έγιναν δυο σχισμές, και τα αυτιά του κουνιόντουσαν τόσο τρεμουλιαστά, που σε λίγο θα ανέδιδαν καυτό καπνό. Με μια φωνή, που στην αρχή ήταν άτονη, ανατριχιαστική, και στη συνέχεια βγήκε από το ορθάνοιχτο στόμα, όπως το νερό από τη μάνικα του πυροσβέστη, με τέτοια σφοδρότητα, συνταράζοντας την νωθρότητα του γραφείου, ο Ανεξάρτητος άρχισε επιτέλους τις ερωτήσεις.
«Τι είσαι; Ποιος σε έφερε εδώ, μικρή και θλιβερή κουράδα;»
Το παιδί ανασκουμπώθηκε, και με την άκρη του ματιού, κοίταξε τον καραφλό άνδρα που έσφιγγε τις γροθιές. Τα σπορτέξ του έτρεμαν. Ο θυμός είχε φτάσει μέχρι τα κάτω άκρα. Το θέμα είχε ξεφύγει. Το παιχνίδι χόντρυνε.
Ο Ανεξάρτητος πλησίασε τον μικρό, έβαλε τα χέρια του πάνω στο γραφείο, και έσκυψε από πάνω του, καλύπτοντάς τον με μια σκιά, τόσο φοβερή, που ο μπόμπιρας τα έχασε.
«Τι στο διάολο κάνεις εδώ μέσα, μικρή μύξα του κερατά;» ρώτησε πιάνοντας τη μύτη του μικρού. Όχι δυνατά πάντως. Απαιτητικά παρόλα αυτά.
Αυτό ήταν. Το παιδί βούρκωσε, και κατέβασε το στόμα του στο σαγόνι. Εκείνη τη στιγμή, είχε ένα τέτοιο φόβο, και μια τέτοια έκπληξη, λες και είχε δει τριανταπέντε διαφορετικά είδη φαντασμάτων.
«Θα μου πεις; Διαφορετικά θα αναγκαστώ να σε καταπιώ σα μια μικρή και ασήμαντη μύγα…» είπε χαμογελώντας. Τα δόντια του άστραψαν.
Δευτερόλεπτα σιωπής και αμηχανίας μεσολάβησαν. Ύστερα το παιδί έβαλε μια τσιρίδα, που έκανε το τζάμι του παραθύρου να τρίξει. Μετά έριξε και ένα κλάμα, και στη συνέχεια έπιασε τα μαλλιά του και φώναξε.
«Άσε με να φύγω! Μπαμπά που είσαι; Έλα να με πάρεις από δω!»
Μπαμπά; Τι ζητάει τέτοια ώρα το μικρό, αναρωτήθηκε ο Ανεξάρτητος. Τι να τον αφήσω, λες και τον πόνεσα κάνει. Ο μικρός είναι μεγάλο μούτρο, θεατρίνος του κερατά. Το κλάμα ήταν φτιαχτό για να γλιτώσει τις συνέπειες του θράσους του. Αυτά σκέφτηκε αστραπιαία ο Ανεξάρτητος. Δεν ήταν όμως κάτι που τον έβαλε σε πιο βαθιές σκέψεις. Δε το συνήθιζε ούτως ή άλλως. Πέρασαν άλλωστε πολλά από το μυαλό του. Πιθανότατα το παιδί είχε εξαφανιστεί, και το είχαν φέρει στο τμήμα, μέχρι κάποιος να αποφασίσει να το ψάξει. Αλλά σε αυτή την περίπτωση θα ήταν φοβισμένο, θα έτρεμε, δε θα είχε μια γλώσσα να! Ή μήπως ήταν κάτι ακόμη χειρότερο; Κάτι που δεν εξηγείται με το ψυχρό φως της κοινής λογικής; Κατάσκοπος! Αυτό ήταν. Ο Ανεξάρτητος είχε ανακαλύψει την περίτεχνη συνομωσία που πήγαιναν να του στήσουν. Δεν ήξερε ποιοι ήταν, αλλά σημασία είχε ότι είχε καταλάβει την πλεκτάνη. Και δεν υπάρχει καλύτερος να τρόπος να καλύψεις μια συνομωσία, από την αθωότητα και το γλυκό μουτράκι ενός παιδιού. Τα μάτια του γυάλιζαν, όπως τα μάτια του ροντβάιλερ, που βλέπει ότι ο κλέφτης του σπιτιού ήταν τόσο χαζός που πιάστηκε η μπλούζα του στο φράχτη, την ώρα που προσπαθούσε να γίνει καπνός.
«Ποιος μπαμπάς ρε πινέζα! Άφησέ τα αυτά και πες ποιος είσαι, και πώς μπήκες εδώ μέσα!»
Το παιδί σκυθρώπιασε. Ο Ανεξάρτητος είχε πάρει φόρα. Του άρεσε που η αλαζονεία του μικρού κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος όταν τον ακούμπησε. Γιατί πέραν του γεγονότος ότι συμμετείχε, μικρό παιδί, σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις, ήταν και προκλητικό. Ο Ανεξάρτητος δεν αγαπούσε τα μικρά παιδιά. Πόσο μάλλον το συγκεκριμένο, που θα μπορούσε να τον είχε δηλητηριάσει…
Ο Ανεξάρτητος δε παντρευόταν, γιατί πίστευε ότι τα παιδιά δεν είναι απαραίτητα. Ακόμη περισσότερο θεωρούσε ότι δεν ανήκαν σε αυτό που λέμε ανθρωπότητα. Ήταν απλώς ένα ακόμη όπλο του συστήματος, που όφειλες να του τα ακουμπάς, από τις πάνες μέχρι τα ακίνητα που θα του έγραφες στην κληρονομιά.
Επιπλέον ξάφνιασε το μικρό, που είχε αρκετό νιονιό, ώστε να θεωρεί πώς όταν ένα μικρό παιδί βρίσκεται σε ένα αστυνομικό τμήμα, θα έπρεπε να του συμπεριφερθούν καλά. Να του αγοράσουν κρουασάν και χυμό. Να το προστατέψουν. Ο μικρός ατύχησε. Έπεσε πάνω στην περίπτωση. Και ο φόβος του μεγάλωνε. Δε μιλούσε.
«Δε μιλάς έτσι; Ωραία λοιπόν, αφού το θέλεις έτσι, θα σε κάνω εγώ να μιλήσεις…»
Ο Ανεξάρτητος άπλωσε τα τεράστια χέρια του, και άρπαξε τον μικρό. Εκείνος κουνούσε τα πόδια και φώναζε μπαμπά, αλλά κανείς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Ήταν σφιγμένος πλέον από δύο τανάλιες. Ο Ανεξάρτητος του έκλεισε το στόμα με το ένα χέρι. Τον έβαλε ανάμεσα στα πόδια του, τον εγκλώβισε και έτσι το παιδί ματαιοπονούσε, δε μπορούσε να ξεφύγει πλέον. Έμοιαζε με τσιπούρα στο παραγάδι. Έσυρε τον μικρό μέχρι την αλουμινένια βιβλιοθήκη, με τα συρόμενα φύλλα. Εκεί όπου για αιώνες ο Παλιός αρχειοθετούσε υποθέσεις. Στη μια υπήρχαν ράφια, στην άλλη όχι. Τον έχωσε στην άδεια πλευρά, και στη συνέχεια του πίεζε το κεφάλι προς τα κάτω. Ώσπου κατάφερε να κλείσει το φύλλο.
«Αν κάνεις καμιά μαλακία θα στις βρέξω! Κατάλαβες;»
Το κλάμα του μικρού ακουγόταν μέσα από το αλουμίνιο, διαθλασμένο, σαν ένα μικρό κουτάβι που βολοδέρνει στη παγωνιά.
«Ακούς εκεί! Έχεις μεγάλη γλώσσα ρε πινέζα, αλλά σε κανόνισα. Τι νομίζετε εσείς τα σκατά, ότι όλοι σας προσκυνάνε; Εγώ στην ηλικία σου, σήκωνα τσουβάλια με στάρι!»
Ο Ανεξάρτητος τέντωνε το λαιμό προς τη βιβλιοθήκη. Είχε ένα διδακτικό ύφος, ενώ μιλούσε με το χέρι σηκωμένο. Καθόταν πλέον με τα πόδια απλωμένα στο γραφείο. Αυτό που πέταξε ήταν άσχετο. Ήθελε όμως να το πει. Μια σύντομη εικόνα από τα παιδικά χρόνια του ήρθε στο μυαλό, και σκέφτηκε να την εκμεταλλευτεί, για να καυτηριάσει την ανεμελιά των παιδιών τη σήμερον ημέρα.
Το παιδί έκλαψε πιο δυνατά.
«Σκάσε ρε! Θα σε κουρέψω γουλί, και σου σπάσω το διάολο με τον οποίο έπαιζες…»
Το παιδί σώπασε απότομα. Το Game Boy δεν ήθελε με τίποτα να το χάσει. Για τα μαλλία δε θα έλεγε όχι.
«Στην Αφρική πεινάνε τα παιδιά ρε, και εσύ αφήνεις το φαγητό σου μισοτελειωμένο;»
Κάθισε αναπαυτικά στην καρέκλα. Έγειρε πίσω και ψαχούλεψε το σάντουιτς. Δεν υπήρχαν άλλες μύγες μέσα. Το κατάπιε και ρεύτηκε. Τελικά δεν μπόρεσε κανείς να τον εμποδίσει. Πήγε για ιππασία. Μόνο που ξέχασε το παιδί στη ντουλάπα.

ª

Εκείνη η μέρα δε θα μπορούσε εύκολα να διακριθεί από οποιαδήποτε άλλη. Εκείνη τη μέρα όμως, συνέβη κάτι το πρωτόγνωρο, κάτι απόλυτα πρωτοφανές, σχεδόν ιστορικό. Τα πρωτοσέλιδα όλων των εφημερίδων, από τα αριστερά μέχρι τα δεξιά, τα φύλλα εντός του συστήματος και εκείνα εκτός του συστήματος, οι ελαφριές εφημερίδες, οι δύσπεπτες, οι της κοινωνικής κριτικής και του κουτσομπολιού, ακόμη και οι αθλητικές, συνέκλιναν σε μια θλιβερή διαπίστωση: ότι δεν υπάρχει κράτος. Αυτή τη φορά, τον κόμπο έφτασε στο χτένι η αστυνομία, ο φορέας της κρατικής καταστολής.
Ο Παλιός διάβαζε με ενδιαφέρον τα νέα. Το σινάφι του είχε γίνει πρώτο θέμα στα έντυπα, και ο χλευασμός πέρασε γρήγορα, πρώτα στα ραδιόφωνα και ύστερα στις τηλεοράσεις. «Ευτυχώς που δεν του πήραν τα σώβρακα» ήταν ο τίτλος μιας καυστικής εφημερίδας, με μεγάλη απήχηση στο κοινό νου, και ιδίως στην τσέπη του. Αυτή είχε στα χέρια του και ο Παλιός. Η γραμματοσειρά ήταν χτυπητή, ελκυστική και κάλυπτε σχεδόν όλο το πρωτοσέλιδο. Χαμηλά στη πρώτη σελίδα, με μικρότερα, αλλά ευδιάκριτα γράμματα, αναγραφόταν με οργή: «Δε μπορούν να μοιράσουν δυο γαϊδουριών άχυρα – Κόλαση χθες στο κέντρο της πόλης από καταστρεπτική ολιγωρία της αστυνομίας – Μια μικρή διαδήλωση έκλεισε το κέντρο για πέντε ώρες – Ζημιές σε βιτρίνες και καταστήματα – Το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως αναμένεται να πάρει κεφάλια». Στο κέντρο του πρωτοσέλιδου, βρισκόταν μια φωτογραφία «που αποκαλύπτει τη γύμνια της αστυνομίας και αποδεινύει την ανικανότητα των οργάνων της να λειτουργήσουν στοιχειωδώς φυσιολογικά», όπως δραματικά ενημέρωνε ο διευθυντής της εφημερίδας στο κύριο άρθρο στη δεύτερη σελίδα – κάτω από μια διαφήμιση γνωστής κρέμας για την ανόρθωση των γλουτών. Το άρθρο με εμφανή την σκωπτική του τάση, κατέληγε, «αλλά έτσι είναι, αν μετατρέπεις την αστυνομία, σε δημοσιοϋπαλληλικό και κομματικό μαντρί, αυτά παθαίνεις».
Ο Παλιός μυρίστηκε από τόσο νωρίς το σάλο, το αίμα που θα έτρεχε από τα κομμένα κεφάλια των αξιωματικών, την ήχο που θα έκαναν τα γαλόνια καθώς θα άφηναν την περίοπτη θέση στις υπηρεσιακές στολές, καθώς επίσης και το σκίσιμο ενός ακόμη χαρτοφυλακίου, αυτό που ανήκει στον εκάστοτε πολιτικό προϊστάμενο, τον Υπουργό Δημοσίας Τάξεως, που σίγουρα, αργά ή γρήγορα, θα πήγαινε στο σπίτι του, με τη ρετσινιά του ανίκανου. Όλα αυτά βεβαίως ανάλογα με τη σφοδρότητα των επισημάνσεων από μέρους των μέσων μαζικής ενημέρωσης, και ανάλογα με τη διατήρηση του θέματος στο προσκήνιο.
Η φωτογραφία ήταν πραγματικός κόλαφος. Όλες οι εφημερίδες την είχαν στα πρωτοσέλιδά τους, και με περιπαικτική διάθεση, κατακεραύνωναν τους υπαιτίους. Ένας κουκουλοφόρος, ένας «γνωστός άγνωστος», όπως ομόθυμα τον χαρακτήριζαν οι επεξηγηματικές λεζάντες, σε μια ολόσωμη απεικόνιση που ανέδιδε μια αίσθηση θριαμβευτική, είχε σηκώσει στα χέρια του ένα κράνος που ανήκε σε έναν αστυνομικό των Επίλεκτων Δυνάμεων Καταστολής, και το επεδείκνυε όπως ο αρχηγός της εκάστοτε ομάδας, που κάθε χρόνο σηκώνει την κούπα του Τσάμπιονς Λίγκ. Το χειρότερο από όλα ήταν ότι ο κουκουλοφόρος, είχε αποσπάσει από το απρόσεκτο όργανο και την ασπίδα του, και τώρα την πατούσε ο «γνωστός άγνωστος» με κάτι μαύρες μπότες. Με τέτοια διάθεση λες και κάτω από τα πόδια του βρισκόταν πεθαμένο ολόκληρο το σύστημα. «Τι είναι αυτό που κρατά ο κουκουλοφόρος; Κράνος ή μήπως το κεφάλι του υπουργού» αναρωτιόταν μια εφημερίδα, ενώ μια άλλη πιο νεανική κατέληγε «Είναι βέβαιο πως αν ο κουκουλοφόρος προσπαθήσει να σερφάρει πάνω στα κράνη των οργάνων, κανείς δε θα το πάρει χαμπάρι!».
Το θέμα πήρε τεράστιες διατάσεις σε πολύ μικρό χρόνο, λόγω της συμβολικής διάστασης που πολλοί του απέδωσαν. Το περιστατικό είχε ξεπεράσει την απερισκεψία ενός μεμονωμένου συμβάντος, και είχε καταστεί ένας μεγεθυντικός φακός, που αποκάλυπτε τα τρωτά σημεία ενός συστήματος. Ακόμη και ένα μικρό παιδί μπορούσε να εξηγήσει, κατά τα άλλα, τι ακριβώς συνέβη εκείνο το μεσημέρι στο κέντρο της πόλης, στην περιφέρεια και τις παρυφές μιας διαδήλωσης διακοσίων απολυμένων από ένα εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας, που έκλεισε λόγω χρεών και κατάρρευσης των μετοχών του στο χρηματιστήριο. Έπαθε αυτό που ένας καλός δημοσιογράφος θα χαρακτήριζε, στην εν λόγω περίπτωση και μεταφορικώς, «ξεχείλωμα».
