Τρίτη, Ιανουαρίου 06, 2009

Καιόμενος φίλος
Διήγημα


Όλοι το ξέρανε. Όλοι το μουρμουρίζανε και λέγανε τι κακό που ήταν να κυκλοφορεί ο θάνατος ελεύθερος στον τόπο και κανείς να μην αντιδρά. Μερικοί όμως, αφού τα λέγανε αυτά, άλλαζαν τροπάρι και έλεγαν, εντάξει αυτά γίνονταν και παλιότερα, αλλά πιο κρυφά. Ο Βαγγέλης, το παιδί του Πάνου του ξερακιανού, κυκλοφορούσε με εκείνο το πράσινο δίπορτο στα γύρω χωριά, και έδινε στα παιδιά χασίς. Αυτό ήτανε το σίγουρο, αλλά άλλοι έλεγαν ότι δεν έδινε μόνο χασίς αλλά και άλλα πιο σκληρά πράγματα. Ο Βαγγέλης ήτανε ψηλός, και λιγνός σαν τον πατέρα του, γύρω στα είκοσι πέντε, αλλά όλοι, άνδρες και γυναίκες, συμφωνούσαν ότι δεν πρέπει να υπήρχε στον κόσμο άλλος πιο άσχημος απ’ αυτόν. Ήτανε πραγματικά άσχημος, είχε ένα μικρό κεφάλι που έμοιαζε με ασβού, φουσκωμένα όλα, μάτια, μάγουλα, αυτιά, μέτωπο, αλλά το στόμα μικρό, μια μικρή σχισμή, χωμένη κάτω από μια γαμψή μύτη, και ένα μικρό μουστάκι, και για να καταλάβεις τι έλεγε (γιατί μιλούσε σαν ξεψυχισμένος) έπρεπε να σκύψεις πολύ και να δεις αν κουνιέται το στόμα, έτσι ράθυμα που κουνιότανε εκείνο το κεφάλι στο χρώμα στης στάχτης, στηριζόμενο σε ένα λαιμό, που τον χαρακτηρίζανε μεγάλες μαβιές φλέβες, που τρίζανε μοναχές τους.
Δούλευε σε ένα βενζινάδικο που το είχανε άλλοι δύο. Ο ένας ήταν γνωστό ότι στα νιάτα του ρούφαγε χασίς, και πολλοί είπαν «που αλλού θα πήγαινε να δουλέψει αυτός, και ποιος κανονικός άνθρωπος θα τον έπαιρνε στη δουλειά του! Ούνα φάτσα, ούνα ράτσα!». Ο εργοδότης, στα νιάτα του, είχε κάνει φυλακή για λίγους μήνες για διακίνηση, αλλά βγήκε γρήγορα γιατί πλήρωσε τις εγγυήσεις. Τον είχανε μπουζουριάσει όταν ανακαλύψανε ότι, με άλλους πέντε, στο κέντρο ενός χωραφιού με καλαμπόκια, αλλά και μέσα σε λιοστάσια, είχανε φυτέψει δενδρύλλια και κάνανε κανονική δουλειά, παραγωγή και διανομή. Τους κάρφωσε ένα μπάτσος, όταν του είπανε ότι πλέον θα μειώνανε το μερτικό του, λόγω αναδουλειάς.
Ο Βαγγέλης δούλευε εκεί τη νυχτερινή βάρδια, και δεν ήταν λίγοι αυτοί που ξέρανε, πώς αν περάσουν νύχτα από κει, θα βρούνε πράμα καλό. Φορτηγατζήδες, μηχανόβιοι, οικογενειάρχες, πουτάνες, ξένοι που ανταλλάζανε το πράμα με άλλο πράμα, και περιθωριακοί που για να βρούνε λίγη παραίσθηση, δίνανε και το βρακί τους που λέει ο λόγος. Εκεί, μετά τα μεσάνυχτα μάζευε και πολλή νεολαία ο Βαγγέλης, είχε μπύρες και ξύδια η καντίνα του βενζινάδικου, και πήγαιναν οι πιο έμπειροι, αλλά και οι πρωτόβγαλτοι, για να μεγαλώσουν. Βλέπανε τσόντες στη καλωδιακή, και μετά πήγαιναν πίσω στην αποθήκη, όπου βάζανε τα σύνεργα για την πλύση των αυτοκινήτων, και κάνανε χασίς. Πολλές φορές ο Βαγγέλης έφερνε την Ούρσουλα, τη Ρουμάνα από το μπορντέλο «Εβίτα» από την πόλη, την άφηνε στην καρέκλα με ανοιχτά τα πόδια, και όσοι την έβλεπαν, έλεγαν ότι θέλουν να τη πηδήξουν. Μικροί και μεγάλοι, την πηδάγανε στην αποθήκη, άλλοι θέλανε να κάνουν παρτούζα, κι άλλοι μεθυσμένοι την πληρώνανε μόνο για ένα τσιμπούκι. Στην αποθήκη, κάτω από ένα πανί είχε κρύψει ο Βαγγέλης ένα στρώμα και μερικές κουβέρτες για τη δουλειά, αν και οι περισσότεροι την έπαιρναν στα όρθια, μέσα σε μυρωδιές από βενζίνη και απορρυπαντικά. Ο Βαγγέλης τα είχε κανονίσει με την Ούρσουλα, εκείνος θα της πήγαινε πελάτες, και αυτή θα του έδινε ένα μερίδιο από τα κέρδη.
Όλες οι δουλειές του πήγαιναν καλά και όλοι ήταν ευχαριστημένοι, μέχρι τη στιγμή που έκανε το λάθος να πουλήσει χασίς στον Κώστα, το παιδί του Μάνου, του φύλακα στα σφαγεία. Ο Κώστας ήτανε αυτό που λέμε άβγαλτος, φοβιτσιάρης, μοναχικός και καταπιεσμένος από τον πατέρα του, που τον ήλεγχε ακόμη και στον ύπνο του. Ήτανε δεκαέξι χρονών, κοκκινομάλλης, όπως και οι δύο μικρότερες αδελφές του, και όλοι το απέδιδαν αυτό στο γεγονός ότι γεννήθηκε στη Γερμανία, πριν έρθουν οι γονείς του και πάλι στο χωριό με ένα αξιοπρεπές κομπόδεμα. Όλα τα παιδιά τον κορόιδευαν, επειδή περπάταγε λέγανε σαν αδερφή, και δεν τον έβαζαν ποτέ να παίξει μπάλα μαζί τους, αντιθέτως εκεί που καθόταν στο παγκάκι επίτηδες σούταραν προς το μέρος του, και μια φορά ένα σουτ τον βρήκε τόσο καλά που έφυγε κλαίγοντας με τη μύτη γεμάτη αίματα και το αίσθημα εκδίκησης αναμμένο. Αλλά και όταν παίζανε μπάσκετ και τον έβαζαν στις ομάδες τους, επειδή δεν ήταν τελείως άσχετος, του κάνανε χουνέρια, του κατέβαζαν τη φόρμα μπροστά σε όλο το σχολείο, και έμενε με το βρακί μονάχα, και οι κοπέλες που καθόντουσαν στα μεγάλα σκαλοπάτια του σχολίου γελούσαν εις βάρος του και αυτό τον δυσαρεστούσε. Όλοι είχανε να θυμούνται μια μέρα στο σχολείο, Δευτέρα ήτανε, που ο διευθυντής του γυμνασίου στην πρωινή προσευχή, άρχισε να ψάχνει εκείνους τους μαθητές που στη διάρκεια του σαββατοκύριακου έσπαζαν για πλάκα τα τζάμια των τάξεων, και γέμιζαν τις κλειδαριές με ξυλαράκια, ώστε να μη γίνει μάθημα. Ρώτησε εκεί μπροστά όλα τα αλάνια, και όλα έδειξαν με το δάχτυλο τον ένοχο, τον Κώστα. Τότε ο διευθυντής τον πλησίασε