Τη στιγμή ακριβώς που η ειρηνική πορεία κατέληγε, με τα συνθήματα και τα πανό της, στα κεντρικά του Υπουργείου Εργασίας, που αν θέλουμε να αυτοχαρακτηριζόμαστε ευρωπαίοι, και να ξεφύγουμε από εκείνα που μας χαρακτηρίζουν χωριάτες, μάλλον θα πρέπει να το πούμε Υπουργείο Απασχόλησης, τη στιγμή λοιπόν εκείνη, παρεισέφρησε από τα πλάγια των διαδηλωτών, μια ομάδα κουκουλοφόρων, με μαύρα ρούχα και παλούκια στα χέρια. Έτρεξαν μπροστά από εκείνους που κρατούσαν το μπροστινό πανό, και άρχισαν να χτυπούν με τα παλούκια, μερικά ήταν και μακρόστενα δύσκαμπτα σίδερα, αλλά οι παρατεταγμένες δυνάμεις της εξουσίας δεν αντιδρούσαν. Επίθεση χωρίς απάντηση. Στρατιωτάκια ακούνητα…
Η νέα εντολή του νέου υπουργού ήταν ότι θα άρχιζαν τα αντίποινα μόνο αν οι επιτιθέμενοι επέμεναν προκλητικά. Αν κάποιος αντιδρούσε σπασμωδικά, και είχαμε αίμα ή θάνατο, θα έκαιγε τον υπουργό, που την επομένη θα κυκλοφορούσε φωτογραφία του παντού, με το μουστάκι και τη φράντζα του Χίτλερ. Και από κάτω με μεγάλα, ματωμένα γράμματα, θα αναγραφόταν «Φασίστα γύρνα στο τάφο σου».
Οι ασπίδες προτάχθηκαν, και δυνατοί γδούποι ακούγονταν καθώς τα ξύλα και τα σίδερα τις χτυπούσαν, υπό την τρανταχτή φωνή κάποιου εργαζομένου, που διαμέσου της ντουντούκας, ζητούσε εκ μέρους των συναδέλφων του, την αποκατάστασή τους.
Όπως είναι γνωστό, ο παρατηρητής σε μια μάχη συνήθως συγκινείται από τον πιο αδύναμο, ταυτίζεται μαζί του, θυμάται τον Δαυίδ και τη σφεντόνα του, και εν τέλει αφήνει την άνετη θέση του για να ριχτεί στη μάχη. Τα μέλη των Επίλεκτων Δυνάμεων Καταστολής ήταν προφανώς περισσότερα από τους άτακτους μαυροφορεμένους, αλλά επειδή οι διαδηλωτές (νοικοκυραίοι χωρίς αμφιβολία, πλήν άνεργοι νοικοκυραίοι) έβλεπαν ότι δυσκολεύουν την κρατική καταστολή, οι απρόσκλητοι σύντροφοί τους, πείσθηκαν και άρχισαν να συμμετέχουν ενεργά. Ήταν μια χρυσή ευκαιρία να αποδείξουν την επιμονή και τη δύναμή τους. Τα πανό άρχισαν να ανεβοκατεβαίνουν, τα κοντάρια έγιναν και αυτά παλούκια, και χτυπούσαν στο ψαχνό. Τα πανό, έγιναν με τη σειρά τους απλές λινάτσες, που εμπόδιζαν την ορατότητα των αστυνομικών. Οι αστυνομικοί πίσω από τις ασπίδες και κάτω από τα κράνη, ένοιωθαν σαν πολιορκημένοι υπερασπιστές, που αν κάποιος επικεφαλής δεν τους έδινε την διαταγή να απαντήσουν, σίγουρα θα ποδοπατούνταν, γιατί η ορμή τις διαδήλωσης ήταν τέτοια και τόσο δυνατή που προοδευτικά τους καταπονούσε. Δεν είχαν χρησιμοποιήσει ακόμη τα γκλόμπς, κι αυτό ήταν σίγουρα μια χτυπητή παράβαση των καθηκόντων τους.
Αλλά επειδή η υπομονή έχει τα όριά της, δόθηκε σήμα, να αντιδράσουν μεθοδικά. Έτσι και έγινε. Εκεί που πισωπατούσαν, άρχισαν να επιτίθενται, με τα γκλόμπ να βγαίνουν από τα ανοίγματα του μεγάλου προστατευτικού κλοιού που είχαν σχηματίσει οι ασπίδες, και να σημαδεύουν ό,τι οι άλλοι άφηναν ακάλυπτο. Στη συνέχεια, ξεπετάχτηκαν από την αμέσως επόμενη σειρά που βρισκόταν από πίσω, κάποιοι τύποι με μακριές προβοσκίδες, και μπουκάλες που περιείχαν χημικά. Άρχισαν να ραντίζουν με μανία, τη στιγμή που από ακόμα πιο πίσω, κάποιοι άλλοι, πετούσαν δακρυγόνα στο σώμα των διαδηλωτών, ακολουθώντας μια παλιά τακτική των τοξοτών, θα έλεγε κανείς. Η αντεπίθεση ήταν καλά οργανωμένη και οι διαδηλωτές πισωπάτησαν, αυτοί τώρα, και άρχισαν να σκορπίζουν με τα χέρια στο στόμα και τα μάτια τους. Έμοιαζαν με τις σφήκες που κλείνονται σε πλαστικά μπουκάλια πορτοκαλάδας. Οι μαυροφορεμένοι δεν είχαν πρόβλημα ωστόσο, γιατί φορούσαν ακριβώς τις ίδιες προβοσκίδες με τους αστυνομικούς. Αυτό πρέπει να εκληφθεί ως σημαντικός παράγων εμπειρίας, γιατί αν αναλογιστεί κανείς το τσούξιμο και τη δύσπνοια των απλών διαδηλωτών, τότε πρέπει κανείς να αναλογιστεί τις προσωπικές ευθύνες που φέρει κάποιος, όταν αποφασίζει από πρόβατο να γίνει λιοντάρι, από μέρος να αποτελέσει σύνολο, και από νοικοκύρης παρτιζάνος.
Η μάχη όμως είναι μια διελκυστίνδα, ακόμη και αν οι δυνάμεις καταστολής χρησιμοποίησαν αθέμιτα μέσα, σε μια σύγκρουση που μέχρι εκείνη τη στιγμή αναγόταν σε εκείνες τις ρομαντικές ξιφομαχίες, που ο ένας ιππότης καρφώνει στην καρδιά έναν άλλο ιππότη για να κερδίσει την καρδιά της πριγκίπισσας με τη ζώνη αγνότητας. Είναι αυτό που λέμε ότι για να χυθεί αίμα, πρέπει κάποιος να αποφασίσει να το ρίξει…
Η μάχη είναι ένα μπαλάκι. Υπομονής, στρατηγικής και παραπλάνησης. Εκτός των περιπτώσεων εκείνων που ένα μαχητικό πυροβολεί εξ αποστάσεως γυναικόπαιδα. Εκεί λοιπόν που οι Επίλεκτες Δυνάμεις Καταστολής πίστευαν ότι είχαν διασπάσει ανεπανόρθωτα εκείνη τη διαδήλωση, ομοθυμίας και σύμπνοιας, στην απροσδιοριστία του καπνού και των χημικών που είχαν μολύνει την ατμόσφαιρα, άρχισαν να διαφαίνονται φιγούρες που έσερναν στις παρυφές του πεδίου της μάχης κάποια τελάρα. Κάποιος αστυνομικός, είχε την αντίληψη να καταλάβει τι συνέβαινε και φώναξε «Μολότοφ!». Πριν προλάβει η φωνή του να ακουμπήσει τα αυτιά των συναδέλφων του, σκούρα μπουκάλια φάνηκαν στον αέρα, και άρχισαν να πέφτουν σαν τη βροχή. Με την παλιά τακτική των τοξοτών φυσικά, με το ίδιο νόμισμα να γυαλίζει. Μια μικρή φλογίτσα στο μέρος του καπακιού, αγκαλιάζοντας το σφηνωμένο στουπί, περιμένει στέρεο έδαφος, για να σπάσει το γυαλί και να συναντηθεί με αυτό που λαχταρά, το οινόπνευμα. Κι αν κάποιος πιστεύει στις ειλικρινείς ενώσεις και στο πεπρωμένο, πρέπει να παραδεχτεί ότι η μοίρα μιας βόμβας μολότοφ είναι να σκάσει κάπου.
Εκείνοι βέβαια που πετούν μια μολότοφ, αν θέλουμε να είμαστε καλοπροαίρετοι, δεν την πετούν με σκοπό να προκαλέσουν το θάνατο ενός ανθρώπου. Το κάνουν με άλλους σκοπούς, τον εκφοβισμό, την αναμπουμπούλα, τη διάσπαση του αντιπάλου, και το ρήγμα στη συντεταγμένη και οργανωμένη τακτική του. Δεδομένου βέβαια του γεγονότος πώς αν κάποιος δει τη φωτιά να τον κυνηγάει, θα απομακρυνθεί. Απλό και κατανοητό, ανθρώπινο κατά τα λοιπά. Αυτά εντάσσονται στα αυτονόητα μιας μάχης. Οι πιο έμπειροι αστυνομικοί όταν είδαν τους αντιπάλους τους να παίρνουν φόρα, χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς κρατούσαν, κατάλαβαν και έτρεξαν πίσω, στην ασφάλεια των πούλμαν που είχαν στηθεί μπροστά από το υπουργείο, διακόπτοντας την κυκλοφορία. Είναι η δύναμη της συνήθειας που μετατρέπεται σε προνοητικότητα. Σε αυτές τις περιστάσεις που ισχύει το «ο σώσον εαυτόν σωθήτω», και το «τρεχάτε ποδαράκια μου», εκείνοι που έχουν συνηθίσει τη φυγή, ξεφεύγουν πιο εύκολα. Οι βόμβες λοιπόν έσκασαν, όπως όφειλαν, και με τις φλόγες να απλώνονται σαν νερό στο οδόστρωμα δημιουργήθηκε ένα εντυπωσιακό θέαμα. Οι φλόγες, εδώ και εκεί, και από πάνω ο καπνός να παίρνει ένα χρώμα πορτοκαλί. Μαύρες φιγούρες, με ασπίδες και κράνη να αποφεύγουν τις παγίδες, να ελίσσονται ανάμεσα σε ξαφνικές αναφλέξεις, και να βγάζουν κραυγές, που αλλοιώνονταν από το γερό σφίξιμο των εξαρτημάτων στα κεφάλια τους. Και οι άλλες μαύρες φιγούρες, οι αντίπαλες, να πισωπατούν πάλι, με το βλέμμα εντεινόμενο προς το πεδίο της μάχης, με το βλέμμα του ακοντιστή, που βλέπει το ακόντιο να καρφώνεται στο χορτάρι και περιμένει να δει αν η βολή βρήκε στόχο, ή αν απεδείχθη τζούφια.
Όταν οι στρατοί αποτραβήχτηκαν, να πάρουν ανάσες, και να καταμετρήσουν απώλειες και επιτυχίες, ο δρόμος είχε γεμίσει με τα απομεινάρια της αστικής μάχης που προηγήθηκε, υπό το βλέμμα των περαστικών, που έστριβαν αμέσως να φύγουν, τη στιγμή που οι θαμώνες των κοντινών καφέ, έστεκαν μαρμαρωμένοι πάνω από τους καφέδες τους. Και ενώ ο καπνός διαλυόταν από ένα δυνατό αέρα, άρχισε να φαίνεται το σώμα ενός αστυνομικού στο οδόστρωμα. Αυτός είχε μείνει πίσω. Δίπλα σε γυαλιά και πέτρες, καμένα απομεινάρια πανιών που είχαν πάνω τους ευγενή συνθήματα και κομμάτια υφάσματος, διακρινόταν πλέον ξεκάθαρα το αναίσθητο σώμα, λεπτό και ωχρό, ενός νέου παιδιού, που ανήκε στα σώματα ασφαλείας. Το πρόσωπό του ήταν μαύρο, σαν απανθρακωμένος κειτόταν ανάσκελα χωρίς κράνος και ασπίδα. Του τα είχαν αφαιρέσει δύο μαυροφορεμένοι, και τα σήκωναν στο αέρα σαν πολύτιμα λάφυρα, ενός πολέμου που για μια ακόμη φορά δεν είχε νικητή και χαμένο. Η μόνη σταθερότητα στην κατάσταση πήγαζε από την οργή των καταστηματαρχών, που για ακόμη μια φορά έβριζαν τη τύχη τους και επεδείκνυαν τις άδειες φόδρες των παντελονιών τους. «Κάθε τρεις και λίγο επισκευές και μερεμέτια μετά τις καταστροφές. Ακόμη κι αυτά τα ψίχουλα που βγάζουμε, εκεί τα δίνουμε» είπε ένας θυμωμένος μαγαζάτορας ηλεκτρικών ειδών στην εφημερίδα που διάβαζε ο Παλιός, προκαλώντας ένα νεύμα του κεφαλιού του αστυνομικού, συμφωνίας και κατανόησης. Και ο αγανακτισμένος μαγαζάτορας και ο Παλιός άλλωστε, ήταν νοικοκύρηδες, έκαστος στο είδος του.
Και ήταν τότε που η πόρτα άνοιξε, και μπήκε στο γραφείο ο Ανεξάρτητος. Με ένα πακέτο τσιγάρα ανάμεσα στα τροχισμένα δόντια του. Και ένα ύψος που μαρτυρούσε απόγνωση.
«Εφημερίδα διαβάζεις μωρέ;» ρώτησε ο καραφλός μπάτσος, με απορία, και το στόμα του πήρε τη κάτω βόλτα.
Ο Παλιός σήκωσε τα μάτια από το έντυπο και με μια δυσπιστία του αντέταξε.
«Τι να διαβάσω δηλαδή;»
«Να μη διαβάσεις! Να δεις τηλεόραση, να ενημερωθείς» είπε καγχάζοντας και βγάζοντας επιτέλους το πακέτο τα τσιγάρα από το στόμα, για να ακούγεται καλύτερα, «να δεις τα χάλια μας»…
«Δε σε καταλαβαίνω, η μάλλον…δε καταλαβαίνω πού το πάς;»
«Ξέρεις για το συνάδελφο» είπε ειρωνικά, «που του πήραν την ασπίδα και το κράνος;»
«Διάβασα ένα σχετικό ρεπορτάζ, δηλαδή τι ρεπορτάζ χαμός έγινε»…
«Δηλαδή δεν ξέρεις τίποτα;»
«Τι εννοείς;» άρχισε να δυσανασχετεί ο Παλιός.
Ο Ανεξάρτητος, πετώντας τα τσιγάρα πάνω στο γραφείο και απλώνοντας τα πόδια σαν πασάς πάνω του, είπε, αφού πήρε δυο βαθιές ανάσες, μια κίνηση ψεύτικης συντριβής.
«Ο μαλάκας αυτός, ήταν το τσουτσέκι που έχουμε στα πόδια μας καθημερινά φίλε! Αυτός είναι υπεύθυνος που μας κράζουν σήμερα!»
«Ο Νέος;»
«Ακριβώς! Αυτός ο χέστης!»
«Μα πώς…Πού το έμαθες εσύ;»
«Αυτό σου λέω τόση ώρα ρε φίλε, τον είδα στην τηλεόραση!»
«Βγήκε στην τηλεόραση, μα πώς…τι είπε;»
«Τώρα πριν από λίγο. Ήθελε και ζωντανή μετάδοση το κουνάβι! Βγήκε σε ένα κωλοκάναλο και μίλησε σε μια γλείφτρα κατίνα με ένα μαρκούτσι να!»
«Είσαι σίγουρος;» άρχισε να δυσπιστεί, για άλλο λόγο τώρα, ο Παλιός.
«Αφού ξέρεις, ο Ανεξάρτητος δεν κάνει ποτέ λάθος, είναι γατόνι!» βαυκαλίστηκε σιάζοντας ένα φανταστικό γιλέκο.
Ένα γέλιο, που έβγαινε με μεγάλη ευχαρίστηση από το στόμα του Παλιού, πλημμύρισε το γραφείο. Και γελούσε, και γελούσε, ξεκαρδιζόταν, μέχρι που τα μάτια του συνάντησαν εκείνα του Ανεξάρτητου, που σπινθήριζαν με οργή. (Του κόπηκε η κομπορρημοσύνη του Ανεξάρτητου). Έτσι λοιπόν κόπασε η αγαλλίαση, για την ακρίβεια, ο Παλιός το βούλωσε και είπε με χαμηλή φωνή στον άλλο.
«Δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι δε λαθεύεις ποτέ!» τόνισε τις λέξεις υπαινικτικά.
Ο Ανεξάρτητος σαν να θυμήθηκε κάτι, και μάλιστα κάτι που δεν του άρεσε, που τον είχε εκθέσει, απάντησε γκρινιάζοντας. Βαριεστημένα…
«Ε, τώρα μη με πάς στην υπόθεση με το παιδί σου…Μου το χτυπάς τόσο καιρό, δε βαρέθηκες ακόμα; Άλλωστε ήταν παρεξήγηση»…
«Τι παρεξήγηση μωρέ; Που πέρασες το παιδί μου, οκτώ χρονών πουλαράκι για κατάσκοπο, και του έψαχνες τη τσάντα και το στόμα για κρυφή κάμερα;» φώναξε αγανακτισμένος. «Μα και στο στόμα!»
«Για παν ενδεχόμενο το έκανα, έπρεπε να λάβω μέτρα ασφαλείας…Με ξάφνιασε…Που θες ρε φίλε να ήξερα, ότι η γυναίκα σου ήθελε να πάει στην εφορία (η εφορία ήταν ένα τετράγωνο αριστερά από το τμήμα και το σπίτι του Παλιού άλλα δύο τετράγωνα δεξιά του) και στον άφησε στο σβέρκο τον μπόμπιρα; Ε; Τι είμαι μέντιουμ, και εν πάση περιπτώσει, εσύ έφταιξες που το άφησες στο γραφείο μόνο του το παιδί! Ξέρεις ότι τα μουσουλμανάκια σε αυτή την ηλικία ανατινάζουν λεωφορεία; Τέλος πάντων, φύλαγε τα ρούχα σου να ‘χεις τα μισά, ξέρω εγώ! Είδες πόσοι άλλοι δικοί μας την έχουν πατήσει από κρυφές κάμερες και δεν ξέρω και εγώ τι άλλο;»…
Ο Παλιός σήκωσε με παράδοση το βλέμμα προς το Θεό, αν ήταν ποτέ δυνατόν, του κλείδωσε στη ντουλάπα το παιδί, και για να δικαιολογηθεί άρχισε τις γεωπολιτικές αναλύσεις. Έλεος! είπε από μέσα του, αλλά δε συνέχισε τη συζήτηση, ήξερε που θα κατέληγε άλλωστε, το είχε εξαντλήσει το θέμα. Αποφάσισε να επιστρέψει στα σημαντικά της ημέρας. Δυο ανάσες, ένα μπούχτισμα το έβγαλε, κι ήταν αληθινό.
«Τι έγινε με το Νέο πες, άσε τα άλλα»…
«Τι να πω μωρέ, το μαλακισμένο»…
«Τι είδες;»
«Τον έβγαλαν ζωντανά από το νοσοκομείο, εδώ που τα λέμε δεν έπαθε και τίποτα το σοβαρό, ξεροκατάπινε μωρέ σαν τη τιτίκα, μάλλον λιποθύμησε ο χέστης απ’ το φόβο του!» γελούσε θριαμβευτικά λες και είχε τιμηθεί με εκατομμύρια επαίνους ανδρείας. Και στηλίτευε από την άλλη, το πρώτο σπέρμα της δειλίας σ’ αυτό τον κόσμο.
«Στο θέμα μας»…
«Να μωρέ, τι να σου πω; Τα είχανε πάρει όλα τα ψάρια στη διαδήλωση, ξέρεις στο κέντρο, εκείνη με τους απολυμένους ενός εργοστασίου. Ε, είχαμε κανονίσει να μπούνε πέντε δικοί μας μέσα…ξέρεις να σπάσουνε τίποτα, να γίνει λίγο… νταβαντούρι, να μη φανεί… κακή η κυβέρνηση και τα ρέστα. Η διαδήλωση ήταν εύκολη υπόθεση, γι’ αυτό οι επικεφαλείς βάλανε στην πρώτη σειρά τους νέους, ξέρεις μωρέ σε εκείνη την πρώτη σειρά που τρώει πάντα τις πρώτες ξυλιές, μετά αρχίζει να βαράει με τα παλούκια, να αντεπιτίθεται, να ρίχνει κανένα χημικό, και τέλος - μετά ο καθένας στο σπιτάκι του! Τι να στα λέω τώρα μωρέ τα ξέρεις»…
«Και;» τον προέτρεψε με περιέργεια ο Παλιός. Ταυτόχρονα σκεφτόταν ότι οι παλιές εποχές, όταν ξεκινούσε κι αυτός, είχαν υποθέσεις με υπόβαθρο. Ή τουλάχιστον αυτή την εντύπωση είχε σχηματίσει εκείνος.
«Ε, τι και! Εκεί που όλα πηγαίνανε ρολόι, θα γκάριζαν και θα έφευγαν, εμφανίζονται τα καθίκια με τις μολότοφ, και αρχίσανε γιουρούσι. Παραδόξως όλα τα ψάρια κινήθηκαν γρήγορα, υποχώρησαν, εκτός του μαλάκα»…
«Και;» άλλη μια φορά ο Παλιός.
«Και εκεί που πισωπατούσε ο μαλάκας, κάτι πάτησε φαίνεται - το όρνιο! – και γλίστρησε. Μια μολότοφ τον βρήκε στο ψαχνό. Με κάποιο τρόπο, έσβησαν τη φωτιά οι άλλοι, αλλά δε πρόλαβαν να τον μαζέψουνε. Έπεφταν βροχή οι μολότοφ και φοβήθηκαν. (Εγώ θα τον άφηνα να καεί σαν κοτόπουλο, είπε γελώντας, κάνοντας μια τρομακτική παρέκκλιση από την αφήγησή του!) Τι να λέμε τώρα… Φαίνεται ότι έχασε τις αισθήσεις του τη στιγμή ακριβώς που είδε τη μολότοφ να του καίει τον κώλο…Και έπεσε κάτω αναίσθητος. Πήγανε δυο τύποι από τους άλλους, του πήρανε τι του πήρανε, και τον άφησαν σαν γδαρμένο να πάνε οι δικοί μας να τον μαζέψουνε. Αυτά»…
«Και τι είπε στην τηλεόραση;»
Η ερώτηση εξόργισε τον Ανεξάρτητο, γιατί ακριβώς του θύμισε τις απαντήσεις του νεαρού οργάνου της τάξεως, Φουρκίστηκε αμέσως, έσφιξε τις γροθιές και άρχισε.
«Ρεζίλι ο μαλάκας, ρεζίλι από τα λίγα! Και ήταν αυτός φίλε, εκατό τοις εκατό, τον κατάλαβα από αυτή τη φωνή του ασβού που έχει…Του είχαν καλύψει το πρόσωπο, με μωσαϊκό, με τετραγωνάκια μωρέ πως τα λεν αυτά;»…
«Ναι κατάλαβα, τι είπε ακριβώς;»
«Είπε τόσο χοντρές μαλακίες, που από τον πονοκέφαλο που με έπιασε μετά, δε θυμάμαι ακριβώς»…
«Τι;»
«Κλαιγόταν μωρέ, σαν τη μυξοπαρθένα, ο χέστης, να τον δουν να το λυπηθούν όλα τα μυρμήγκια από τους καναπέδες τους! Τι να σου λέω! Έλεγε, είμαι παιδί φτωχό, μπήκα για τα σίγουρα λεφτά στην αστυνομία με κόπο και ιδρώτα, είπε κι άλλα ο μαλάκας, όπως ότι και καλά έστειλαν τους νέους εκεί επειδή όλο το προσωπικό φυλάει πολιτικούς, εφοπλιστές και δημοσιογράφους, και κάτι για τα γήπεδα άσχετο είπε! Ο μαλάκας!»
«Και τι μωρέ δε λέει αλήθεια» έσπευσε να υπερασπιστεί το Νέο ο Παλιός.
«Και τι σημαίνει αυτό ρε Παλιέ, ότι πρέπει να τα λέμε και μόνοι μας, θα μας τρελάνεις εντελώς; Όσο δε το παραδέχεσαι, τόσο περισσότερο βαριέται ο άλλος να στο κοπανάει. Και τη σήμερον έχει σημασία μόνο το τι λέγεται»…
«Βρε πως δεν πέθανε ο μικρός να λέμε, γιατί»…
«Τι γιατί ρε μούχλα;» τινάχτηκε από τη θέση του ο Ανεξάρτητος. « Τι την πέρασαν την αστυνομία τα ψάρια όλα, μη γαμήσω τώρα κανά φελέκι εδώ μέσα; Που νομίζουνε ότι μπαίνουν ρε; Σε παρθεναγωγείο; Στην αστυνομία μπαίνουν ρε! Τι περιμένουν να ‘χουν τα πιστόλια στις κασέλες; Αυτός είναι ο ρόλος μας ρε φίλε! Εγώ όταν μπήκα στην αστυνομία είχε όραμα να κόψω κώλους, το κατάλαβες, χωρίς να ξέρω ποιανού και γιατί, αυτά να τα βρουν οι ψυχίατροι! Δεν τους είπε κανείς να μπουν στην αστυνομία για τουρισμό! Και τι θέλουνε δηλαδή τα τσουτσέκια δε κατάλαβα;…Σου είπα που τα έριξε και στους συνδικαλιστές, ο νεοσσός του κώλου; Τι ήθελες ρε μαλάκα» απευθύνθηκε στο γραφείο του Νέου, που τώρα ήταν άδειο, αλλά σαν να ήταν αυτός εκεί «τι ήθελες ρε καραγκιόζη των καναλιών να σου πετάξουν οι κουκουλοφόροι; Αγιασμό;»…
Παραλήρημα πραγματικό. Τόσο που ο Παλιός δεν είπε τίποτα. Δεν έκανε και τίποτα το καινούργιο. Και εκεί που πήγαινε να σκεφτεί κάτι, πώς είχε φτάσει να γίνει αστυνομικός φέρ’ ειπείν, κι όχι ένας τίμιος τραπεζοϋπάλληλος όπως ο πατέρας του, εκείνη την ώρα έγινε κάτι αναμενόμενο για ένα αστυνομικό τμήμα. Άνοιξε η πόρτα, βγήκε πρώτα ένα πόδι που ανεβοκατέβαινε σαν σε καμπαρέ, μια γόβα στιλέτο και μια γάμπα ελαφρώς ατροφική και μαραζιάρα. Ήταν η Μόνιμη.
Μπήκε ολόκληρη μέσα και στυλώθηκε πάνω στα γοβάκια της. Έμοιαζε γυναίκα του τρίτου κόσμου και όμως φορούσε ένα ταγέρ, που ήθελε (το ταγέρ) να αναδείξει τα προσόντα του μοντέλου του, αλλά σκάλωσε στο κοκαλομάνι που λεγόταν Μόνιμη. Κρατούσε ένα μπλε φάκελο με τέτοια χάρη, και μασούσε την τσίχλα σαν αλανιάρα κατσίκα, που ο καθένας θα ορκιζόταν, πώς είχε πάρει το ύφος της αθώας μαθητριούλας εντελώς υστερόβουλα. Ήθελε πράγματι να πετύχει ένα διπλό στόχο. Με τα καλά νέα που έφερνε, ήθελε να γίνει ποθητή και να φύγει από κει μέσα με μια υπόσχεση για ένα ραντεβού. Από τον Ανεξάρτητο. Κι όπου ήθελε αυτός. Μάλλον, όπου ήθελε αυτή, ο Ανεξάρτητος ήταν αρκετά αγροίκος για να σκέφτεται τις στιγμές που προηγούνταν και ακολουθούσαν το σεξ.
«Γεια σας παιδιά!» άρχισε την κουβέντα της μιλώντας σαν ξανθιά που διαφημίζει προσθετική στήθους.
«Γεια σου και σένα!» είπαν με μια φωνή και οι δύο, δυνατά, αλλά ένα καλό αυτί θα καταλάβαινε πίσω από την ένταση, την αγωνία τους να ξεμπερδεύουν γρήγορα με δαύτη.
«Ήρθα να πω κάτι και θα φύγω» είπε, παίρνοντας το ύφος του μεγάλου ευεργέτη, του ανθρώπου που βυθίστηκε στη γραφειοκρατία, και τη νίκησε κατά κράτος. Νίκησε το κράτος! Τα φρύδια της έφτιαχναν μικρούς ανεστραμμένους κώνους, και πετάριζε τα βλέφαρα, σουφρώνοντας τα χείλη προς τον Ανεξάρτητο. Ο Παλιός, γνήσια νυφίτσα των κοινωνικών σχέσεων, κατάλαβε ότι θα γελούσε με τη ψυχή του.
«Τα δύο θέματα που σε απασχολούσαν, μωρό μου, τα έλυσα» είπε με μια περισπούδαστη υπερηφάνεια. Και συνέχισε με ένα διάφανο υπαινιγμό στις κινήσεις της, προδοτικό θα τον λέγαμε. «Τα έφερα εις πέρας!» τόνισε μετά σηκώνοντας μόνο το δεξί φρύδι, και βάζοντας στο πρόσωπό της μια μάσκα μοιραίας γυναίκας, που μπορούσε να υποσχεθεί τα πάντα. Και που τώρα ήταν βέβαιη πως θα έπαιρνε όσα δικαιωματικά της ανήκαν.
«Ευχαριστώ, ήμουν σίγουρος ότι θα τα κατάφερνες» απάντησε ο Ανεξάρτητος χτυπώντας θεατρινίστικα τις παλάμες στην καρδιά του.
Η Μόνιμη περίμενε τη συνέχεια, να ακούσει κάποια πρόταση από το στόμα του, γιατί δεν μπορούσε εκείνη, σαν την πρώτη τυχούσα, λυσσάρα, να του προτείνει έξοδο, ή ότι άλλο κακό προκύπτει από τις εξόδους. Το είχε κάνει πολλές φορές στο παρελθόν, και ο Ανεξάρτητος με πραγματικά γελοίες δικαιολογίες το ‘χε αποφύγει. Τι ζητούσε δηλαδή; Να συμπεριφερθεί σαν γνήσιος άντρας… Το είχε πάρει προσωπικά όμως, σχεδόν εκδικητικά, αλλά ποτέ δεν του χαλούσε τα χατίρια. Έλεγε «θα πέσει» και το πίστευε. Άγνωστο γιατί, του έκανε τα χατίρια με την ευλάβεια της τσιμπημένης, και με μια αίσθηση αδικίας. Έμοιαζε να της αρέσει αυτός μαζοχισμός. Αν κάποια στιγμή τις σταματούσε τις χάρες, ο Ανεξάρτητος θα έκανε την καρδιά του λάστιχο και θα την έπαιρνε, να πάει στην ευχή! Ήταν κάτι που ο Ανεξάρτητος φοβόταν, αλλά που δε θα παρέλειπε να κάνει προκειμένου να συνεχίζει να έχει την εύνοιά της. Αλλά εκείνη είχε ακολουθήσει άλλη οδό, αναποτελεσματική για εκείνη και ήρεμη για τον Ανεξάρτητο. Μια ξιπασιά χωρίς καθόλου πραγματική πονηριά. Κι ήταν η γυναίκα που μπορούσε να τα φέρει όλα σε πέρας.
«Δε θα μου πεις τίποτα;» του είπε στεγνά.
«Ε,…εεε…Ευχαριστώ….τι άλλο; Ε,…είσαι πολύ γλυκιά»…
Και αμέσως, επειδή ήξερε τι ήθελε να ακούσει από τον καράφλα, αλλά σιγά να μην το άκουγε, και εκείνος το ήξερε τι ήθελε εκείνη να ακούσει, έσπευσε σαν ένα πληγωμένο ελάφι να φύγει. Και του είπε ξεμπροστιάζοντας τις παλιές, χαζές δικαιολογίες του. Φυσώντας με μια κίνηση αξιοπρέπειας την φράντζα που είχε πέσει στα μάτια της.
«Ελπίζω να μην πεθάνει ο εικοστός έβδομος θείος σου, που του είχες αδυναμία»…
Και έκλεισε με πάταγο την πόρτα πίσω της, για να ξεφυσήξει άνετα το στόμα του. «Φτηνά τη γλίτωσα!» είπε ψιθυριστά στον Παλιό, που κρατούσε τα χείλια να μη ξεκαρδιστεί.
«Γελάς ε; Είδες τι τραβάω; Εσύ που να τα πάθεις αυτά, έχεις παρκάρει στο…γκαράζ της γυναίκας σου»…Το είπε πιστεύοντας ότι αυτό θα πληγώσει τον παλιό, θα του θυμίσει όλα τα ζευγάρια παντόφλες που η γυναίκα του ακουμπούσε στο σβέρκο του.
«Χίλιες φορές γκαράζ! Αν αποφασίσεις ποτέ να την επισκευάσεις… (και εννοούσε, εντελώς φλεγματικά, τη Μόνιμη) να περάσεις (Χα! Χα! Χοντροκομμένα, εσώψυχα) …απ’ το σπίτι μου»…
Και ο Ανεξάρτητος, έλεγε από μέσα του, «κοίτα γέλιο ο μαλάκας». Αλλά από την άλλη τον κυρίευσε και ένα αίσθημα εφησυχασμού. Η Μόνιμη είχε κάνει καλά τη δουλειά της. Τα «δύο θέματα» που τον απασχολούσαν τα είχε διευθετήσει. Αν υπήρχαν καλλιστεία για την καλύτερη υπάλληλο, θα έπαιρνε όλα τα στέμματα, κι εκείνος θα ήταν κάτω στα τραπέζια και θα φώναζε σαν τρελός για το νούμερό της.