και τον κοίταξε άγρια. Ο Κώστας ήξερε ότι δε θα τη γλιτώσει, αλλά δεν τολμούσε να πει την αλήθεια, γιατί ακόμη κι αν γλίτωνε από το διευθυντή, θα τις έτρωγε από τα αλάνια. Ο διευθυντής είχε το όνομα του σκληρού τιμωρού, μολονότι δυο πιθαμές άνθρωπος. Βάραγε κάτι σφαλιάρες γεμάτες, έτσι που σου έμενε το αποτύπωμα του χεριού ενθύμιο στο μάγουλο, αλλά το χειρότερο που έκανε ήταν άλλο. Έπιανε της φαβορίτες και τις τραβούσε προς τα πάνω μέχρι ο άλλος να βγάλει κραυγές, κι όσοι έξυπνοι, για να το αποφύγουν, πηγαίνανε και κουρεύονταν γουλί, τους έπιανε από τη μύτη, ή τους χτύπαγε με το κάτω μέρος της παλάμης στο μέτωπο και φώναζε «Θα το ξανακάνεις ρε;». Όταν του έριξε τη σφαλιάρα, ο Κώστας είχε ήδη δει το χάρο με τα μάτια του, φοβήθηκε τόσο πολύ και είχε κατουρηθεί πάνω του, το κάτουρο είχε βάψει την ανοιχτόχρωμη φόρμα του, και είχε φτάσει στις κάλτσες του. Τον είδανε όλοι και άρχισαν να γελάνε, αγόρια και κορίτσια. Ένιωσε τέτοια ντροπή που έφυγε τρέχοντας, χωρίς άδεια και πήγε στο σπίτι του να αλλάξει. Ευτυχώς δεν ήταν κανείς εκεί, οι μεγάλοι δούλευαν και οι μικρές ήταν στα σχολεία τους. Ήθελε να ανοίξει η γη και να τον καταπιεί έτσι όπως είχε καταντήσει.
Με το που το έμαθε ο πατέρας του, πήγε στο σπίτι και τον έσπασε στο ξύλο, χωρίς να ενδιαφερθεί για το αν ήταν ένοχος ο γιος του× δεν πίστευε ότι είχε ένα γιο τόσο μαλθακό και φοβισμένο. Ήταν η δεύτερη φορά που έφαγε τόσο άγριο ξύλο ο Κώστας. Η πρώτη ήταν λίγο καιρό νωρίτερα, όταν μπήκε ο πατέρας στο δωμάτιο ξαφνικά, νύχτα, και τον βρήκε ξαπλωμένο με το ένα χέρι κάτω από τα σκεπάσματα να μαλακίζεται, και το άλλο να κρατάει ένα τσοντοπεριοδικό. «Τι κάνεις ρε του είπε; Μόνος σου νομίζεις ότι είσαι στο δωμάτιο; Οι αδελφές σου κοιμούνται δίπλα!» και τον έσυρε στο σαλόνι και του τις έβρεξε κανονικά. Ο Κώστας ήθελε να του πει ότι όλοι το κάνουν, ότι πιθανόν- τι πιθανόν δηλαδή σίγουρα αν ήταν φυσιολογικός- και ο ίδιος το έκανε όταν ήτανε στην ηλικία του, αλλά δεν είπε τίποτα, τις μάζεψε όσες ήταν να μαζέψει, πήγε πλύθηκε στο μπάνιο και επέστρεψε στο δωμάτιο να κοιμηθεί. Από εκείνη τη μέρα ξανάρχισε να τον ταλαιπωρεί εκείνο το πρόβλημα που είχε και στο δημοτικό, αλλά για διαφορετικούς λόγους. Ξυπνούσε τα πρωινά, και το στρώμα ήταν βρεγμένο, και η μάνα του φώναζε μανιασμένη, ότι το παιδί της δε θα μεγάλωνε ποτέ. «Μα να έχει ακράτεια σαν τη πεθερά μου;» αναρωτιόταν. Ο Κώστας ένιωθε ότι κανένας δε τον καταλάβαινε και δε τον αγαπούσε. Το άγχος του τρυπούσε το στομάχι, και τα έντερά του ανακατεύονταν κάθε φορά που στο σπίτι ήταν πάντα το κακό θέμα της συζήτησης. Είχε φτάσει στο σημείο να φοβάται μέσα στο ίδιο του το σπίτι, τις φωνές του πατέρα του και τα βλέμματά του, τη βροντερή του φωνή ακόμη και στο καλημέρα, το μεγάλο στόμα της μάνας του που τα μαρτυρούσε όλα× κάθε ήχος, ακόμα και από τα πιάτα της κουζίνας ή το τρίξιμο της πόρτας, τον αναστάτωνε. Είχε φωλιάσει μέσα του ο φόβος της επόμενης φοράς.