Ο Παλιός δεν είχε περιέργεια (παραδόξως) να μάθει τι σήμαιναν αυτές οι δύο λέξεις, τα «δύο θέματα». Αλλά και να είχε, ο Ανεξάρτητος δε θα του έλεγε απολύτως τίποτα. Δε θα του έλεγε ότι, δύο φίλοι του, επίσης καραφλοί είχαν μπλέξει σε ένα καβγά με κάτι μετανάστες, και για να υπερασπιστούν τη σωματική τους ακεραιότητα από εκείνους τους εγκληματίες, αναγκάστηκαν να τους μαχαιρώσουν. Οι μετανάστες τους επιτέθηκαν για να τους κλέψουν. Το ότι μαχαιρώθηκαν εκείνοι ήταν εντελώς τυχαίο. Θα μπορούσαν να είχαν μαχαιρωθεί οι φίλοι του πρώτα. Ήταν μια ξεκάθαρη περίπτωση αυτοάμυνας σε μια κοινωνία που έχει αρχίσει να παίρνει την κάτω βόλτα, με όλους αυτούς τους ξένους που μπαίνουν στη χώρα. Οι φίλοι του Ανεξάρτητου ήταν καλά παιδιά, ενώ οι μετανάστες ήταν ξένοι. Αυτά ακριβώς τα λόγια είχε πει ο Ανεξάρτητος στη Μόνιμη, όταν της ζήτησε να κάνει ότι μπορεί για να κρύψει το φάκελο της υπόθεσης, μη μπλεχτούνε εισαγγελείς, και τρέχουν και δε φτάνουν. «Δε φτάνει που μπαίνουν έτσι παράνομα στη χώρα, παίρνουν τις δουλειές του κοσμάκη και τον κλέβουν κι από πάνω! Είναι ξένοι μωρέ!» είχε τονίσει στη Μόνιμη, κι εκείνη, συμφωνώντας απολύτως με την κοινωνιολογική του ανάλυση του έκλεισε το μάτι. Εκ των υστέρων όχι μόνο χάθηκε ο φάκελος της υπόθεσης, αλλά και οι μετανάστες απελάθηκαν. Ο Ανεξάρτητος άναψε τσιγάρο, και το φούμαρε με μια μεγάλη ευχαρίστηση που όλα πήγαιναν τόσο καλά.
Ο Παλιός, που όση ώρα ο συνάδελφός του τα έλεγε με τη Μόνιμη, διάβαζε και την εφημερίδα, και προπονημένος καθώς ήταν στο να αυτονομεί το ένα αυτί από το άλλο, έπεσε πάνω σε ένα μονόστηλο που του κέντρισε το ενδιαφέρον. Έσπευσε να το μοιραστεί με τον Ανεξάρτητο.
«Άκουσε ρε τι έγινε! Τελικά όχι μόνο πήραν το κράνος αλλά το κατούρησαν κι από πάνω. Εδώ ο δημοσιογράφος γράφει ότι ένας συνταξιούχος πήρε το κράνος από τα χέρια ενός κουκουλοφόρου, κατέβασε τα βρακιά του μπροστά στο δρόμο, και άρχισε να κατουράει μέσα του. Ύστερα το ξαναέδωσε στον τύπο κι αυτός το κλώτσησε και πάλι προς το μέρος των αστυνομικών!»
«Ναι μωρέ, κάπου το πήρε το αφτί μου. Είχαν χωθεί στην πορεία των απολυμένων και κάτι συνταξιούχοι, φαφούτηδες και ψωριάρηδες, με κάτι άδειες κατσαρόλες, και μετά άρχιζαν να πετάνε κι αυτοί κάτι μισοφαγωμένα κουλούρια στην αστυνομία. Μολότοφ και κουλούρια! Που πάμε ρε!»
Ο Παλιός είχε μείνει με ένα μειδίαμα απορίας στο πρόσωπο. Δεν ήξερε πώς να χαρακτηρίσει αυτό που μόλις είχε διαβάσει. Γελοίο ή δραματικό; Απλώς ψέλλισε ένα «που πάμε ρε», αρπάζοντας ασυναίσθητα τις λέξεις από τον άντρα απέναντί του, και είδε τον Ανεξάρτητο, μέσα από τούφες καπνού, να του λέει «αυτό ξαναπές το!»…

¨

Ήταν μια νύχτα κρύα. Τα καλοριφέρ στο τμήμα δε λειτουργούσαν, έπιανες τις σωλήνες και ένιωθες μια κοφτερή αίσθηση κρύου στις παλάμες σου. Έξω έβρεχε από ώρα, και τώρα το νερό της βροχής κυλούσε σαν βουβό ποτάμι, ανάμεσα στα πεζοδρόμια και τους δρόμους, στα σκάμματα που οδηγούσαν στους υπονόμους. Μπορούσες να το ακούσεις γιατί ο περισσότερος κόσμος ήταν πλέον, και από νωρίς, στην θαλπωρή της οικογενειακής εστίας. Περασμένα μεσάνυχτα.
Ο Ανεξάρτητος όμως είχε δουλειά. Του έφεραν στο γραφείο μια Νιγηριανή, που την έπιασαν να κάνει πιάτσα σε ένα κακόφημο δρόμο, πίσω από τις αυστηρές προσωπίδες των πολυκατοικιών, σε μια γειτονιά με πολλά κόκκινα φωτάκια και απεριόριστη ηδονή. Οι δύο που την έφεραν, είχαν ξαναπεράσει από εκείνο το δρόμο τόσες φορές που θα μπορούσαν να είναι και κάτοικοι της γειτονιάς. Εκείνο το βράδυ βολτάριζαν με το περιπολικό, και από την πολλή ανία («δεν υπάρχει μεγαλύτερη βαρεμάρα να κυνηγάς, να προλαμβάνεις το έγκλημα, όλο το ζουμί είναι μετά το φόνο και σ’ αυτό είναι που μπορεί να φανεί χρήσιμη η αστυνομία, άλλωστε όλα τα εγκλήματα είναι απρόβλεπτα, μπορούν να φυτρώσουν παντού σαν τη βλακεία», αυτά λέγανε οι δύο μπάτσοι, που είχαν αφήσει στα πόδια του συνοδηγού, να ξεκουράζονται άδεια κουτάκια μπύρας) αποφάσισαν να προσαγάγουν εκείνη τη νεαρή αφρικανή, που μάλλον έκανε τη δουλειά της μόνη της, δεν είχε βρει ακόμη μάνατζερ.
Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, την πλησίασαν, την έψαξαν σε σώμα και τσάντα, και πριν προλάβει να αντιδράσει την έπιασαν και την έβαλαν στα πίσω καθίσματα, με χειροπέδες και φοβερούς εκφοβισμούς –ευτυχώς ο ένας εξ’ αυτών ήξερε αγγλικά και έσωσε την τιμή σου σώματος. Ο αστυνομικός βρήκε στην τσάντα, μπηγμένη στη φόδρα της, ένα μικρό φακελάκι με χάπια έκσταση, και χωρίς να το σκεφτεί το έχωσε στην τσέπη του. Ο ίδιος συνεννοήθηκε μαζί της, εκείνη είπε ότι δεν είχε χαρτιά, και ο αστυνομικός την ενημέρωσε ότι θα την πήγαιναν στο τμήμα. Την είπε και πόρνη αλλά αυτή δε το δέχτηκε. Δικαιολογήθηκε ότι εκεί έξω, με τη φούστα σηκωμένη στα μπούτια, ένα ανοικτό μπλουζάκι, και ένα ψιλό ζακετάκι, περίμενε τον αρραβωνιαστικό της να γυρίσει από τη δουλειά. Φυσικά κανείς δεν τη πίστεψε, και μπήκαν στο περιπολικό για να φύγουν.
Στη διάρκεια της διαδρομής, ο γλωσσομαθής αστυνομικός, πρότεινε στη νεαρή αφρικανή ένα συμβιβασμό, που ήταν γνωστός στον οδηγό, ο οποίος τραγουδούσε ένα λαϊκό τραγούδι δίπλα του αμέριμνος. Το είχαν κάνει αρκετές φορές και αυτός ήταν ο λόγος που οι γυναίκες τους είχαν ηρεμήσει από τότε που ξεκίνησαν τις νυχτερινές βάρδιες. Εκείνη θα άνοιγε τα πόδια της, και μετά θα την άφηναν να φύγει, χωρίς να την πειράξουν. Θα έλεγε κανείς, μια συμφωνία κυρίων. Η γυναίκα δέχθηκε και ο οδηγός χώθηκε σε ένα σκοτεινό στενό, για να παρκάρει. Έπειτα βγήκε από το περιπολικό, και ακούμπησε στη λαμαρίνα του καπό για να καπνίσει. Θα κρατούσε τσίλιες μέχρι ο δεύτερος να πάει πίσω στα καθίσματα να πηδήξει τη νεαρή. Και μόλις τέλειωνε θα άλλαζαν θέσεις. Μπήκαν στον κόλπο της σαν γουρούνια που κυλιούνται στα σκατά, με σάλιο να σκορπίζεται από δω και από κει, τη στιγμή που τέλειωναν πάνω από μια φοβισμένη γυναίκα. Αν κάποιος μπορούσε να κοιτάξει από μακριά την κατάσταση αυτό που θα έβλεπε ήταν μια πορτοκαλιά καύτρα, σαν πολύτιμη χάντρα, μέσα στη νύχτα και θα άκουγε τον ελαφρύ, μα ευδιάκριτο ήχο, που έβγαζαν οι σούστες του αυτοκινήτου, από το ανέβα κατέβα.
Φυσικά, οι δύο αστυνομικοί, οι νυχτερινοί εραστές, δεν τήρησαν το λόγο τους. Μπήκαν στο περιπολικό και την πήγαν στο τμήμα, να την περιλάβει ο Ανεξάρτητος. Και εκεί είναι τώρα η Νιγηριανή σκυμμένη μπροστά από τον Ανεξάρτητο. Φοβισμένη, με τα δάκρυα να έχουν γεμίσει το πρόσωπό της, ρουφώντας συνέχεια τα ρουθούνια της, έχει αρπάξει το φύλο του Ανεξάρτητου και το έχει βάλλει στο στόμα της, κάνοντας παλινδρομικές κινήσεις. Ο καραφλός μπάτσος σήκωνε το κεφάλι προς το ταβάνι, με κλειστά τα μάτια, κάνοντας ακανόνιστες κυκλικές κινήσεις που μαρτυρούσαν την ηδονή που τον πλημμύριζε σύγκορμο. Και οι δύο είχαν ιδρώσει, ο ένας από την ευχαρίστηση και η άλλη από το φόβο. Και όταν η νεαρή κουράστηκε και θέλησε να απαλλαγεί για λίγο από το μόριο του καραφλού, εκείνος της τράβηξε με βία τα μαλλιά, και την χτύπησε αρκετές φορές με αιφνιδιαστικά χαστούκια. «Ρούφα μωρή, και σκάσε!» της είπε με ένα βλέμμα, ανακατεύοντας την επιτακτική προσταγή του και την αχαλίνωτη εξουσία, που απέρρεε από την κατάσταση του. Τη δική του κατάχρηση και τη δική της αδυναμία να αντιδράσει, έστω βογγώντας. Και το πιο τρομακτικό από όλα ήταν η σιωπή με την οποία υπέμενε την κατάσταση. Ακούγονταν εκεί μέσα ανάσες ηδονής αργόσυρτες, από τη μια, και από την άλλη ρουθουνίσματα, που είχαν αντικαταστήσει το κλάμα, την απόγνωση. Το ευχαριστιόταν ο Ανεξάρτητος, ακουμπισμένος στο γραφείο, με τα παντελόνια του να έχουν σχηματίσει μια στοίβα στο ύψος των αστραγάλων του. Η εξουσία, εκείνος ο τόνος της αλαζονείας, λαμπύριζε στα μάτια του, κάτι που έκανε τη μικρή να φοβάται περισσότερο. «Ρούφα μαύρο σκυλί!» της είπε μετά, χτυπώντας την με το γόνατο στο στομάχι, κι εκείνη έβγαλε σπαραγμούς, αλλά δεν τόλμησε να απαλλαγεί από τη βίαιη παλινδρόμηση, που της επέβαλλε ο Ανεξάρτητος. Της κρατούσε με δύναμη το κρανίο, αυστηρά προσηλωμένο πάνω στο φύλο του, και υποβοηθούσε και αυτός το έργο της. Η νεαρή υπάκουε, και περίμενε το τέλος, αφήνοντας το σάλιο της να κατεβαίνει στο στήθος της, που φούσκωνε από την ταραχή. Δε μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο. Και όταν ο Ανεξάρτητος τελείωσε, το στόμα της γέμισε με κάτι που της φάνηκε φαρμάκι, και έσπευσε να το ξεράσει, την ώρα που ο καραφλός είχε γείρει πίσω, μετρώντας την ανάσα του, τους ταχείς παλμούς του, τα αποτελέσματα της εργασίας του.
Με μια ευδαιμονία απίστευτη, ανάσαινε πιο αργά για να νιώσει καλύτερα στο πετσί του αυτό που μόλις είχε κάνει. Και για το οποίο ένιωθε εκπληκτικά. Κατέληξε λέγοντας «για αυτά κάνετε μόνο!» και έβγαλε ένα γέλιο που φόβισε τη νεαρή. Εκείνη σύρθηκε στο υγρό πάτωμα, με τα χέρια να καλύπτουν το πρόσωπό της, σαν να φοβόταν μια νέα επίθεση. Όμως, η βιαιότητα όλη είχε βγει πριν ο καραφλός αποφασίσει να τη ταπεινώσει εντελώς. Περπάτησε, γυμνός από τη μέση και κάτω, και φτάνοντας ακριβώς από πάνω της, την έφτυσε λέγοντας «Ούτε να στον χώσω δεν αξίζεις!», και μετά έφτυσε εκ νέου, αφήνοντας ανάμνηση στην ανήμπορη κοπέλα, μια κλωτσιά στο τρεμάμενα πλευρά της. Έπειτα κουμπώθηκε και έκατσε στο γραφείο για να απολαύσει ένα τσιγάρο, με θέα ένα ρημαγμένο τοπίο, και του άρεσε που αυτός το είχε ρημάξει. Με την μύτη σηκωμένη, και έχοντας πάρει το ύφος της τεστοστερόνης, σήκωσε το τηλέφωνο και διέταξε έναν άλλο να έρθει να την μαζέψει.
Την ίδια ώρα η Μόνιμη κατέβαινε τις σκάλες του αστυνομικού τμήματος, έχοντας χώσει στην τσάντα της το κινητό της, και το έκανε λες και είχε βάλλει εκεί μέσα κάποιον μικρό θησαυρό. Είχε απαθανατίσει με την κάμερα του μικροσκοπικού χαφιέ, του κινητού της, όλο το μεγαλείο του άξεστου μπάτσου που νόμιζε ότι αγαπούσε. Είχε πάει στο τμήμα, μέσα στη νύχτα, γνωρίζοντας ότι θα ήταν μόνος, και είχε πολύ πονηρές βλέψεις. Μέσα σ΄ αυτές ήταν να μπει στο γραφείο, αιφνιδιάζοντάς τον, και έπειτα να κρύψει το κλειδί στο βρακάκι της. Είχε προμηθευτεί και δύο μπουκάλια κρασί, γιατί εκείνα θα επέτρεπαν στον Ανεξάρτητο να ψάξει το κλειδί της πόρτας –μόνο έτσι. Ακούγοντας εκείνες τις γρήγορες και βίαιες ανάσες, με το αφτί κολλημένο στην πόρτα, τα μουγγανητά και τη σάρκα να παφλάζει, αποφάσισε να το διακινδυνεύσει με την αποφασιστικότητά της, και άνοιξε λίγα εκατοστά την πόρτα του γραφείου. Κανείς δε την πήρε είδηση, είχαν άλλες δουλειές. Από εκεί, εκείνη την αποκαλυπτική χαραμάδα, βιντεοσκόπησε τον Ανεξάρτητο, να κάνει σε κάποια άλλη (και μάλιστα μαύρη) αυτό που ευχόταν να δοκιμάσει πάνω στην ίδια. Αυτό δε μπορούσε να το ανεχτεί. Είχε αποφασίσει να τον καταστρέψει, και σε αυτό θα την βοηθούσε μια φίλη της που δούλευε σε ένα μεγάλο κανάλι της χώρας.
Και βγαίνοντας από την μεγάλη πύλη του τμήματος, ξεστόμισε ένα «Ζώο!», κάτι που μια διαβολική σύμπτωση του σύμπαντος, έβαλε, την ίδια ακριβώς στιγμή, να συμπέσει με τα ίδια ακριβώς λόγια, στο στόμα του Ανεξάρτητου. «Ζώο!» είπε κι αυτός γελώντας απέναντι από την ετοιμόρροπη κοπέλα.
Αυτό που η Μόνιμη δεν είδε, δεν το πρόσεξε, ή τέλος πάντων δε την ένοιαξε να διακρίνει, ήταν ότι το χέρι με το οποίο ο Ανεξάρτητος κρατούσε το κεφάλι της νεαρής κοπέλας, ενώ εκείνη είχε το φύλο του στο στόμα της, κοσμούταν με ένα περιφανή αγκυλωτό σταυρό.











Δευτέρα, Οκτωβρίου 27, 2008

Ήλθε ο χειμώνας μου…


Διήγημα


Ο αέρας έσερνε κατάμαυρα, μικρά καμένα ξύλα, και στάχτες νεκρών φύλων, σε ρυθμούς κυκλικούς, κροταλίζοντας πάνω στις υγρές κακοτράχαλες πέτρες τ’ απομεινάρια τους, έτσι που οι ριπές εκείνες έμοιαζαν με ζοφερές σιδεριές - κομμάτια ίσια σε μέταλλο και δύναμη - μιας αλυσίδας βίαιης που ήλθε να τιμωρήσει αυτόν τον κόσμο, και να τον κλείσει πίσω από τις τρομαγμένες πόρτες του. Συνωμοτώντας ο ουρανός με την τρεμάμενη γη, πριν το δειλινό σβηστεί στη φωτιά του, είχε απλώσει μαύρες κουρτίνες στο αυλακωμένο στερέωμα, και από τα στριφώματά τους, έρρεαν ασθενικές ψιχάλες, που εξαφανίζονταν πριν καν φτάσουν στις κορυφές των δέντρων, τα οποία έγερναν με την ακρίβεια και την ένταση ενός ελατηρίου –δεξιά, αριστερά. Όλος ο τόπος ανέδιδε την ταγκή μυρωδιά της παρακμασμένης φύσης, και τα ζώα είχαν λουφάξει με φωτεινά μάτια στις κρυψώνες τους, περιμένοντας με άσβεστη δίψα να δουν νέα δεινά και νέες συμφορές.
Η γυναίκα μετακίνησε το κουρτινάκι από το παράθυρο της κουζίνας με το βρεγμένο χέρι της, βλεφάρισε προς τον έξω κόσμο, και πείστηκε πλέον ότι η πυρκαγιά που ρήμαξε τον τόπο, δεν ήταν παρά μια προειδοποιητική αντίδραση της προδομένης φύσης. Έπλυνε το τελευταίο ποτήρι, και κλείνοντας τη βρύση ένιωσε την ανάσα της να σταματάει. Το νερό έτρεχε με μια καθησυχαστική μονοτονία για αρκετή ώρα, και χανόταν στο στόμιο του μαρμάρινου νεροχύτη με έναν ήχο σχεδόν ανεπαίσθητο, την ώρα που συγκεντρωνόταν γύρω του ένας αφρός αποτελούμενος από μεγάλες φουσκάλες, που έσκαγαν αφήνοντας εδώ και κει την μικρή άσπρη ψυχή τους. Εκείνες οι στιγμές την είχαν εγκλωβίσει σε ένα ήρεμο αίσθημα, σχεδόν παραλυτικό, και μόλις στριφογύρισε τη βάνα, όλα διακόπηκαν απότομα. Αφήνοντας το ποτήρι να στραγγίξει σε μια βαμβακερή πετσέτα, και γυρνώντας απότομα το κεφάλι προς τα πίσω, ήλθε αντιμέτωπη με το σκοτεινό περίγραμμα της πόρτας, που άχνιζε σιωπή και ζόφο.
Η νύχτα που στάλαζε πηχτή από τα μαύρα βουνά, δεν είχε πνίξει ακόμη τις τελευταίες αναλαμπές φωτός, και στο σπίτι μέσα, μια θλιβερή μονοκατοικία δίπλα στο δρόμο, μπορούσες ακόμη να περπατήσεις. Το μόνο που μπορούσε να διακρίνει ήταν τα περιγράμματα των πραγμάτων, που λες και άχνιζαν μια φασματική γκριζάδα, ένα πρελούδιο για το απόλυτο σκοτάδι που θα ακολουθούσε. Δε θέλησε να ανάψει κανένα φως, εκμεταλλευόμενη το μεταίχμιο εκείνο της μετάβασης από το αμυδρό φως που ξερνούσαν τα πράγματα, λίγο πριν γίνουν ένα με το χρώμα του ουρανού, ο οποίος άρχιζε να παίρνει τόσες διαβαθμίσεις του μαύρου, που θα ‘λεγες πως η μια πυκνότητα αντιμαχόταν την άλλη σε τρομάρα. Στην πραγματικότητα ήταν μια ακόμη δοκιμή για εκείνη, μια επιβεβαίωση πως τα πόδια άντεχαν ακόμη και πως το μυαλό εξακολουθούσε να λειτουργεί φυσιολογικά, ότι μπορούσε, εν τέλει, να περπατήσει άνετα - ακόμη και μέσα στο σκοτάδι – σε αυτό το σπίτι που της είχε απομυζήσει τριάντα πέντε χρόνια έγγαμου βίου, και όσα ακόμη της απόμεναν μέχρι το τέλος. Βάδιζε αργά στο διάδρομο, με βέβαια βήματα που έβγαλαν ένα απόκοσμο σύρσιμο, και επιπλέον, δεν σήκωσε τα χέρια να προσανατολιστεί με την αφή. Τα πράγματα της μιλούσαν, αλλά εκείνη τα προσπερνούσε με την απάθεια που οι περαστικοί δείχνουν σε μαυροφορεμένες ζητιάνες. Με την άκρη του ματιού, καθώς προχωρούσε, αναζήτησε τα τριαντάφυλλα στο βάζο, που κοσμούσε την καλογυαλισμένη επιφάνεια της σερβάντας. Μαύρα φύλλα, γερμένα και σκελετωμένα κοτσάνια. Κοντοστάθηκε έξω από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας - μια γριά πόρτα, παλιομοδίτικη, βαμμένη με άσπρη λαδομπογιά σκασμένη από τον καιρό εδώ και κει - και έστρεψε το βλέμμα στην μικρή ακτίνα φωτός, που δραπέτευε από το άνοιγμα της πόρτας, κάτω κάτω, λίγων μόνο χιλιοστών εκείνη η χαρακιά, μια πορτοκαλιά γραμμή, πού όσο πήγαινε και έσβηνε στη μαυρίλα του δαπέδου. Άπλωσε το χέρι, ακούμπησε την πόρτα με δύο δάχτυλα του δεξιού χεριού, και περίμενε να κοπάσουν τα τριξίματα από τους σκουριασμένους μεντεσέδες, για να μπει σε ένα δωμάτιο, με ένα κρεβάτι, που κάποτε την περίμενε στολισμένο, με ρύζι, ροδοπέταλα, σταφίδες και λεφτά. Το κρεβάτι του γάμου της. Και στον τοίχο απέναντι, κρεμασμένα τα στέφανα, μπλεγμένα μέσα σε ένα ξύλινο πλαίσιο με γυάλινη πρόσοψη, να μαραίνονται σε εκείνο το μπεζ χρώμα της λήθης. Όπως και εκείνη, μπλεγμένη και μαραμένη.
Το καντήλι στο κομοδίνο έφεγγε ακόμα, και ήταν θέμα χρόνου το λάδι να σωθεί και το λουμίνι να ακουμπήσει σκέτο νερό. Η μικρή φλόγα, που είχε αρχίσει το ξεψύχισμα, έβγαινε υποβλητική μέσα από το κιτρινωπό εφαρμοστό τζάμι, και διαθλασμένη καθώς απλωνόταν στο σκοτάδι, γεμίζοντας τους τοίχους με ένα χρώμα παλιότερων εποχών, έμοιαζε με φωτιά που απειλούσε να κατακάψει το σπίτι – θα μπορούσε να κάνει αυτό που δεν έκανε η πραγματική πυρκαγιά, που πέρασε και σταμάτησε στη ξεχορταριασμένη αυλή του σπιτιού. Πίσω από το καντήλι, γερμένη στο τοίχο μια εικόνα της Παναγίας, και μπροστά από το καντήλι, παράταιρα, υπήρχε ένα πιάτο της σούπας άδειο, με το κουτάλι να φέγγει περίεργα. Το φως εξακτινωνόταν σαν χοάνη προς το ταβάνι, και καθώς τρεμόπαιζε αθόρυβα, η γυναίκα σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να προδώσει παλιές σκιές που γαντζωμένες από την οροφή, περίμεναν να θρέψουν την ύπαρξή τους με θάνατο.
Το σώμα του άνδρα της, τυλιγμένο μέσα σε παχιές κουβέρτες - για έναν άνθρωπο υπό φυσιολογικές συνθήκες θα ήταν αφόρητες - που έμοιαζαν να τον καταβροχθίζουν αθόρυβα και ύπουλα, ήταν ακόμη ζωντανό. Το φως το είχε μετατρέψει σε ένα οριζοντιωμένο κέρινο ομοίωμα, ένα μνημείο πλήρους ακινησίας που το συντηρούσε αποκλειστικά μια καρδιά υποτονική. Τα χέρια αυτά, που τώρα πλάκωναν τη δίπλωση της κουβέρτας και ήταν μισάνοιχτα σε μια στάση παράδοσης, τα χέρια αυτά με τις μαυρισμένες φλέβες, πρησμένες από τους ορούς, και τις ρυτίδες που είχαν εξαφανίσει τη δύναμή τους, ήταν ανήμπορα, σχεδόν άχρηστα. Και όμως αυτά τα χέρια την είχαν κάνει πολλές φορές να νιώσει τον πόνο, τη βία, αλλά και την ηδονή. Πότε η σάρκα της μελάνιαζε κάτω από το μανιασμένο σφίξιμο εκείνων των δαγκάνων, και πότε τα χάδια τους σε απόκρυφα σημεία, ήταν η αρχή ενός ποταμού πρωτόγονης ευχαρίστησης, που θέριευε και την έκανε να αναριγεί σαν ένα γυμνό σώμα στην παγωνιά. Σε εκείνα τα χέρια που τη μια βάφονταν με το αίμα του κορμιού της, και την άλλη με τις ζεματιστές εκκρίσεις της. Και το στόμα του, που τώρα μαράζωνε σφαλιστό, με τις λέξεις να τριγυρνάνε στην κοιλότητά του, αλλά να μην έχουν την ώση να βγουν και ν’ ακουστούν, αυτό το στόμα της είχε κάποτε μεταδώσει με καυτά φιλιά, ένα πάθος ανυπέρβλητο που χάθηκε κάπου στο δρόμο, και την είχε εξευτελίσει άλλες τόσες φορές, όταν το πικρό σάλιο του την έβρισκε στο πρόσωπο και τα μαλλιά, μέσα σε κυκεώνες από βρισίδια και σκληρές ταπεινώσεις. Αυτά τα μαβιά χείλια με το αμυδρό χρώμα τους συντάραζαν το πρόσωπο, ένα τοπίο απεγνωσμένης σιωπής, κάτωχρο, τρομακτικό, και τώρα πλέον απόλυτα ξένο.
Τα πάντα σε εκείνο το πρόσωπο ήταν δύσκαμπτα, άσπαστα όπως τα χαρακτηριστικά μιας κούκλας που δε σαλεύουν από κανένα εξωτερικό ερέθισμα, γιατί έτσι φτιάχτηκαν. Μόνο τα μάτια, εκείνοι οι γεμάτοι θλίψη βόλοι που άλλαζαν χρώματα, άνοιγαν για λίγα λεπτά τη μέρα, και με μεγάλη προσπάθεια κινούνταν αργά προς όλες τις κατευθύνσεις, και προσεκτικά, γιατί θα μπορούσαν να φύγουν και να κατρακυλήσουν στο λαιμό. Αυτά μιλούσαν για τις ανάγκες του σώματος, και από την όψη τους η γυναίκα καταλάβαινε τι έπρεπε να κάνει κάθε φορά. Αυτά μαρτυρούσαν ότι το σώμα είναι ξύπνιο, και αυτά θα υποδέχονταν το θάνατο με ένα γούρλωμα, την τελευταία αναλαμπή, εκείνη την σπίθα της τελειωτικής παράδοσης, όποτε αποφάσιζε το σώμα να περάσει στην άλλη όχθη της λήθης.
Μια διάφανη πλαστική μάσκα, κάλυπτε τη μύτη και το στόμα του άνδρα της, και από ένα σωλήνα που λειτουργούσε σαν αρτηρία, δύο μεγάλες σιδερένιες φιάλες οξυγόνου (πίσω από το ξύλινο διπλό κρεβάτι) υποβοηθούσαν τα πνευμόνια, ώστε να γεμίζουν με καθαρό αέρα. Έμοιαζαν με πυραύλους, αλλά η σκουριά που απλωνόταν στην επιφάνειά τους, προσλάμβανε διακλαδώσεις που δημιουργούσαν ακανόνιστα σχήματα, και ήταν η απόδειξη ότι οι φιάλες ήταν παλιές, χρησιμοποιημένες παλιότερα από άλλους που τώρα ήταν νεκροί, και έτοιμες να μεταφερθούν αλλού, όταν ο άντρας που αναπαυόταν στο κρεβάτι, αποφάσιζε να κάνει το στερνό ταξίδι με το Βαρκάρη. Η γυναίκα, τις είχε νοικιάσει από έναν ευφυή αλουμινά και οξυγονοκολλητή, και όταν θα της επέστρεφε, αυτό θα σήμαινε ότι ο άνδρας της θα ήταν νεκρός. Η χρήση τους ήταν εύκολη. Άνοιγες τις βάνες, ζούσε ο άνδρας σου, την έκλεινες, τον σκότωνες.
Έστεκε με τα χέρια φασκιωμένα μέσα στη πλεχτή ζακέτα, και κοιτούσε αυτό το θλιβερό τοπίο για ώρα, όπως έκανε τα τελευταία χρόνια, πάντα γερμένη στις παραστάδες της πόρτας, με μια βουή που μεγάλωνε στο κεφάλι της όσο προχωρούσε η νύχτα. Και η σκέψη άδεια, για να μη κουράζεται. Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή και στρέφοντας το κεφάλι προς το ταβάνι, είδε ένα σκηνικό γνώριμο, που της ήταν οικείο, ανεξάρτητα από το αν ήταν η όχι πραγματικό – εκείνη το είχε εντάξει στα τρέχοντα μαρτύριά της. Το ταβάνι, έτσι όπως φωτιζόταν αμυδρά από το τρεμάμενο καντήλι, έμοιαζε με σάρκα πιεσμένη, γερασμένη, μια κυματοειδής επιφάνεια που έμοιαζε με το σώμα της, και της το θύμιζε για λίγες στιγμές, μέχρι να αναθεματίσει το μάστορα που είχε διαπράξει μια απίστευτη κακοτεχνία στο σοβάτισμα, η οποία αποκαλυπτόταν στα μάτια της μόνο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες.
Μαύρα στόματα, κεντημένα στο ταβάνι, σαν θλιβερά εκζέματα, ανθρώπινα στόματα κάποιων που είχαν φύγει από αυτόν τον κόσμο και άλλων που έρχονταν από το μέλλον, όλα απρόσκλητα και φασαριόζικα, ανοιγόκλειναν αχνίζοντας ζεστό καπνό και προέτρεπαν τη γυναίκα να δράσει.
«Κλείσε τις βάνες!» έλεγαν όλα εκ περιτροπής, άλλο ψιθυρίζοντας, ερεθίζοντας τα μηνίγγια της, άλλο γελώντας τρομακτικά, σχεδόν σαρκαστικά, όλα συντονισμένα σε μια κλίμακα τρόμου, γιατί γνώριζαν ότι η πρόταση τους δεν ήταν δικιά τους. Βρισκόταν καλά θαμμένη ακόμα στα απόκρυφα κομμάτια της γυναίκας, με την αξίνα της αξιοπρέπειας που την έσερνε τόσα χρόνια σ’ αυτό το χάλι. Αυτές οι λέξεις είχαν κατακαθίσει στο κεφάλι της, και περίμεναν αυτές τις φωνές, να τις τσιγκλήσουν, να τις αναστήσουν από το λήθαργό τους, και να τις μετατρέψουν σε πράξεις. Η γυναίκα είχε καλέσει τα στόματα. Αυτή το ‘χε κάνει.
Το μέτωπο γέμισε στάλες ιδρώτα, ο λαιμός της ξεράθηκε και τα μάτια στράφηκαν μόνα τους στο πάτωμα. Και κει στόματα που ξερνούσαν μια ρευστή μαυρίλα. Το κεφάλι της έπεσε στα ανοιγμένα χέρια, και το μαρτύριο τελείωσε όταν η ίδια, σε μια απίστευτη έκρηξη γενναιότητας, πήρε την πρωτοβουλία να πασπατέψει τον τοίχο δίπλα της και να ανοίξει το διακόπτη του ηλεκτρικού ρεύματος. Ο πολυέλαιος στην κρεβατοκάμαρα άναψε. Στη στιγμή τα πάντα επέστρεψαν στην άβυσσό τους, και τα στόματα έκλεισαν γρήγορα, παίρνοντας μαζί τα λόγια και τα ξερατά τους. Ο άντρας ατάραχος. Το καντήλι τσίριξε και έσβησε κι αυτό. Η γυναίκα με το χέρι να συγκρατεί τον εμετό στο στόμα, έτρεξε στο μπάνιο να ξαλαφρώσει. Ο άντρας κούνησε τον αντίχειρα του δεξιού του χεριού, ή μπορεί και να μη τον κούνησε. Ένα ανεπαίσθητο σάλεμα. Η γυναίκα δε το είδε.

¨
Το ξημέρωμα μια μέρας, όσο κακό κι αν είναι, πάντα προδιαθέτει τον άνθρωπο να βγει στον κόσμο και να στραγγίξει τις λιγοστές σταγόνες αισιοδοξίας, που ξεφεύγουν σα διαμάντια από τις γούρνες, όπου, από ένα σημείο και μετά βαλτώνει η ζωή του. Όλοι οι άνθρωποι είναι ναρκομανείς, ξυπνάνε το πρωί με καρφωμένες στις φλέβες τους απρόσωπες σήριγγες, γεμάτες με το ηδονικό της αισιοδοξίας, την ελπίδα. Κανείς δεν είναι τόσο δυνατός, ώστε να αφήσει τούτο τον κόσμο, επειδή απλά ο ουρανός είναι γκρίζος, η ατμόσφαιρα τόσο στυφή, επειδή έχει χάσει τον έρωτα, μερικούς αγαπημένους, και το μόνο που περιμένει είναι το τέλος. Ο άνθρωπος έχει δύο μεγάλα πλεονεκτήματα. Ξεχνά και θυμάται. Θυμάται και ξεχνά. Πότε το ένα, πότε το άλλο, ανάλογα με το συμφέρον του, για να συνεχίσει να ζει. Δε γίνεται αλλιώς. Το μυαλό αν μείνει στατικό, αποκτήσει εμμονές και φαντάσματα με ονοματεπώνυμο, θα εκραγεί σαν πεπιεσμένη χύτρα. Το μυαλό πρέπει να είναι κέντρο διερχομένων.
Η γυναίκα ξύπνησε από ένα ύπνο βαθύ, γαληνεμένο τον λες, αν τα γνώριμα όνειρα σε έχουν προς στιγμήν εγκαταλείψει. Αν βλέπεις όλη τη νύχτα μαύρο φόντο. Εκείνη όμως, με το που τρεμόπαιξε τις βλεφαρίδες, αναστατώθηκε τόσο πολύ και με τα χέρια σταυρωμένα, αναρωτήθηκε τι θα γίνει από δω και μπρος, αν αποφάσιζαν, οι μαύρες φιγούρες και τα λόγια τους, να φύγουν μια για πάντα από το χαγιάτι των ονείρων της. Ήταν η παρέα της, στην οποία παραδινόταν κάθε βράδυ, και κρυφάκουγε τους διάλογους με μεγάλη ζέση, τα χάχανα και τις μπηχτές, το παιχνίδι των παύσεων και της σιωπής, χωρίς να θυμάται το πρωί τίποτα απολύτως. Τι θα απογινόταν, αν τα όνειρα χάνονταν, όπως και οι άνθρωποι;
Ήταν μια γυναίκα, αυτή που τώρα σηκώνεται μέσα στο διάφανο νυχτικό της, από το καναπέ- γινόταν και κρεβάτι για τους ξένους, όπως αυτή τώρα πια – του καθιστικού, μόνιμο λημέρι ανάπαυσης από τότε που ο άνδρας έμεινε κατάκοιτος, η οποία δεν έζησε έτσι ώστε να ελπίζει πολλά πράγματα από τα μελλούμενα. Δεν ήταν τόσο αδαής, ώστε να πιστεύει ότι το γκρίζο του ορίζοντα, αυτό που κανείς δεν το ξέρει και είναι μπροστά, θα μετατρέπεται αιώνια στο άσπρο, επειδή έτσι το θέλουν μερικοί. Ή αντιστοίχως στο μαύρο, για όσους έχουν λουφάξει, πριν την ώρα τους, κάτω από καμιά υγρή ταφόπλακα. Το γκρίζο είναι γκρίζο, έλεγε κι αυτό δεν αλλάζει. Ούτε μαύρο, ούτε άσπρο, αλλά γκρίζο. Ο φόβος απέναντι στο επερχόμενο, και ταυτόχρονα η ηρεμία μέχρι το νεφελώδες μέλλον να δεήσει και να στραφεί στο παρόν, να το μορφοποιήσει με τα φοβερά του χέρια, να αποκαλύψει τις αλήθειες. Το ‘λεγε και το πίστευε. Το γκρίζο το αποζητούνε πολλοί, και με το να το δείχνουν σαν μαύρο ή σαν άσπρο, αυτοί οι επιτήδειοι, σε κάνουν κουμάντο. Εκείνη είχε αποφασίσει να μετρήσει τις μέρες, τους μήνες, και αν ήταν τυχερή – ναι, τυχερή! - τα χρόνια, με αυτό το γκρίζο στην καρδιά, με αισθήματα που δεν είχαν πλέον χρώμα, με σκέψεις βαριεστημένες (γιατί γνώριζε που θα κατέληγαν όσες κι αν σκαρφιζόταν), με λόγια κλεισμένα στο στόμα για τα μεγάλα της ύπαρξής της, και με ένα μόνο πράγμα συμφιλιωμένη, τη μνήμη της. Από δω και πέρα. Ζούσε, και θα ζούσε, όσο της δινόταν, με απάθεια για το παρόν και αδιαφορία για το μέλλον. Θα τα υπόμενε όλα τα ραπόρτα της μνήμης, καλά και κακά, σαν τα φιλιά της μάνας στο μέτωπό της. Ένα συναίσθημα της ροκάνιζε το μέσα της μονάχα, μην αποφασίσουν οι θύμησες και χαθούν από το μυαλό, μη σηκωθούν τα όνειρα και φύγουν, να βρουν αλλού τυραννισμένες ψυχές να ξεφαντώσουν, μη μείνει άδειο το χαγιάτι των ονείρων της. Έτσι λοιπόν ζούσε τώρα, μόνο ως άνθρωπος, ούτε σαν προφήτης, ούτε σαν πεθαμένη.
Η κουζίνα. Μέρος ηρεμίας και μοναδικός χώρος που υπενθυμίζει σε μερικούς ότι ακόμα είσαι άνθρωπος, και ότι για να ζήσεις, πρέπει να φας και κάτι. Ιδού ένα μέρος μνήμης λοιπόν, κατά τα λοιπά, για τη γυναίκα. Μια μυρωδιά, ένας ήχος, μια κίνηση, όλα ικανά να τη πάνε πίσω, σε εκείνα που ήθελε και σε εκείνα που τ’ άφησε θαμμένα κάπου, με μια ανάσα πρόσκαιρης ανακούφισης. Και ήταν πολλές οι ώρες τα πρωινά, που παρακολουθούσε το είδωλό της να τρέμει στην επιφάνεια του κρύου καφέ, με τα χέρια σταυρωμένα και τα μάτια γουρλωμένα, πανέτοιμα λες, να δουν κάτι που της διέφευγε, συμφορές που πήγαιναν να κρυφτούν για να επανεμφανιστούν δυνατότερες. Και παράλληλα, ματιές στο ρολόι του τοίχου, εκεί που ο χρόνος ουδέτερα κινείται, αλλά που σε πείσμα της αστοχασιάς της, έριχνε σπρωχτές ματιές, μπας και κινηθούν οι δείκτες, να περάσει η ώρα, να φύγει το πρωινό. Εκείνες οι ώρες δεν την ενθουσίαζαν, μόλις όμως έμπαινε το μεσημέρι, άλλαζε ο αέρας που φυσούσε μέσα της και ετοιμαζόταν, σαν καλή μάνα, να ανοίξει με προσοχή την πόρτα του δωματίου του γιου της. Εκεί, με γλυκές ανάσες κοιμόταν το παιδί της, και το άφηνε να κοιμηθεί πολύ, να το ‘χει όσες ώρες μπορούσε παραπάνω στο σπίτι της. Να μείνει η μυρωδιά του στα σεντόνια, μέχρι τη στιγμή που θα επέστρεφε να λιώσει και πάλι πάνω τους. Και πριν μπει, κάτι της πάγωνε τα χέρια και αναρωτιόταν. Είμαι ακόμα μάνα; Άραγε να ζει κάπου εκεί έξω; Η ανάσα του γιου της, κολλημένη στη μέσα πλευρά του τοίχου, και εκείνη πάντα με το αυτί να ακουμπά το κρύο ντουβάρι, μη τη χάσει. Και άνοιγε με δύναμη την πόρτα να το διαπιστώσει. Και η ανάσα χανόταν.
Σε εκείνο το δωμάτιο, όπως και σε όλο το σπίτι γενικώς, δεν κινούταν τίποτα. Ούτε καν η σκόνη. Ήταν το δωμάτιο του γιου, ένα δωμάτιο όπως πολλά άλλα, τέτοιων σπιτιών, τέτοιων οικογενειών, ένα συνηθισμένο ανατολικό δωμάτιο. Η μάνα έμπαινε μόνο τη μέρα εκεί μέσα, γιατί η νύχτα μπορεί να τις χρωστούσε πράγματα που δε θα ήθελε να αντικρίσει. Τις μέρες, λοιπόν, την υποδεχόταν (ή εκεί στρέφονταν τα μάτια της με λαχτάρα) μια φωτογραφία του μονάκριβου παιδιού της, που έστεκε σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης. Ένα πρόσωπο με μετρημένες γωνίες, εκφραστικά χείλη, μάτια υποσχετικά, και μαύρα μαλλιά να το στεφανώνουν. Ο γιος της, σε μια στιγμή της ζωής του, που απέπνεε χαρά και ευχαρίστηση, σε μια στιγμή πριν γίνουν όλα εκείνα που γκρέμισαν τις σχέσεις και άφησαν παντού στα μυαλά και στις καρδιές, χαλάσματα. Ήταν μια φωτογραφία που απεικόνιζε ένα, αν όχι ειδυλλιακό, όμως ήρεμο οικογενειακό παρελθόν. Με μια βιβλιοθήκη στην οποία η σκόνη μαγάριζε τις χάρτινες σελίδες των βιβλίων και ένα μικρό γραφείο για τις ώρες τις μελέτης – το βράδυ ένα μικρό λαμπατέρ φώτιζε τη σκοτεινιά, επειδή ο γιος ήταν μελετηρός και η μέρα δεν του έφτανε να διαβάσει και να γράψει. Είχε μπει στο πανεπιστήμιο, σε ένα τμήμα πολιτικών μηχανικών, και ήταν μια επιτυχία για την οποία η μάνα, κυρίως, είχε να το λέει και ελεγχόμενα να κοκορεύεται. Μια ντουλάπα, για καιρό κλειστή, έμοιαζε με στόμα που είχε πεισμώσει και αρνιόταν την κάθε κουβέντα σ’ αυτόν που την κοιτούσε. Μέσα της, πάνω σε πλαστικές κρεμάστρες, ακίνητα συνωστίζονταν πουκάμισα, και μπουφάν του γιου. Η μάνα την άνοιγε πότε πότε, όχι για κανένα συγκεκριμένο λόγο, αλλά από τη μέρα που είδε στον ύπνο της το γιο της (μέσα στη ντουλάπα), να έχει πέσει προς τα πίσω, παρασύροντας τα πουκάμισα, με μια τεράστια τρύπα στο μέτωπο, μαύρη αυτή και γεμάτο αίματα ξεραμένα το παιδί της, αποφάσισε να μην την ξαναπλησιάσει. Την είχε συνοδεύσει (στο όνειρο) και τις είχε ανοίξει τα φύλλα της ντουλάπας, μια γυναίκα γερασμένη, που μετά από μέρες, και αφού θυμόταν με τρόμο το πρόσωπό της, με μια ασυνήθιστη εμμονή, θυμήθηκε τελικά ότι επρόκειτο για κείνη που χρόνια πριν την είχε ξεγεννήσει. Και όταν άνοιξε τα φύλλα της ντουλάπας, την άκουσε η μάνα να λέει, ή να σκέφτεται η μαμή, με το χέρι απλωμένο σε μια στάση ευγένειας, να δείχνει προς τα μέσα, «πέρασε μάνα, πέρασε στην κόλαση»!
Και ήταν και το κρεβάτι. Πάντα, τα πάντα, το κρεβάτι. Που το πρόσεχε σαν τα μάτια της, για να μπορεί να ‘χει ακόμα μάτια. Κάθε μέρα, με την ίδια προθυμία, και το ίδιο μαχαίρι καρφωμένο σε εκείνη την αναξιοπαθούσα καρδιά, το ξέστρωνε, άλλαζε σεντόνια και σκεπάσματα, τίναζε τα μαξιλάρια και άλλαζε τις μαξιλαροθήκες, δίπλωνε τις κουβέρτες και τις τοποθετούσε στοιβαγμένες στα πόδια του κρεβατιού. Και τα νέα σκεπάσματα όλα φρέσκα, και σιδερωμένα με τσάκιση λεπτομερή, που κανένα σώμα δεν ερχόταν να την λειάνει. Τα σεντόνια όλα άσπρα, σαν σάβανα. Όλα έμεναν απείραχτα, μέχρι να ‘ρθει εκείνη να τα πειράξει. Και πριν γδύσει το κρεβάτι και το ξαναντύσει, έχωνε τα μαξιλάρια στη μύτη για να νιώσει το ξεραμένο ιδρώτα του παιδιού της, που ήταν πλέον αλλού, και άφηνε τον ιδρώτα του αλλού, για να ζήσει, έτσι τα λογάριαζε, έτσι τουλάχιστον ήλπιζε. Και έβλεπε τα βαθουλώματα που είχε αφήσει το σώμα του παιδιού στο στρώμα, εκείνα τα θλιβερά απομεινάρια, που σχημάτιζαν κάθε μέρα, για χάρη της, την πλάτη και το στέρνο, τη μέση και τα πόδια, το παλλόμενο μετείκασμα του γιου της. Τον επανέφεραν μπροστά στα μάτια της με τη δύναμη της απώλειας. Και χάιδευε το στρώμα, αργοσέρνοντας τις παλάμες πάνω στα απαλά σεντόνια, και αφήνοντας εκεί κομμάτια του εαυτού της, μόνο και μόνο για να τα βρει την επόμενη μέρα, με ρινίσματα σιδήρου στο λαιμό, και τροχισμένες πέτρες στο στήθος της. Και είχε ηρεμήσει από καιρό. Τώρα πλέον όλα γίνονταν αργά. Με ρυθμούς μιας ονειρικής τελετής, λιτανείας, για να μπορεί να βιώνει στο πετσί της και τα φανερά και τα αφανέρωτα. Να μπορεί να εγκλωβίζει στη θύμησή της, κάτι από μια εικόνα, που τώρα την είχε χάσει, και η φωτογραφία το μόνο που έκανε ήταν να τη διαστρέφει συνεχώς, να την αλλοιώνει, η ατάραχη φωτογραφία, η ένοχη για τόσες νεκρές αναμνήσεις. Και ήταν πράγματι ήρεμη, αν αναλογιστεί κανείς το βίαιο ψάξιμο που την ταρακουνούσε κάθε μέρα, τον πρώτο καιρό, που ήταν γεμάτος δάκρυα. Έμπαινε έντρομη μέσα στο δωμάτιο, και άρχιζε να ψάχνει (για το παιδί της) στα πιο απίθανα σημεία, να σηκώνει μονάχη της το στρώμα και να σπάζει τις σανίδες του κρεβατιού× να κοιτάει για ώρα το ταβάνι μην υπήρχε καμιά τρύπα για δραπέτες× να γρονθοκοπεί τους τοίχους και τα άψυχα έπιπλα× να στέκει στην άκρη του κρεβατιού με τα χέρια χωμένα ανάμεσα στους μηρούς της, και ν’ ανεβοκατεβαίνει, σαν νευρόσπαστο, σαν άνθρωπος που είχε χάσει τα λογικά του, μέσα σε αναφιλητά, που μόνο μια άλλη μάνα, στην ίδια κατάσταση, θα μπορούσε να καταλάβει. Και τα βράδια (εκείνα το πρώτα τρομερά βράδια της φυγής του γιου) ακουμπούσε παραδομένη την πλάτη στην κλειστή πρώτα του δωματίου, και έπεφτε σιγά, σχεδόν αυτοκτονούσε, στο έδαφος κλαίγοντας, και αφού ξεθύμαινε έπαιρνε το αποφασισμένο ύφος του φρουρού. Προστάτευε το γιο της, από εκείνους που θα έρχονταν δόλια και υποχθόνια τη νύχτα να τον κλέψουν, και αυτή να τη ρημάξουν. Και κρατούσε ανοιχτά τα μάτια όλη νύχτα, τα βλέφαρα την πονούσαν, αλλά άντεχε, ακόμη κι αν αντιμετώπιζε το απόλυτο σκοτάδι. Γιατί πίστευε ότι μέσα κοιμόταν το παιδί της.
Την ώρα που όλα όσα είχε να κάνει τέλειωναν, άλλοτε πρωτύτερα, άλλοτε αργότερα, με διαφορετική σειρά και δύναμη, αλλά με την ίδια πάντα ματαιότητα, η γυναίκα έστρεφε το ξαναμμένο και κάτισχνο πρόσωπό της στο μοναδικό παράθυρο του δωματίου. Κι ήταν τότε, που τα πράγματα και οι σκέψεις της σταματούσαν τις ανίερες συμμαχίες× την ώρα που σώπαιναν λοιπόν, και ήταν σαν να σταματούσε απότομα μια χιονοστιβάδα ήχων και εικόνων, εκείνη μετρούσε την ανάσα της, και έβαζε το χέρι στο μέρος της καρδιάς να δει αν η ταραχή ήταν ακόμη εκεί× αν είχε ακόμη ένα σκοπό στη ζωή της× φοβόταν μη και χαθεί η προσμονή. Εκείνο το παράθυρο ήταν ερμητικά κλειστό, βουβό και αναίσθητο. Τα ξύλινα παντζούρια, με τις χαρακιές και τους νοτισμένους αρμούς, ήταν μανταλωμένα, και θα έμεναν έτσι αιώνια, όπως οι πύλες του παραδείσου. Η τζαμαρία είχε σπάσει εκείνο το απόγευμα, στη δεξιά πλευρά, και είχε μείνει έτσι μέχρι τη στιγμή που η γυναίκα αποφάσισε να την κλείσει με ένα χαρτόνι. Το σπάσιμο ήταν η απόδειξη και δεν ήθελε να την εξαφανίσει Από τότε δεν ξανάβαλε κουρτίνες στο παράθυρο, γιατί δε χρειάζονταν. Οι κουρτίνες εκείνο το απόγευμα, με ανοιχτό το παράθυρο και τον αέρα να τις κουνάει μανιασμένα, ήταν αυτές που της μαρτύρησαν πως ο γιος της είχε δραπετεύσει, από κείνο το παράθυρο, αυτό το παράθυρο που βλέπει κάθε μέρα. «Τον έχασες!» τις είπαν με ένα γέλιο απόκοσμο, κοροϊδευτικό, αποστασιοποιημένο και άπονο. Μέσα από τα συρίγματα και τα ραπίσματα του ανέμου, έμοιαζαν με γλώσσες που πλατάγιζαν και ξερνούσαν κρύο αέρα. Κι ήταν έτσι, γιατί η γυναίκα αρχικά δεν τις πίστεψε και έτρεξε στο παράθυρο που είχε ανοίξει διάπλατα, ακουμπώντας το περβάζι με δύο χέρια που ήταν ικανά να λειώσουν το τσιμέντο. Και μετά πείστηκε. Τα μάτια δε μπορούσαν να δουν μακριά. Πυκνή ομίχλη είχε κατακλύσει τον ορίζοντα, καταπίνοντας τη γνώση για τα πράγματα. Αντίκρισε ένα άσπρο τοπίο, που ενώ σε άλλους γαληνεύει τη ψυχή, σε εκείνη μαρμάρωσε το σώμα. Και έμειναν ζωντανά μόνο τα μάτια στις κόγχες τους, γιατί τα ερέθιζαν τα δάκρυα που μάγκωναν τα βλέφαρά της. Το βλέμμα ακολούθησε τις πατημασιές πάνω στο χιόνι, και ύστερα χάθηκε και το βλέμμα, πάγωσαν και τα μάτια, έσπασαν και σκόρπισαν σαν πολύτιμες μικρές πέτρες, σαν ανεκτίμητες χάντρες, στο σκληρό πάτωμα. Δε μπόρεσαν να δουν τις μαύρες νιφάδες που άρχισαν να πέφτουν νωχελικά από έναν κάτασπρο ουρανό τα μάτια της. Και τότε ήταν που η φύση της υπενθύμισε τη μοναξιά της. Τα δέντρα έκλαψαν τα μαραμένα φύλλα τους, τα σκόρπισαν στο άσπρο τοπίο, και τα χαμοπούλια αγκαλιάστηκαν με τις φτερούγες τους, παγωμένα, σε μια κίνηση σεβασμού και συγκατάβασης, συμπάσχοντας στον πόνο της. Και η μάνα ψιθύρισε με φοβισμένη ψυχή… «Ήλθε ο χειμώνας μου»…

¨
Εκείνο το απόγευμα η γυναίκα δεν είχε τη δύναμη να παρακολουθήσει τη σύγκρουση, φάνηκε δειλή, και πήγε και κλείστηκε στην κουζίνα, ακούγοντας όμως με υψηλή καθαρότητα τους βρυχηθμούς του άντρα της στο καθιστικό. Ένα λιοντάρι κάτω από το δέρμα ενός όψιμου μεσήλικα, που είχε αποφασίσει να διαταράξει τις μόνες σταθερότητες της ζωής του. Και ήταν ένα λιοντάρι κλεισμένο στο κλουβί, που ‘χε να καταπιεί σάρκα για αιώνες. Ο πατέρας είχε σταυρώσει τα χέρια, τα νύχια της μιας παλάμης μπηγμένα στην αφράτη σάρκα της άλλης και τα έτριβε τόσο δυνατά, που πετούσαν σπίθες. Το σώμα του έτρεμε από την οργή, τα δόντια σφίγγονταν με οξύτητα στο στόμα, ενώ οι φλέβες του φούσκωναν από τα ορμητικά κύματα του μανιασμένου αίματός του, εκείνης της ροής που θα τα παράσερνε όλα σε τόπο που κανείς δε θα μπορούσε να βρει τα κομμάτια, να τα ενώσει πάλι. Στην άβυσσο.
Μια κάργα ανήγγειλε τον ερχομό του γιου. Και ήταν ακόμη ο ήλιος στο στερέωμα. Αλλά κρύφτηκε πίσω από ένα σύννεφο κι αυτός, λάκισε, τίποτα να μη δει. Ο γιος είχε μπει μέσα στο σπίτι. Το κατάλαβε η μάνα, τη στιγμή που έκλεισε σαν τάφος η πόρτα του σπιτιού, και έκλεισε απ’ έξω το πέταγμά της, εκείνα τα φθονερά κρωξίματα. Και τότε τα κατακόκκινα μάτια του πατέρα τον κοίταξαν. Το παιδί έστεκε σε μια στάση προσοχής, λες και είχε δραπετεύσει από στρατόπεδο, αλλά του είχε μείνει κουσούρι η πειθαρχία. Σηκώθηκε και πήγε κοντά στο γιο του, που τον εξέταζε ευθυτενής, με ένα ψυχρό διαπεραστικό βλέμμα – αυτό που εκείνη την ώρα του άξιζε. Κανείς δεν είπε τίποτα, οι σιωπές έβγαλαν μαχαίρια και άρχισαν τη σύγκρουση, με απαιτητικούς υποβολείς – το μίσος και από τις δυο πλευρές, ασίγαστο και ζωοδότης των πραγμάτων. Αυτό που ένιωθε ο ένας κοιτώντας τον άλλο, τότε, ήταν το μίσος, ανόθευτο από συναισθήματα και δεσμούς αίματος, το γνωστό σε όλους τους ανθρώπους, το ανθρώπινο μίσος. Αυτό που φωλιάζει παντού, ακόμη και στο πιο αγνό πρόβατο, στον πιο μυροβλήτη άγιο. Η μάνα δεν άκουγε τη σιωπή αλλά την ένιωθε, το κρύο φυσούσε στα κόκαλά της, σαν μια φλογέρα περιορισμένων σκοπών, και άρχισε σύγκορμη να παραδίνεται σε ένα τρέμουλο αποφορτιστικό –φοβόταν εκείνη την ώρα και δε μπορούσε να το κρύψει, από ποιόν, και γιατί να το κρύψει; Αυτό που άκουσε ξεκάθαρα, και ήταν κάτι που έμελλε να είναι το τελευταίο που άκουγε από τα χείλια του παιδιού της, ήταν ένα φτύσιμο. Μια απαξιωτική βλέννα, γεμάτη πικρία και απορία, που πήγε και καρφώθηκε στα πόδια του πατέρα, και είχε μεγάλη δύναμη, γιατί η μάνα είχε θελήσει να το κάνει κι αυτή, αλλά δε το τόλμησε ποτέ. Μια διαβολική αγαλλίαση διαπέρασε το στόμα της, που γέμισε σάλιο, εκείνο το σάλιο που πλημμυρίζει τα στόματα των σκυλιών, όποτε βρίσκουν ξεκοιλιασμένα ανθρώπινα κουφάρια. Και τότε άστραψαν τα μάτια της, και ευχήθηκε να γίνει φονικό, ο γιος να χώσει τον πατέρα στο χώμα. Και έστειλε κύματα μίσους κι αυτή στο γιο της, να τον ενδυναμώσει, να τον κάνει αδίστακτο. Να πετύχει ο γιος το σκοπό της. Να τελειώσει αίσια το πράγμα.
Ετοιμάστηκε. Πήγε και πήρε τη θέση της - πάντα κλεισμένη στην κουζίνα – γι’ αυτό που ήξερε ότι θα συνέβαινε, το ‘χε προβλέψει, το ‘χε ευχηθεί. Και τώρα ετοιμαζόταν να το ευχαριστηθεί, μέσα στην απόλυτη κενότητα, ένα αραχνιασμένο και άσπαρτο χωράφι η ψυχή της. Την ώρα που κούνησε το κουρτινάκι από το παράθυρο της κουζίνας, άρχισαν να πέφτουν τα πρώτα χτυπήματα, και τα άκουγε τώρα με απόλυτη πείνα, έχοντας καρφωμένο το βλέμμα έξω, στο δρόμο, στην απόμακρη, κι όμως διπλανή γειτονιά, που κινούταν στον έξω κόσμο με δαιμόνιους ρυθμούς, απαθής γι’ αυτά που εκείνη βίωνε τώρα, και φυσικά βουβή, γιατί δεν είχε ανοίξει το παράθυρο η γυναίκα – δεν ήθελε κανείς να διακόψει απ’ έξω τη ζωή του και να πει, να ρωτήσει, τι διάβολο συντελούταν πίσω από εκείνους τους τοίχους. Και η μάχη, ένα τοίχο πιο πέρα, συνεχιζόταν και μεγάλωνε τη φρίκη της. Έπιπλα που μετά από χρόνια ξύριζαν το πάτωμα, ανάσες που δεν ολοκληρώνονταν γιατί η πάλη ήταν αδυσώπητη, χτυπήματα φοβερά σαν γδούποι, μια σάρκα απέναντι στην άλλη, γυαλικά να σπάζουν και ιδρώτας να ποτίζει το αίμα και να το νερώνει. Κόκαλα που έτριζαν, και στόματα που είχαν προτάξει δόντια, κι αποζητούσαν την καταστροφή. Και ψηλά στον τοίχο, μια ομάδα εικόνων να ευλογεί με νηφαλιότητα τα δύο αγρίμια, που είχαν αποφασίσει να πάνε μέχρι τελικής πτώσεως, για να κερδίσει ο νικητής το φωτοστέφανο των αγίων. Ψυχροί κριτές.
Και μέσα στον πάταγο, εκείνη, είχε συντροφιά τη βουβή εικόνα της γειτονιάς, που αίφνης άρχισε να κινείται αντίστροφα. Οι άνθρωποι προχωρούσαν τώρα προς τα πίσω, εκείνοι που είχαν φύγει επέστρεψαν στα σπίτια τους, με ανάποδο βήμα. Τα πουλιά άνοιξαν τα φτερά και περίμεναν ένα δυνατό άνεμο να τα πάρει μαζί του, όπως τα αδέσποτα φύλλα των δέντρων, κι ήταν τόσο αφημένα στη μανία του, που σε λίγο ο ουρανός γέμισε με μικρές μαύρες κηλίδες, περιστρεφόμενες, λες και κατέβαινε ένα τεράστιο κοπάδι μολυσμένων ακριδών που είχε έρθει να κατασπαράξει τα σπαρτά - κι όμως απομακρύνονταν όλα, με διαταγή του ουρανού, που τα ρουφούσε ακατάσχετα. Οι γούρνες με το θολό νερό, ταράχτηκαν και άρχισαν να σηκώνονται υπό μορφή σταγόνων στον αέρα, ανάποδα εντελώς και έξω από της φύσης τα πρέπει, να ενώνονται με άλλες πολλές και να φτιάχνουν μαύρα σύννεφα, που κόλλησαν στον ουρανό, σαν καρκινικά σημάδια, διατηρώντας στα σπλάχνα τους το νερό που είχε θρέψει τη γη. Κι έτσι τα μικρά φυτά, απαλλάχτηκαν από τις έννοιες, και άρχιζαν να σκάβουν μόνα τους το χώμα για να βρουν τις ρίζες τους και να τις φάνε, μη τυχόν και ξαναβγούν στην επιφάνεια να ζητήσουν αχτίδες ακριβοθώρητες του ήλιου. Και έμειναν άθικτες και ατάραχες μόνο οι βελανιδιές, που αρμάθιαζαν το χωματόδρομο της γειτονιάς από τις δυο πλευρές του. Και ανάμεσά τους, σε κοντινή απόσταση, τρία παιδιά, με το ίδιο πρόσωπο, αλλά με διαφορετική ηλικία (ένα πέντε, το άλλο δέκα, και το τρίτο δεκαεπτά), της κέντρισαν το ενδιαφέρον. Το πρώτο, καθισμένο ανακούρκουδα κάτω από τον ίσκιο μιας βελανιδιάς, κουνούσε χάρτινα καράβια μέσα σε ένα τσίγκινο κουβά γεμάτο νερό. Το δεύτερο τεντωνόταν, ακροπατώντας στο χώμα, για να πιάσει ένα καρπό που ήταν μακρινός για το ύψος του. Κι όμως εκείνο προσπαθούσε, τεντωνόταν, ξέροντας ότι ποτέ δε θα το πιάσει αν δεν έκοβε από τη ρίζα του το πεισμωμένο κλαδί. Και το άλλο, το τρίτο, φορτωμένο με ένα σάκο, μέσα σε ένα κατάμαυρο πανωφόρι, έκανε τσιγάρο ακουμπισμένο στο κορμό της βελανιδιάς, πετούσε τη γόπα στο χώμα, και έπειτα με αργά και βασανιστικά βήματα απομακρυνόταν από τη γειτονιά, φτιασιδώνοντας το φορτίο του στις πλάτες, για να δείξει ότι ήταν βαρύ και ασήκωτο. Και είχαν όλα τα παιδιά το ίδιο πρόσωπο, τα ίδια μάτια, την ίδια απόγνωση. Ήταν το παιδί της, σπασμένο σε τρία ίδια κομμάτια.