Ο Κώστας που είχε ακούσει για τις δουλειές του Βαγγέλη και το πόσο κακό ήταν να καπνίζεις χασίς, αλλά και ότι μόλις το κάπνιζες άρχιζες να βλέπεις τον κόσμο με άλλα μάτια, με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και δύναμη, ότι εν τέλει τα παίρνεις άγρια και δεν καταλαβαίνεις τίποτα, αποφάσισε να εκδικηθεί όλους αυτούς που τον ταπείνωναν και δεν το καταλάβαιναν, την κοινωνία και τους γονείς του. Πήγε ένα μεσημέρι στο βενζινάδικο, όπου για καλή του τύχη βρήκε το Βαγγέλη να πίνει καφέ σε ένα τραπέζι της καντίνας. Χωρίς περιστροφές του είπε τι ήθελε, με πρόσχημα την αγορά λαδιών για το αγροτικό του πατέρα του, αλλά ο Βαγγέλης είχε επιφυλάξεις για το που θα έβρισκε τα λεφτά ο μικρός. Του είπε να μην ανησυχεί, και κανόνισαν τον τόπο όπου θα γινόταν η συναλλαγή. Συμφώνησαν να πάρει ο Κώστας ένα τσιγάρο, με αντάλλαγμα πολύ μεγάλο. Ο Βαγγέλης θα περνούσε κατά τις έντεκα το βράδυ από την παιδική χαρά, δίπλα από το σπίτι του Κώστα, και θα του το έδινε μέσα στο σκοτάδι. Ο Κώστας περίμενε πίσω από μια τσουλήθρα, να ακούγεται μόνο ο αέρας, και μόλις είδε το αυτοκίνητο να σταθμεύει, προσεκτικά για να μη τον πάρει κανένα μάτι, πήγε και πήρε το τσιγάρο πολύ γρήγορα, δίνοντας απ’ το μισοκατεβασμένο τζάμι τα λεφτά στο Βαγγέλη. Είχε σπάσει τον κουμπαρά, και έτσι πήγαν στράφι τα λεφτά που μάζευε για μια κονσόλα ηλεκτρονικών παιχνιδιών.
Το φύλαξε πολύ καλά, και περίμενε την κατάλληλη ώρα για να δράσει. Πέρασαν μήνες για να το αποφασίσει. Το απόγευμα του Πάσχα, αφού δεν είχε βάλλει μπουκιά στο στόμα του, είχε ακούσει ότι αν καπνίσεις νηστικός κάπως σου ‘ρχεται, αποφάσισε να το παίξει άρρωστος και άρχισε να βήχει στο κρεβάτι. Ο πατέρας και η μάνα του παραξενεύτηκαν με την αρρώστια μέσα στην τόση ζέστη, αλλά είπαν εντάξει καμιά παροδική ίωση θα τον είχε χτυπήσει το γιο τους. Ο Κώστας ήξερε ότι κάθε Πάσχα, το απόγευμα, αφού κάθε οικογένεια έψηνε το αρνί στην αυλή της, όλη του η οικογένεια θα πήγαινε στη θεία του την Τασία, στο διπλανό χωριό, τρία χιλιόμετρα μακριά, να ευχηθεί, να φάει γλυκό και να μείνει για βραδινό. Ο ίδιος είπε ότι δεν ένιωθε τόσο καλά, και ότι θα έμενε σπίτι να δει τηλεόραση. Είπε στους γονείς του να μην ανησυχούν και να πάνε στη θεία Τασία, και να μη γυρίσουν νωρίτερα εξαιτίας του. Τους καθησύχασε λέγοντας ότι είχε ήδη αρχίσει να νιώθει καλύτερα. Με το που άκουσε το αγροτικό να απομακρύνεται, κοίταξε έξω από το παράθυρο να δει αν είχαν εξαφανιστεί. Περίμενε ένα δεκάλεπτο, μη σπάσει ο διάβολος το ποδάρι του και επιστρέψουν πάλι, γιατί είχε μια μάνα ξεχασιάρα, και αφού βεβαιώθηκε ότι ήταν πλέον μόνος να κάνει ότι θέλει, πήρε την απόφαση να καπνίσει το χασίς στο μπάνιο, κάτω από το παραθυράκι του εξαερισμού. Τον καιρό που μεσολάβησε μέχρι να έρθει εκείνη η στιγμή, σχεδίαζε τα όσα θα έκανε, ήθελε μια καλή εκδίκηση, να τους ταράξει όλους, να τον πάρουν στα σοβαρά, και σ’ αυτό τον είχε βοηθήσει μια ταινία που είχε δει στη τηλεόραση, και είχε πει αυτό θα κάνω, είναι αυτό που πρέπει να κάνω για να με νιώσουνε.
Έβγαλε το τσιγάρο απ’ την κρυψώνα, το μύρισε και αφού πήρε από το ψυγείο μια μπύρα, από τις πολλές που έπινε ο πατέρας του, κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Πριν απ’ όλα όμως, έτρεξε στο μικρό ντουλαπάκι της κουζίνας όπου η γιαγιά του φύλαγε τα ξυραφάκια, με τα οποία χαράκωνε τις ελιές. Άνοιξε τη βρύση, και άφησε το χλιαρό νερό να τρέξει μέχρι να γεμίσει η μπανιέρα σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο. Έβγαλε τα ρούχα του και έμεινε γυμνός, ένιωσε ένα κρύο να του γαργαλάει τις πατούσες και μια ανατριχίλα στο υπογάστριο και το λαιμό. Κούνησε σπασμωδικά τους ώμους, και αποφάσισε να συγκεντρωθεί κοιτώντας το πρόσωπό του στον καθρέφτη, με τα χέρια στο νιπτήρα, και περίμενε να πάρει το κατάλληλο ύφος. Έκλεισε τη βρύση, και δοκίμασε με το δεξί του χέρι το νερό, και σκέφτηκε πόσο μπορούσε να τον ξεθυμαίνει ένα καλό μπάνιο, να τον ηρεμεί και να τον ταξιδεύει. Αργά, με κινήσεις επιβλητικές, γιατί είχαν από καιρό σχεδιαστεί, έβαλε τα πόδια του την μπανιέρα, μετά έσκυψε, και τελικά έκατσε ανάσκελα στο γλοιώδες μάρμαρο, σε μια στάση αρχοντική. Αφού περίμενε να μουλιάσει, ενόσω έπινε τη μπύρα με μια μικρή έκφραση αηδίας στο πρόσωπο, ύστερα αποφάσισε να ανάψει το τσιγάρο, με τον αναπτήρα που η μάνα και η γιαγιά του άναβαν το καντήλι.