Και τα σπαράγματα πήραν τόση απρόβλεπτη τρομάρα, που για να αποφύγει το σάλεμα των λογικών της, βούλωσε με τα χέρια τα αυτιά της. Και πλέον δε μπορούσε να ακούσει τίποτα έξω από αυτήν, ούτε γδούπους, ούτε γδαρσίματα. Το μόνο που άκουγε, κι είχε αφεθεί απόλυτα σ’ αυτό, ήταν η βουή που έβγαζαν τα αυτιά της. Άκουγε το αίμα της πως κυκλοφορούσε στις φλέβες της, το ράπισμα των κυμάτων του, πως προσέκρουε στα τοιχώματα της γερασμένης σάρκας της. Ένιωθε μόνο εκείνον τον τρομακτικό ήχο, που προηγείται καταστροφών και καταποντισμών, σαν να σαλεύει το χάος, και νομίζεις ότι η γη ανοίγει και σε καταπίνει αυτούσιο. Και έτσι όπως είχε σκύψει να ακούσει καλύτερα, δεν είδε τον άντρα της που μπήκε στην κουζίνα, χωρίς ορμή, με την αργοπερπατησιά του νικητή, που έχει ήδη φυλακίσει, το ελεεινό ή περήφανο, τελευταίο βλέμμα του θύματός του. Έτσι όπως τη βρήκε απροετοίμαστη, την έπιασε από τα μαλλιά, με τα δύο αιματοβαμμένα χέρια του, και της χτύπησε με δύναμη το κεφάλι στο μαρμάρινο νεροχύτη. Την ώρα που την σήκωσε από τις τρίχες της κεφαλής της, και εκείνη ξαφνιάστηκε χωρίς να ξέρει τι της ήρθε κι από πού, πρόλαβε μόνο να δει ερημωμένη τη γειτονιά έξω από το παράθυρο. Τα τρία παιδιά εξαφανισμένα. Τα σπίτια είχαν μετατραπεί σε τεράστια στραπατσαρισμένα πρόσωπα, που γελούσαν μαζί της, με το χάλι της, βγάζοντας τη γλώσσα. Η γυναίκα δεν πέθανε. Το χτύπημα όμως, ενείχε τις απαραίτητες δόσεις νεκρικής ηδονής, ώστε να πέσει κάτω αναίσθητη και μετά από ώρες να επανέλθει στον κόσμο των ζωντανών με ένα μεγάλο τραύμα, στον αριστερό της κρόταφο, με το βρακί κατεβασμένο και τον κόλπο της γεμάτο από υγρά σημάδια ενός ικανοποιημένου λιονταριού. Δε πρόλαβε να δει τον άντρα που είχε μπει στη κουζίνα με το στόμα βαμμένο με αίμα. Και ήταν να αναρωτιέται κανείς, αν το αίμα ήταν δικό του, ή το ‘χε αποσπάσει από αλλού.

¨
Ένα βράδυ, όπως όλα τα άλλα, στις δύο τη νύχτα, που ‘ναι και νωρίς, που ‘ναι και αργά, η γυναίκα ένιωσε στα αυτιά της, ζεστές ανάσες να της ψιθυρίζουν μισόλογα, ακαταλαβίστικα αλλά με μια στοργή που την είχε θάψει στα παιδικά της χρόνια. Κι όταν ανασάλεψε, πριν ανοίξει τα βλέφαρα, ένιωσε στο στόμα να την μπουκώνουν στάχτες, και σηκώθηκε γρήγορα να βήξει, να βρει αέρα, μη πεθάνει τόσο άδοξα. Και στάθηκε για λίγο, ούτε ξύπνια και ούτε κοιμισμένη, με τα χέρια παραδομένα στους μηρούς της, σε εκείνη τη στάση οι παλάμες της ζητιανιάς. Και ήταν ένας μικρός ήχος, και μια μικρή αντανάκλαση φωτιάς, που την ξύπνησε τελείως μέσα στη νύχτα- κατάλαβε ότι αυτά που συνέβαιναν, γίνονταν πίσω από την πλάτη της. Γέρικες φωνές σε μια σκοτεινή ώσμωση, και χαρτιά που καίγονταν και άφηναν στον αέρα εκείνη τη στυφή μυρωδιά του καμένου ξύλου. Και σηκώθηκε όρθια, χωρίς να στρέψει το βλέμμα προς τη μεγάλη τραπεζαρία, που ήταν λίγα μέτρα πίσω από το ντιβάνι που πλάγιαζε.
Και έπρεπε να την βλέπατε τότε! Με το νυχτικό το διάφανο να καλύπτει τα λυμένα της κόκαλα, και τα μαλλιά απλωμένα σε εκείνους τους αδύναμους ώμους –μαλλιά σπασμένα, λιγδιασμένα, με άσπρες τούφες εδώ και κει, σημάδια απρόσμενα, που εμφανίστηκαν μέσα σε λίγες στιγμές, μετά από βαρύθυμες ανάσες, εκείνες που τις αφήνεις και τα πνευμόνια μένουν αίφνης ξερά.Και με τα πόδια ξυπόλυτα γύρισε να δει τι ήταν αυτό που της είχε ταράξει το λιγοστό της ύπνο. Και είδε τρεις γριές, ολόμαυρες στα ρούχα, φασκιωμένες με μαύρα επίσης μαντίλια, που συγκρατούσαν τα βαμβακένια τους μαλλιά, γριές που ‘χαν φάει τη ζωή ως το μεδούλι, με χέρια χαρακωμένα από σκαλιστήρι του χρόνου, τις έβλεπε λοιπόν, να έχουν αποδυθεί σε μια δουλειά με μεγάλη αφοσίωση, μέσα σε ένα κλίμα γενικότερης σύμπνοιας, εμμονής για να γίνει γρήγορα η δουλειά. Κάθονταν σκυμμένες, στις καρέκλες γύρω από το τραπέζι, και μια μεγάλη φωτιά, που έβγαζε μαύρο καπνό και πετούσε μικρές στάχτες στα μάτια τους, έριχνε αμυδρό φως στα ρυτιδιασμένα πρόσωπά τους. «Όλα...όλα…όλα…» έλεγε η μία μετά την άλλη, τσακίζοντας εκείνη τη μοναδική λέξη με τα χαλασμένα δόντια τους, και εννοούσαν τους λευκούς φακέλους που έριχναν γρήγορα στη φωτιά. Τα έκαιγαν πάνω σε μια πιατέλα, σε εκείνη που η γυναίκα έβαζε τη βασιλόπιτα και μετά την σταύρωνε ο άντρας κάθε Πρωτοχρονιά, και το τραπέζι ήταν γεμάτο με λευκούς φακέλους, πλημμύριζε, που τότε δεν ήταν απολύτως λευκοί, γιατί το κιτρινωπό φως, τους χάριζε απλόχερα εκείνη την σκουριά του χαρτιού, που μαρτυρούσε τώρα ότι τα γραμμένα είχαν πλέον παλιώσει.
«Σου χτυπάνε δε τα’ ακούς;» τις είπε μια από τις γριές, χωρίς να στρέψει το κεφάλι, ούτε να σταματήσει τη δουλειά της.
Η γυναίκα έμεινε άφωνη, μ’ αυτό που έβλεπε, αλλά προσπάθησε να θυμηθεί αν σε εκείνες τις ιλιγγιώδεις στιγμές, άκουσε χτύπημα στη πόρτα. Και τη στιγμή που κλωθογύριζε ήχους στο κεφάλι της, ακούστηκε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα. Λες και δικαιωνόταν η γριά μπροστά στα μάτια και τα αυτιά της. Έμοιαζε με κείνο τον ξαφνικό ήχο, που κάνουν τα άγαρμπα σπουργίτια όταν πέφτουν πάνω σε τζαμαρίες, και σε καταλαμβάνουν εξαπίνης, μέχρι να τα δεις, ξεφυσώντας, να σκουπίζουν το τζάμι, πέφτοντας με το ράμφος στραβωμένο. Ο ήχος ακούστηκε, ήταν ξεκάθαρο, από την ξύλινη εξώπορτα.
«Σου χτυπάνε δε τα’ ακούς;» επανέλαβε η γριά συνεχίζοντας να ρίχνει με κείνα τα γέρικα, μα σβέλτα, χέρια, τους φακέλους και τα γράμματά τους στη φωτιά που θέριευε επικίνδυνα.
Και η γυναίκα είχε κοκαλώσει, δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν σε όνειρο, ή στο ξύπνιο της. Αόρατα καρφιά είχαν ακινητοποιήσει στις πατούσες της. Έσπευσε, μετά λίγη ώρα, με το βλέμμα να πεταρίζει πότε στις γριές, πότε μπροστά της, διστακτικά, και όταν έφτασε κοντά στην πόρτα της κόπηκε η ανάσα. Ένα φως είχε φωτίσει τη χαραμάδα στο κάτω μέρος της πόρτας. Μια άλλη γριά από τις τρεις, είχε κινηθεί σαν φίδι στο σκοτάδι, και είχε σκύψει εκεί που τώρα κοιτούσε η γυναίκα, και με ένα τσαλακωμένο γράμμα στο χέρι, που έκαιγε κανονικά, της φώτιζε αυτό που μέσα στο σκοτάδι δε μπορούσε να διακρίνει. Ήταν ένα υγρό πηχτό, μαύρο, ίσως κόκκινο, που ξεκινούσε απ’ έξω από τη πόρτα, και είχε απλωθεί και μέσα στο σπίτι της.
Και όπως ήταν σκυμμένη η άλλη γριά, της είπε «σου χτυπάνε δε τα’ ακούς;» με την ίδια φωνή με τη προηγούμενη, κι όταν απόσωσε η φωτιά στη παλάμη της, χάθηκε μέσα στο σκοτάδι.
Με μια κίνηση απότομη, η γυναίκα ξεκλείδωσε την πόρτα, την άνοιξε και ήλθε αντιμέτωπη με ένα θέαμα που την εντυπωσίασε. Ένας μαύρος ουρανός, χωρίς αστέρια, με άσπρα σύννεφα όμως, και κίτρινα καρφιά να καρφώνουν τη γη, κεραυνοί, που τις έλεγαν να κάνει γρήγορα, γιατί ο ουρανός σε λίγο θα σκιζόταν και γέμιζε ο τόπος άφθονη βροχή. Η γυναίκα αντίκρισε εμβρόντητη έναν άντρα, σωριασμένο στο κατώφλι της, αναίσθητο, ίσως νεκρό, με το κεφάλι ακριβώς στο ύψος που έκλεινε η πόρτα του σπιτιού της. Τα ρούχα του η μαζεμένη φτώχεια του κόσμου ολόκληρου. Και το κεφάλι ανάβλυζε αίμα, αυτό ήταν λοιπόν, αίμα χωρίς σταμάτημα, που ‘χε για πηγή ένα διαμπερές τραύμα σε ένα κεφάλι με ένα πρόσωπο κάτισχνο και ταλαιπωρημένο. Και είχε γένια το πρόσωπο, τόσο μακριά, που έκρυβαν τα χαρακτηριστικά του, και έτσι όπως φοβήθηκε η γυναίκα φώναξε με σπασμένη φωνή «Χριστέ μου!»…
«Λάθος έκαμες!» τσίριξε μια τρίτη φωνή (η τρίτη γριά) από το σκοτάδι πίσω της, επιτείνοντας, με τη σκληράδα στη φωνή της, το βούρκωμα των ματιών της.
«Ποιος είναι;» ρώτησε η γυναίκα τις γριές, χωρίς να αφήνει από τα μάτια της το πτώμα.
«Ο Χριστός μια φορά δεν είναι!» γέλασε η πρώτη φωνή.
«Τότε ποιος;» ξαναρώτησε μ’ απόγνωση.
«Είναι κάποιος που ‘ρθε να σου δείξει το θάνατό του, δε σου αρκεί αυτό;» αναρωτήθηκε σοβαρεύοντας η δεύτερη φωνή. Οι φωνές πήραν θάρρος, και τώρα οι απαντήσεις τους είχαν ένα τόνο κατηγορηματικό, λες και η γυναίκα τα ήξερε όλα, και έπαιζε θέατρο μαζί τους.
«Ντροπή σου να πλανεύεις γριές γυναίκες!» πρόσθεσε η τρίτη γριά.
«Μα εγώ…»
«Θες να πεις πως δε ξέρεις ποιος είναι αυτός που ξεψυχά στο κατώφλι σου;» ρώτησε εκείνη με την σκληρή παλάμη.
«Όχι δε ξέρω!» απάντησε κατηγορηματικά, με όλη την αλήθεια που έβγαινε από την ψυχή της.
«Ψέματα λες!» φώναξαν όλες οι γριές μαζί, και στη συνέχεια η πρώτη πήρε το λόγο για να δώσει στη γυναίκα τη χαριστική τους βολή.
«Μάνα, δε γνωρίζεις το παιδί σου, το αποκήρυξες, το λησμόνησες, το ‘θαψες και κει που κανείς δε θάβεται, στα όνειρά σου;» της απευθύνθηκε ειρωνικά και άσπλαχνα.
Η γυναίκα χτυπήθηκε από ένα αστροπελέκι, ένα γλυκό μούδιασμα την εξόντωσε, και ήταν σαν μια ηλεκτρική εκκένωση μετά, όταν έστρεψε το κεφάλι προς τις γριές, για μια στιγμή, μη πιστεύοντας αυτό που είχε μόλις κλειστεί μέσα στα αυτιά της, εκείνο το νέο του θανάτου, και έμοιαζαν όλα με χτυπήματα τσεκουριού στο κεφάλι της. Οι γριές άφαντες. Μια μικρή φλόγα, η εκπνοή του φωτός, τρεμόπαιξε καταπίνοντας την τελευταία επιφάνεια του χαρτιού, και το δωμάτιο επέστρεψε στο βαθύ σκοτάδι, στη γνώριμη μυρωδιά της σβησμένης φωτιάς, με τις στάχτες να έχουν στήσει ένα τρελό χορό, να πλανώνται αθόρυβες στον αέρα, να συγχρωτίζονται με τον αέρα που άφησαν πίσω τους οι γριές φεύγοντας.
Κι όταν γύρισε γονατισμένη στο μέρος του νεκρού, με μάτια που έβλεπαν μόνο από την διακεκομμένη φαντασμαγορία των κεραυνών που συνέχιζαν να τρυπάνε ουρανό και γη, άπλωσε τα χέρια και πασπάτεψε το σώμα. Όμως η αφή της το μόνο που κατάφερε, ήταν να γεμίσει τα χέρια της με τη νοτισμένη σκόνη του τσιμέντου. Αναβοσβήνοντας ο ουρανός, εξαφάνιζε σταδιακά το σώμα, χάνονταν η πεθαμένη σάρκα με τα κουρέλια της, ώσπου ήλθε η στιγμή, με ένα τρομερό μπουμπουνητό, να μείνει εκεί έξω μόνο ένα άβρεχτο περίγραμμα, που εν ριπή οφθαλμού, άρχιζαν να το μελανιάζουν νιφάδες χιονιού, που εξαφανίζονταν στο τσιμέντο σαν φαρμακωμένες ψυχές.
Όλα άλλαξαν, σαν ψέμα, και σαν πρωτοφανής σκληρότητα της φύσης. Και εκεί που ο ουρανός είχε δείξει τα διαπιστευτήριά του, είχε αφήσει να φανούν οι προθέσεις του για έναν λυτρωτικό κατακλυσμό, που θα ξέπλενε το αίμα από το κατώφλι του σπιτιού, εκείνος άνοιξε τις στρόφιγγες και άφησε το χιόνι να πέσει και να τα παγώσει όλα. Και αυτό που είδε η γυναίκα εκείνη τη νύχτα, ήταν μια ατέλειωτη σειρά από ανεμοδαρμένες κουρτίνες, η μία πίσω από την άλλη, να λικνίζονται μαζί με τους στροβίλους μιας άξαφνης παγωνιάς, όλες κεντημένες με λεπτές βελονιές, τις νιφάδες του χιονιά.
«Ήλθε ο χειμώνας σου!»…ακούστηκαν και πάλι οι γριές.

¨
Και ήρθε μια εποχή, που τα αισθήματά της αγκάλιασαν την κατάσταση της. Το ένα κενό προστέθηκε στο άλλο, και έκαναν ένα κενό μεγαλύτερο, ικανό να την χωρέσει από κει και πέρα. Τότε, την άφησαν τα πράγματα και οι σκέψεις της, να ηρεμήσει. Να γίνει ένα άψυχο σκιάχτρο σε ένα άδειο σπίτι, χωρίς δυνάμεις να φαντάζεται, χωρίς εικόνες και ήχους να την περιτριγυρίζουν. Και τι ζητά κανείς από ένα σκιάχτρο, αν όχι την ασχήμια του; Και ζούσε έτσι, με μόνη κληρονομιά το να θυμάται αυτά που πέρασαν, με μια μορφή τρομερή. Και να θυμάται μόνο με την αφή. Μέσω της αφής, που κι αυτή κάποια στιγμή θα χαθεί. Μα πριν χαθεί, χαιρόταν να κάθεται με τα χέρια απλωμένα στον αέρα, σαν τη τυφλή, κι έτσι θυμόταν, πώς τα κρύα χέρια της έπιαναν τα ζεσταμένα πλευρά του μικρού παιδιού της. Τι ζεστασιά και τι αγαλλίαση το άγγιγμα, και από μέσα η καρδιά, προστατευμένη απ’ τα γερμένα κόκαλα, να πάλλεται σε ρυθμούς γαλήνιους, κατευναστικούς, αναστάσιμους. Και μετά το στερνό φιλί της στα κλεισμένα βλέφαρα του παιδιού της, το κλέψιμο της μιας στιγμής από τα μάτια του, μια δόση των ονείρων του, από εκείνο το τοπίο της απεραντοσύνης, που το φυλάκισε στα φύλλα της καρδιάς της.
Και όποιος τολμά, πλην του θανάτου, ας πάει να της τα κλέψει…