Είχε καπνίσει κι άλλα τσιγάρα κατά καιρούς, σε μέρη απόκρυφα και γεμάτος αγωνία, και κατέβαζε το καπνό κανονικά, όχι όπως έκαναν κάποιοι άλλοι μάγκες που τον περιέφεραν απλά στο στόμα, αλλά αυτό ήταν άλλο πράγμα. Πριν ρουφήξει την πρώτη τζούρα έκλεισε την πλαστική κουρτίνα και ένιωσε ότι δημιουργήθηκε ένας χώρος αποκλειστικά δικός του, όπως δεν υπήρξε ποτέ. Και άρχισε να φουμάρει με το αριστερό χέρι, το δεξί απλωμένο έξω από την μπανιέρα σε μια φάση παράδοσης, όπως και το κεφάλι του, που ακούμπησε στο μικρό πλάτωμα στο κεφάλι της μπανιέρας, με τα μάτια ψηλά, στο ταβάνι του μπάνιου που ήταν τσιμεντένιο και άβαφτο. Τον είχε βρει ένας καιόμενος φίλος ξαφνικά, που ήταν ο πιο στενός και ο πιο ανηλεής συνάμα, χωμένος στα τρεμάμενα χείλια του, και είχε πλέον φτάσει στα σωθικά του, και σκέφτηκε, ναι μόνος αυτός ξέρει τι γίνεται μέσα μου πραγματικά! Η κάθε εισπνοή μια συμπόνια της στιγμής που τώρα έπαιρνε άλλες διαστάσεις, κάθε φύσημα στο νοτισμένο αέρα του μπάνιου ένα φιλί στη μοναξιά του, και κάθε κομμάτι στάχτης στο νερό, ένα ξεκίνημα μιας μικρής καταστροφής, μια αποτίναξη βαρών και σκέψεων. Λόγια κουδουνίζανε στο κεφάλι του, σαν κάλπικα νομίσματα, ανείπωτα λόγια, χαμένα στον καπνό, με τα μάτια κλειστά από ένα σημείο και μετά, για να έχουν σα φυλαχτό τη φλόγα του φίλου του. Ένιωθε ότι είχε καβαλήσει ένα μεγάλο ελατήριο, που τη μια τον πήγαινε στα πιο μαύρα βάθη της θάλασσας, κάτω από την επιφάνεια του νερού της μπανιέρας, και πότε σε έναν κάτασπρο ουρανό, ξεπερνώντας τον τοίχο του σπιτιού του, τα δεσμά του. Και ήταν κυρίαρχος όλων αυτών, και κυρίως του δικού του εαυτού, έτσι ένιωσε για μια στιγμή, μοναδικός και ανυπέρβλητος.
Έφτασε στο τέλος μετά από πολλές τζούρες, πολλές φυγές, και πλέον το τσιγάρο είχε γίνει μια διασπασμένη στάχτη στο νερό που τον είχε μουδιάσει. Ανοιγόκλεισε τα μάτια, βεβαιώθηκε ότι δεν είχε φύγει πλήρως από εκεί που ήταν, και αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα. Πήρε στο δεξί του χέρι το ξυράφι, και άρχισε πρώτα να χαράζει τα χέρια του, από την πάνω τους πλευρά. Τα σήκωσε έξω από το νερό τα χέρια για να δει τα άτεχνα σχήματα του ξυραφιού, τα καμάρωσε και τα ξανάχωσε στο νερό. Χαρακιές σίγουρες και όχι πολύ βαθιές, με τις σταγόνες του αίματος να διαλύονται στο νερό πριν καν βγουν από το κομμένο δέρμα. Συνέχισε έπειτα επειδή κατάλαβε ότι δεν πονούσε, όλο πιο βαθιά και σίγουρα, το πιο αποφασιστικό πράγμα στη μέχρι τότε ζωή του, έκοψε τις φλέβες του, χάραξε βαθιά το στήθος του και την κοιλιά του, και έφτασε στους μηρούς τους. Σαν να ανέβαιναν κόκκινοι καπνοί από το νερό έβλεπε το αίμα, στην αρχή συντεταγμένο από κάθε οπή να πηγάζει, και ύστερα μπλεγμένες όλες οι κόκκινες λωρίδες μεταξύ τους, να ανακατεύονται, να γίνονται ένα και σιγά σιγά να κοκκινίζουν το άχρωμο νερό, να του δίνουν μακάβριο χρώμα και αυτό να του αρέσει. Και όταν είδε ότι έπλεε σε μια κόκκινη μπανιέρα, σήκωσε το ξυραφάκι και το έβαλε στο λαιμό. Αργά το έχωσε στη μια πλευρά, και αργά το πήγε από τη μια άκρη στην άλλη. Από εκείνη τη θανατερή σχισμή έτρεχε το αίμα σαν παχύρευστο σιρόπι και κατέληγε στην επιφάνεια του νερού, όπου διαλύονταν η υφή και το χρώμα του, σε εκείνο το φασματικό κόκκινο, εκείνη την υγρή κουβέρτα, που από κάτω της έκρυβε ένα μακελεμένο σώμα.
Το μόνο, που αρκετή ώρα μετά, έμεινε να κουνιέται ανεπαίσθητα στην κόκκινη επιφάνεια, ήταν το αποτσίγαρο.




Δεν υπάρχουν σχόλια: