Τρίτη, Απριλίου 08, 2008


Η ανεξάρτητη
Διήγημα
Η ώρα είναι δύο το μεσημέρι και η Βέρα έχει κολλήσει σε μια διασταύρωση, με το αυτοκίνητό της, ένα παλιό μοντέλο Hundai ( ξέρετε από εκείνα που η μούρη τους δεν ξεπερνά την ανθεκτικότητα ενός τσιγαρόχαρτου) και περιμένει τον Γρηγόρη του φαναριού. Το μυαλό της είναι χαμένο, και σε αυτό βοηθά ο ήλιος, που έχει κατακάψει τη λαμαρίνα και έχει τρυπώσει στα πιο ευαίσθητα σημεία του πληθωρικού σώματός της. Αυτά που εύκολα εκκρίνουν σωματικά υγρά, μόλις η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας ξεπεράσει την αντίστοιχη του σώματος. Μουσική δεν υπάρχει. Χάλασε το cd player. Αναγκάζεται και ακούει ενημερωτικές εκπομπές. Σχόλια για την τρέχουσα κατάντια του τόπου, την ακρίβεια, και τη ρεμούλα. Κάποιοι βιάζουν τα μικρόφωνα του ραδιοφώνου, μπουκώνοντάς τα με τις σπασμένες φωνές τους, και ενδεχομένως με τις στάλες σάλιου που εκστομίζουν, θεωρώντας ότι με το γκάρισμα αντισταθμίζουν τα χαζά επιχειρήματά τους. Σκέφτεται ότι πρόκειται για πουριτανικές μαλακίες.

Φοράει μια στενή σχετικά φούστα, κάτι που δεν της επιτρέπει να ανοίγει τα πόδια – ευτυχώς που μπορεί να κινεί γρήγορα τα πόδια στα πεντάλ! Πριν δύο ακριβώς χρόνια, το τζιν είχε γίνει δεύτερο δέρμα της. Τώρα τα καλσόν την περιορίζουν. Οι γόβες συμπιέζουν τα άκρα της. Οι μπότες με το εφαρμοσμένο σίδερο μπροστά, αυτές που ξύνονται λίγο στη μύτη, για το καλό της εμφάνισης, έχουν καταχωνιαστεί σε ένα κουτί, κάτω από το κρεβάτι της. Είχαν σακατέψει πολλά αρχίδια, απίθανων τύπων, που νόμιζαν ότι μπορούν να την πειράζουν σε σκοτεινά δρομάκια, στην επιστροφή για το σπίτι, περασμένες ώρες. Το μακιγιάζ της, είναι αδιάβροχο, αλλά η καύτρα του ήλιου το αναμιγνύει με τον ιδρώτα και νιώθει μια δυσφορία. Το σουτιέν είναι κάπως στενό, και το πουκάμισο, ότι πρέπει για τη δουλειά της, σφιχτό μπροστά, έτσι που τα στήθη να ασφυκτιούν, και να ψάχνουν διέξοδο προς την ελευθερία. Ο Σταμάτης του φαναριού ακόμη να ξεκουμπιστεί. Παραείναι αργός τελικά. Μία κόρνα διακόπτει αυτή τη μαστούρα του μεσημεριού, που γίνεται εντονότερη, μετά από τις δύο μεγάλες γουλιές από το κουτάκι της μπύρας, στην άδεια θέση του συνοδηγού. Ο Σταμάτης έφυγε! Πότε; Τα κορναρίσματα πολλαπλασιάζονται, αλλά τώρα ακούει το έκτο. Ανοιγοκλείνει τα μάτια γρήγορα. Όπως ένας τυφλός που ξαναβρίσκει το φως του. Το ότι το τσιγάρο περιέχει δύο φυλλαράκια χασίς, δε λέει τίποτα. Άλλωστε επέστρεφε από τη δουλειά.
«Άντε μωρή ξεκαβάλα, δε το βλέπεις το πράσινο τόση ώρα;» ακούγεται μια φωνή από το αμέσως επόμενο αυτοκίνητο της σειράς, από ένα χοντρό κεφάλι με ξεχειλωμένα μάγουλα.
Η Βέρα κατεβαίνει με σφιγμένα τα χείλια από το αυτοκίνητό της, σαν έτοιμη από καιρό, και δίνει μια πολύ δυνατή σπρωξιά στην πόρτα. Με μεγάλα βήματα (σκίστηκε η φούστα!) φτάνει κοντά στο ανοικτό παράθυρο του άσπρου βάν, βγάζοντας ταυτόχρονα τα παπούτσια της, για να περπατήσει γρηγορότερα, με δώδεκα εκατοστά τακούνι έκαστο. Σηκώνει το κάπως κατεβασμένο καπέλο του οδηγού του, και τον κοιτάει στα μάτια.
«Το βλέπεις αυτό μεγάλε;» ρωτά ήρεμα, αλλά με την ένταση να την τσιγκλάει.
«Τι θα γίνει θα πάρεις τα βυζιά σου να φύγεις έχουμε και δουλειές!» λέει αυτός, χωρίς να την κοιτάει, υποτιμώντας την.
«Γιατί είσαι τόσο εριστικός ρε μπούλη;» ρώτησε με ένα βλέμμα γεμάτο ειρωνική απορία, αλλά χωρίς θυμό. Ο τελευταίος ανέβαινε με το αίμα στον εγκέφαλο, σιγά αλλά σταθερά.
«Τέλειωνε γιατί θα κατέβω κάτω και θα φορτώσω και σένα και το κοφίνι σου!» είπε ο ευτραφής κύριος, με το διπλό σαγόνι, και τη μεγάλη μπλούζα με μια τεράστια τρύπα στο μέρος των πλευρών του. Δύο τεράστιες άσπρες κηλίδες, παράταιρες, μαρτυρούσαν ότι η χλωρίνη είχε επέμβει στο χρώμα. Ο φραπές του, μέσα σε ένα γυάλινο ποτήρι, στην ειδική θέση του, άρχιζε να πιάνει αυτή την πολύ αποκρουστική κρούστα, που αναδεικνύει το μαραμένο αφρό, και κολλάει απίστευτα στα χέρια και το στόμα. Αυτή η πέτσα, με φόντο το πολύ βρώμικο παρμπρίζ, μαρτυρούσαν ότι ήταν λίγο βρομιάρης.
«Αυτό λέγεται γόβα» είπε δείχνοντας το πέλμα του παπουτσιού «και αυτό που εξέχει σαν καρφί λέγεται τακούνι, και πρόσεχε μη σου κάνω λιποαναρρόφηση με αυτό χοντρέ!».
Εκείνος αιφνιδιάστηκε τόσο από την επιθετικότητά της, που άλλαξε τακτική. Σκέφτηκε ότι μπορεί να είναι από εκείνες τις λυσσασμένες τριαντάρες, που δοκιμάζουν ότι κινείται μπροστά τους. Η μορφή της δεν απείχε από αυτή την κατηγορία, εκείνο το μεσημέρι. Μερικές είναι τόσο κυκλοθυμικές, που μπορεί και να πέσουν ευκολότερα, σκέφτεται ο οδηγός με τα πλαδαρά μπράτσα.
«Τι θα έλεγες να μου δώσεις το τηλέφωνό σου, να τα πούμε κάπου πιο ήσυχα και εκεί κάνε μου ότι θες, ακόμη και μασάζ!»
« Που ζεις ρε; Εγώ πριν έσπαγα μπάτσους στο ξύλο, στα «ντού» που κάναμε στο Ελληνικό σε συναυλίες με χοντρά ναρκωτικά, είχα όποιο γκόμενο γούσταρα με τρία πτυχία (αλλά άφραγκους), και εσύ με αυτή τη μούρη μου τα ρίχνεις;»
Ο οδηγός δε κατάλαβε αρχικά τι σκατά ήθελε να πει και γιατί του απάντησε όπως του απάντησε. Ακάθεκτος όμως συνέχισε, σηκώνοντας ερωτιάρικα το δεξί του φρύδι.
«Γιατί όχι. Στο κρεβάτι όλες άλλα ζητάτε»…
«Πάς καλά ρε απολειφάδι των μαμούθ;» ρώτησε σηκώνοντας το χέρι της σε στάση απειλητική και δείχνοντας το πρόσωπό του, το οποίο είχε μεγαλώσει από το θράσος.
«Καλά! Άντε πήγαινε… Να φύγουμε καμιά ώρα, περιμένουν νοικοκύρηδες τα πράγματά τους» είπε και έδειξε με τον αντίχειρά του προς τα πίσω, τον αποθηκευτικό χώρο, όπου συντηρούνταν γαλακτοκομικά προϊόντα.
«Χέστηκα ρε για τους νοικοκύρηδες! Αλλά δε φταις εσύ, εγώ φταίω που άφησα τη σιδερογροθιά στο σπίτι, αφού ξέρω ότι πέφτω πάντα πάνω σε μαλάκες»…
Μέσα σε ένα κυκεώνα ύβρεων, έξυπνων και μη, η Βέρα άφησε πίσω της τον οδηγό του βάν, και μπήκε στο αυτοκίνητό της. Αναθεμάτισε την ώρα που αναγκάστηκε να υποστεί μια συναναστροφή εντελώς κατινίστικου επιπέδου. Όμως, τι να γίνει, πρέπει τα αποθέματα θυμού, κάπου να διοχετεύονται, γιατί σε περίπτωση που συμπιεστούν περαιτέρω σε χώρο πλήρη, τότε η έκρηξη είναι αναπόφευκτη. Το σπίτι της είχε γεμίσει από τα θραύσματα των εκρήξεών της, σε κάθε γωνιά, όταν ανυπόφοροι διάλογοι με τη μάνα της κατέληγαν στα ίδια και τα ίδια αποτελέσματα.
Ανεβάζοντας τις ταχύτητες, γιατί ένιωθε ότι έπρεπε να ξεσπάσει στο γκάζι, σκεφτόταν πώς δύσκολα θα την αντιμετώπιζε έτσι ο τύπος, αν την έβλεπε πριν από δύο χρόνια. Με πέτσινο μπουφάν, έντονο και εκφοβιστικό μακιγιάζ, μαύρα νύχια και χείλια, εξεζητημένα σκουλαρίκια φτιαγμένα από βρώμικο τσίγκο, και τρυπημένο τζιν σε εκατό σημεία, δύο από αυτά κάτω από τους μηρούς της. Και μέσα στην κωλότσεπη, ένα μικρό, αλλά κοφτερό ξυράφι, για τις πιο δύσκολες ανάγκες.


Στο κέντρο της πόλης η κυκλοφορία ήταν αδυσώπητη, και δε μπορούσε να αφεθεί σε σκέψεις. Τα μάτια της πολλαπλασιάστηκαν, για να ελέγχουν τους καθρέφτες. Είναι συνηθισμένο το φαινόμενο να εντοπίζεις γρατσουνιές στις πόρτες του αυτοκινήτου σου, μετά από ώρες, μέρες ή εβδομάδες, και να αναζητάς, κατόπιν εορτής, το δράστη. Έφτασε στο τετράγωνο που βρισκόταν το σχολείο του Πέτρου, μετά από κάμποσες βρισιές, σταματώντας και ξεκινώντας αμέτρητες φορές. Πάρκαρε σε ένα κενό ανάμεσα σε ένα ταχυδρομικό κουτί και ένα κάδο απορριμάτων. Ο μικρός είχε καθίσει στα υγρά σκαλοπάτια, με τα χέρια του να υποβαστάζουν ένα κεφάλι γεμάτο με γνώσεις άχρηστες, επειδή ποτέ δεν είναι κανείς σε θέση να εκτιμήσει αυτά που μαθαίνει τη στιγμή που τα ακούει. Αυτά πάντα γίνονται εκ των υστέρων. Ήδη είχε αφήσει στη λήθη τα αιμοπετάλια και τα ερυθρά αιμοσφαίρια της Βιολογίας. Δεν κατάλαβε ποτέ γιατί στην τάξη του είχαν σταματήσει τις χειροτεχνίες και τη ζωγραφική. Ο δάσκαλος είχε πει ότι ήταν καλύτερο να κάνουν πέντε ώρες Γλώσσα την εβδομάδα, και έτσι τα «καλλιτεχνικά» μαθήματα πέρασαν στο περιθώριο.
Μέσα από τα πορτοκαλί κάγκελα του σχολείου, φωνές αναμειγνύονταν, φτιάχνοντας αυτό το απίστευτο ηχητικό κουβάρι, που ονομάζεται σχολική αυλή. Παιδιά φορτωμένα σαν τα γαϊδούρια, με κάτι τσάντες που μοιάζουν με ταξιδιωτικές βαλίτσες, πιέζονται άσχημα στις πλάτες, με αποτέλεσμα η σκωλίωση να αυξάνεται γρηγορότερα σ’ αυτά, απ’ ότι η καμπούρα στην τρίτη ηλικία. Παιδιά με μισοτελειωμένες τυρόπιτες στα χέρια, επειδή σιχαίνονται τα φασολάκια που τους περιμένουν στα σπιτικά πιάτα, και κρυμμένα τσιγάρα στα χέρια, να επικυρώνουν την ανωτερότητα των πρώιμων καπνιστών, είναι έτοιμα για το σπίτι, και μετά για το φροντιστήριο, και μετά για την τηλεόραση, τα βράδια, που ολοκληρώνει το έργο της αποχαύνωσης. Στα σχολεία αυτό ακόμη ονομάζεται μαγκιά. Το να καπνίζεις δηλαδή, χωρίς να καταλαβαίνεις απαραίτητα το λόγο. Ψυχολόγοι διατείνονται ότι το τσιγάρο, που μεταφέρεται από χέρι σε χέρι, από στόμα σε στόμα για κοφτές τζούρες, είναι φορέας κοινωνικοποίησης. Δεν έχουν και πολύ άδικο. Οι γονείς όμως, το θεωρούν κατάπτυστο το τσιγάρο για τους νέους. Όταν όμως τα μικρά παιδιά, αυτοί οι διάολοι με τις μεγάλες γλώσσες, τους ρωτήσουν πότε άρχισαν εκείνοι το κάπνισμα, απαντούν με ανασκουμπωμένη ηθική, ότι το άρχισαν, υπό πίεση, στο στρατό οι άνδρες, και όταν απογοητεύτηκαν ερωτικά, οι γυναίκες. Το κακό με τα ψέματα είναι ότι λέγονται με το στόμα, αλλά προδίδονται με τα μάτια.
Ο Πέτρος, έσυρε με το χέρι του την ξανθιά φράντζα, αποκαλύπτοντας τα ωραία γαλαζοπράσινα μάτια του. Την είδε από μακριά που ερχόταν, και σηκώθηκε για να κατευθυνθεί προς το μέρος της. Έτσι και οι δύο θα έκαναν το μισό δρόμο. Τον ακούμπησε στο κεφάλι, αλλά εκείνος δεν αντέδρασε. Μπήκαν στο αυτοκίνητο.
«Έφαγες κάτι;» ρώτησε η Βέρα, αλλά ο Πέτρος, αμίλητος, κοιτούσε τα παιδιά που έφευγαν με τους γονείς τους, ή τα μεγαλύτερα αγόρια με τις γκόμενές τους. Δεν του έκανε καθόλου εντύπωση, ότι σε πολλές περιπτώσεις η γκόμενα έριχνε τρία κεφάλια στο γκόμενο. Φαινόμενο των καιρών, αλλά και η απάντηση έτοιμη: τα ακριβά αρώματα μπαίνουν σε μικρά μπουκαλάκια…
Χωρίς να δίνει σημασία στα λεγόμενά της, άρχισε να ξεδιπλώνει τις σκέψεις που τον βασάνιζαν από το τέλος της τρίτης ώρας του σχολικού προγράμματος.
«Έχει σημασία αν ξέρω που βρίσκεται ο Καναδάς και αν δεν τον μπερδεύω με την Κίνα;» της είπε, κοιτώντας τη στα μάτια, με μια ήπια απόγνωση.
Η ερώτηση δε την ξάφνιασε καθόλου. Ο μικρός δεν επικοινωνούσε μαζί της φυσιολογικά. Αντιθέτως φυλασσόταν γιατί οι ρουκέτες του, από καιρού εις καιρόν άλλαζαν ταχύτητα ή ένταση. Είχε δημιουργήσει τους δικούς του προβληματισμούς ο Πέτρος, και απλά τους κοινοποιούσε. Η Βέρα ετοιμάστηκε για άλλον ένα διάλογο χωρίς κατάληξη, με τις απορίες του μικρού να την ακινητοποιούν, ίσως επειδή ήταν πολύ απλές.
«Γιατί ρωτάς;»
«Ο Φάνης που δεν ήξερε δεν πέρασε καλά στην ώρα της Γεωγραφίας»…
«Ποιος είναι ο Φάνης;»
«Ο διπλανός μου στην τάξη»
«Και γιατί δεν πέρασε καλά;»
«Ο δάσκαλος είχε απλώσει έναν τεράστιο χάρτη πάνω στον πίνακα, και σήκωσε το Φάνη για να δείξει με ένα πλαστικό ραβδί τον Καναδά. Ο Φάνης όμως μπερδεύτηκε και αντί να δείξει τον Καναδά, έδειξε μια άλλη μεγάλη χωρά, την Κίνα. Την ώρα που σηκωνόταν από την καρέκλα του, η Αλεξάνδρα του σφύριξε ότι ήταν μεγάλη χώρα, αυτή που του ζήτησε να δείξει ο δάσκαλος. Εκείνος όμως έδειξε την πρώτη μεγάλη χώρα που έπεσε στο μάτι του»…
«Και τι έγινε μετά;»
«Ο δάσκαλος τον ρώτησε αν είναι σίγουρος και εκείνος έχασε την ευκαιρία να επανορθώσει»…
«Δηλαδή;»
«Τον έπιασε από το γιακά της μπλούζας του, με τα δύο τεράστια χέρια που έχει, και κοιτώντας τον στα μάτια του είπε ότι είχε κάνει λάθος. Μετά τον σήκωσε στον αέρα, και χτύπησε με το μέτωπο του Φάνη τον Καναδά στον χάρτη - για να το εμπεδώσει όπως είπε - τρεις φορές δυνατά λέγοντας «εδώ είναι ο Καναδάς ρε, εκεί βρίσκεται η Κίνα, οι κίτρινοι…»
«Τι;»
«Ναι, ναι και μετά τον άφησε κάτω»
«Πόνεσε;»
«Στο διάλειμμα μας είπε ότι δεν πόνεσε καθόλου, ήθελε να μας το παίξει ατρόμητος, αλλά ο πίνακας πήγε να σπάσει. Είχε βγει και ένα μεγάλο καρούμπαλο στο μέτωπό του, που προσπαθούσε να μας πείσει ότι δεν έγινε από εκείνα τα… γκούπ, γκούπ»…
«Εσύ ξέρεις τη διαφορά ανάμεσα στον Καναδά και την Κίνα;»
«Και να μην ήθελα, είναι τόσο μεγάλες χώρες που δε μπορείς να τις μπερδέψεις. Άλλωστε η Κίνα έχει αυτό το τεράστιο τείχος. Επιπλέον οι Κινέζοι είναι κίτρινοι, και τα μάτια τους έχουν μόνιμα την έκφραση που έχουμε όταν πάμε στο μπάνιο, και δε μπορούμε να αδειάσουμε το σάκο μας. Ο Φάνης δε διαβάζει, θα μπορούσε να μπερδέψει ακόμη και την Ελλάδα με την Ιταλία»…
«Τότε γιατί με ρωτάς;»
«Αν καμιά μέρα με σηκώσει ο δάσκαλος και μου ζητήσει καμιά περίεργη χώρα, και δεν τη ξέρω, τότε τι θα κάνω;»
«Αν δε τις ξέρεις, θα σηκωθείς και με δύναμη θα του πεις πως δε ξέρεις!»
«Ναι, αλλά μετά θα έρθει πάνω από το θρανίο και θα αρχίζει να φωνάζει σαν τον τρελό! Αυτό είναι πολύ κακό, γιατί η ανάσα του βρωμάει, όπως κάποια ποντίκια νεκρά, που πιάνουν οι φάκες της γιαγιάς στο σπίτι»…
«Μη σε νοιάζει! Αν κάνει οτιδήποτε φώναξέ με και θα καθαρίσω εγώ!»
«Αδύνατον, για να λένε μετά τα παιδιά ότι δε μπορώ να τα βγάλω πέρα μόνος μου… Πάντως δε καταλαβαίνω μερικά πράγματα. Πώς να μάθω τις άλλες χώρες, όταν δεν έχω μάθει τη χώρα ή ακόμα και την πόλη που μεγαλώνω;»
Ο μικρός άθελά του έκανε κριτική στο εκπαιδευτικό σύστημα, που χρόνια τώρα αναπαράγει τενεκέδες. Η Βέρα, έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο, μετακινώντας και λίγα εκατοστά τον κάδο, για να βγει από τη θέση πάρκινγκ που αυτοβούλως δημιούργησε. Ο Πέτρος δεν ξαναμίλησε μέχρι την ώρα που έφτασαν στο σπίτι. Τα μάτια του είχαν καρφωθεί έξω από το παράθυρο, και η ανάσα του δεν ακουγόταν καθόλου.
Η Βέρα προτιμούσε ένα παιδί ενεργητικό. Ήθελε να την καλούν οι δάσκαλοι, ή ο διευθυντής του σχολείου, και να της ζητούν να μαζέψει τον Πέτρο. Θα ήθελε να πλακώνει τα άλλα παιδάκια στις φάπες, να πιάνει τα κωλαράκια των συμμαθητριών του στην πολυκοσμία των σειρών στο κυλικείο, να κατουράει τους τοίχους, και να γράφει με μαρκαδόρους στις τουαλέτες. Να δείχνει, με λίγα λόγια, σημάδια, ότι η ανάπτυξη του συγκαταλέγεται στις φυσιολογικές περιπτώσεις.
Όμως η αδελφή της, είχε φροντίσει να γεννήσει ένα παιδί ιδιαίτερο, που συν τοις άλλοις δεν έμοιαζε καθόλου ούτε με αυτή. Πολλές φορές σκέφτηκε ότι στο μαιευτήριο, ενδεχομένως, να το πήραν από τις νωθρές θερμοκοιτίδες, να έκαναν δηλαδή λάθος, και να μεγαλώνουν ένα ξένο παιδί, με ξένο αίμα. Απέσυρε οριστικά το ενδεχόμενο αυτό, διότι συνέλαβε τον εαυτό της να σκέφτεται, όπως ο μέσος Έλληνας την περίοδο που ο Ξανθόπουλος και η Μάρθα Βούρτση δομούσαν την (αιωνίως) άπονη ζωή των αδικημένων, τούτης της γης, που την πατούμε, και που μοιραία, κάποια των ημερών, όλοι μέσα της θα μπούμε.


Το άνοιγμα της πόρτας του σπιτιού δεν επιφυλάσσει ιδιαίτερες εκπλήξεις. Το μόνο που αλλάζει είναι η μυρωδιά, που ξεφεύγει από την μικρή κουζίνα, και γεμίζει το χώλ. Ο Πέτρος τρέχει προς τη μεριά της γιαγιάς του, και αρπάζει ένα ζεστό φιλί στο μέτωπο. Εν συνεχεία, τρέχει στο δωμάτιο για να προλάβει να μελετήσει, ώστε το απόγευμα να βρει χρόνο και να πεταχτεί μέχρι την απέναντι παιδική χαρά. Έχει αρκετό χώρο, αλλά ο χρόνος είναι περιορισμένος. Πριν καλά καλά δύσει ο ήλιος, οι μάνες και οι γιαγιάδες σπεύδουν να μαζέψουν τα σκασμένα παιδιά, από το αχαλίνωτο παιχνίδι, λόγω της αυξημένης εγκληματικότητας. Αυτό υποστηρίζουν τουλάχιστον τα κανάλια, όταν κάποιες ομιλούσες κεφαλές μεταδίδουν φόνους με μάτια θλιμμένα, λες και είναι υποχρεωμένοι να δείξουν την ευαισθησία τους. Αμέσως μετά όμως σοβαρεύουν για να πουν ότι ο δράστης ήταν αλλοδαπός. Στην τηλεόραση υπάρχουν μόνο αλλοδαποί φονιάδες. Στα παιδιά είχαμε μείνει. Έτσι όπως τα τραβάνε από το χέρι, και από τα αυτιά, εκείνα που αντιστέκονται στο μάντρωμα των πολυκατοικιών, πρέπει να πάνε μέσα, να τις μπαγλαρώσουν. Ο Πέτρος έχει αυτοπειθαρχία, και επιστρέφει την ώρα ακριβώς που η τελευταία ακτίνα του δύοντος ηλίου, σβήνει από τις κορυφογραμμές των πολυκατοικιών. Χωρίς σκόνη στα ρούχα, την απόδειξη της ανέφικτης ξενοιασιάς του.
Στον δερμάτινο καναπέ του καθιστικού, βυθίζεται η Τούλα, η μάνα της Βέρας, και η γιαγιά του Πέτρου. Κάθεται, όπως κάθονταν οι πριγκίπισσες στα ξυλόγλυπτα ανάκλιντρα, όταν περίμεναν κρασί ή τσαμπιά από ζουμερά σταφύλια, και έχει αγκαλιά της ένα μαξιλάρι με αφράτη επιφάνεια. Έχει τοποθετήσει ένα τασάκι, βρώμικο και παλιομοδίτικο στο άνοιγμα των ποδιών της, αλλά ποτέ σχεδόν δε το χρησιμοποιεί, πριν το τσιγάρο φτάσει στο σημείο να σπάσει, στα μισά του. Το κρατάει όρθιο, ούτως ώστε ο καπνός να κατακαίεται κατακόρυφα. Βαριέται να σπάει κάθε τόσο τη μέση της, για να καθαρίζει τη καύτρα, από τη δύσοσμη στάχτη. Η Βέρα, την βλέπει και σκέφτεται ότι είναι υπερβολικά νωχελική. Θα μπορούσε να φαίνεται πολύ πιο νέα, με τις κρέμες και τα έτσι και τα αλλιώς, αλλά εκείνη κάθεται εκεί, ακίνητη, μέσα σε μια καρό κουβέρτα, δώρο ενός τετράκιλου απορυπαντικού - με μπλε και πράσινους κόκκους που στις διαφημίσεις εξαφανίζει ακόμη και τα ρούχα, εκτός από τους λεκέδες - να ταυτίζει τη ζωή της με χαζές περσόνες μεξικάνικων σαπουνόπερων. Δεν ήταν λίγες οι φορές, που άκουγε πίσω από τα δόντια της μάνας της, να βγαίνουν βρισιές ή προειδοποιητικά σχόλια για τους ήρωες που βρίσκονταν σε κίνδυνο. «Αχ ρε βρωμιάρη, έπρεπε να έπεφτες στα χέρια μου, θα σου έβγαζα τα δόντια ένα ένα με την τανάλια!» απευθύνθηκε κάποτε σε ένα κακό γαιοκτήμονα, που εμπόδιζε τη σχέση ενός φτωχού γιδοβοσκού, με την αντίστοιχη, μεξικανικής προελεύσεως, Γκόλφω. Πρέπει να ήταν μεγάλη σκατόφατσα, για τέτοιο μένος. Ακόμη και αυτές οι ακατανόητες αντιδράσεις σε μια κατασκευασμένη, για εύκολη συγκίνηση, πραγματικότητα, ήταν ευπρόσδεκτες για τη Βέρα. Δυσκολευόταν να βρει άλλο λόγο, εξαιτίας του οποίου η μάνα της θα άφηνε λίγο τα μπούτια της να αναπνεύσουν, με εκείνο το μικρό ανασήκωμα από τον κακόμοιρο καναπέ, το αναγκαίο εσχάτως, μιας και η αδιαφορία της για τον οικογενειακό περίγυρο, είχε αρχίσει να γιγαντώνεται επικίνδυνα.
Οι ανθρώπινες φωνές σε αυτό το σπίτι είναι είδος υπό εξαφάνιση. Ο σπαστικός ήχος της ηλεκτρικής σκούπας, το καζανάκι, οι τηλεοπτικές φωνές των καναλιών, ο ερεθιστικός τόνος νωπών κρεάτων που τσουρουφλίζονται στο καυτό λάδι των τηγανιών, που και που το παλιό τηλέφωνο με το πάντα μπλεγμένο καλώδιο, μια διασωθείσα λατέρνα που τριγυρνά στη γειτονιά κάθε Κυριακή πρωί πριν τις δέκα, έχουν καθιερωθεί μέσα σε αυτούς τους τοίχους, με τα μικρά πήλινα και διακοσμητικά πιατάκια, από περιοχές που παλιότερα επισκέφθηκε κάποιος, από την Πάρο και το Μέτσοβο. Σε αυτό το σπίτι, όλα έχουν πάρει τη μορφή της σκόνης. Δεν αλλάζουν, απλά συσσωρεύονται, παραμορφώνοντας το χρώμα των πραγμάτων. Αυτό το σπίτι κατοικείται από ανθρώπους, που ζουν παράλληλες ζωές, που διασταυρώνονται στο μεσημεριανό τραπέζι μονάχα, χωρίς συνομιλίες, αυτές έχουν χαθεί σε χρόνια παλιότερα και πιο ήρεμα. Το φαγητό είναι πάντα εκπληκτικό και τα περισσότερα πράγματα τακτοποιημένα. Το μπάχαλο αφορά τις σχέσεις. Αυτό το σπίτι, εξακολουθεί να πιέζει τους ανθρώπους του να επικοινωνήσουν, τη στιγμή που έχει γίνει για όλους αποκρουστικό, και πληκτικό. Αυτό το σπίτι, που κατακλυζόταν από συλλογικά χαχανητά, έχει γίνει πλέον ο τόπος της απλής κατάλυσης, των κρεβατιών, της τουαλέτας και του παρκέ που νιώθει τα βήματα, πιο βαριά, πιο δύσκολα. Ένα σπίτι με πολλά μικρά μπουντρούμια, που σαπίζει το ψαχνό των έγκλειστών του.
Στέκεται, επί ένα λεπτό, δύο βήματα πιο μπροστά από το εσωτερικό χαλάκι της πόρτας, αλλά η μάνα της δεν της αποδίδει τη δέουσα σημασία. Ο γδούπος των κλειδιών που κατέληξαν σε ένα γυάλινο διακοσμητικό χώρου, δεν διασάλευσαν την ατμόσφαιρα. Τσιγάρο και απόγνωση. Ούτε καν το συμβατικό ερώτημα δεν της απευθύνει πλέον, το πώς πήγε η δουλειά, κι αν όλα πάνε καλά εν πάσει περιπτώσει. Βάζει τα χέρια της στα λαδωμένα μαλλιά της, στο χρώμα του κάστανου, και απλά ψελλίζει «έχει σούπα στο ψυγείο» χωρίς να αποσπά την προσοχή από την οθόνη, την οποία η Βέρα βλέπει υπό γωνία, και δε μπορεί να καταλάβει τι παίζει. Δεν απαντά ούτε η κόρη. Είναι σαν να απάντησε. «Να τη φας μόνη σου» λέει στα σωθικά της, αλλά ποτέ δεν το κοινοποιεί, επειδή ξέρει ότι μια απάντηση αυτού του είδους, μια εν πολλοίς επιφανειακή και ανταποδοτική της προηγούμενης πρόκλησης, μια απάντηση ανούσιας ισοστάθμισης, δεν προσφέρει τίποτα. Δεν προσεγγίζει καν τον πάγο, που τις χωρίζει. Η Βέρα βρίσκεται στο δωμάτιο της, με την μικρή βιβλιοθήκη, και την ηλεκτρική της κιθάρα, να αναπαύεται άεργη στην άκρη του κρεβατιού. Οι χορδές δείχνουν να σκουριάζουν, ενώ οι νότες προ πολλού βολοδέρνουν στη σιωπή. Παλιότερα, είχε το κουράγιο, ίσα ίσα να τις αγγίζει, να επιβεβαιώνει απλώς ότι δεν μουγκάθηκαν λόγω της απαξίωσης που επεδείκνυε. Ακόμη και έτσι να ήταν, η απαξίωση, προερχόταν από εξωγενείς παράγοντες. Άλλωστε η μουσική ήταν πάντα ένα παράθυρο σε αυστηρά ιδιωτικά διαμερίσματα, πολυδαίδαλα μα ανύπαρκτα φυσικά στο διαμέρισμα, αιώνια όμως θεμελιωμένα στη ψυχή της, που για την οικονομία της ιστορίας οφείλουμε να χαρακτηρίσουμε ευαίσθητη.
Φοράει μια σπιτική φόρμα, που τονίζει τους υπέροχους γλουτούς της, και επιστρέφει στο σαλόνι. Αυτό το σπίτι, τελικά, είτε είναι πολύ μικρό, είτε προσαρμόζεται στις περιστάσεις: μικραίνει τα δωμάτια και συμπιέζει τους τοίχους σαν τη μέγγενη, όταν βλέπει τους ανθρώπους να το συμπληρώνουν μόνο με την υλική τους υπόσταση. Είναι ευαίσθητο κατά βάθος και το σπίτι. Αποφασίζει να προβεί στο σάλπισμα της πρόσκαιρης ανακωχής, για να ρωτήσει κάτι ουσιαστικό.
«Που είναι ο μπαμπάς;»
«Δεν είναι πίσω μου;» απαντά δια της δικής της ερώτησης. Χωρίς να κοιτάξει φυσικά το άτομο που απευθύνει το ερώτημα, αλλά δίνοντας του να καταλάβει πολύ περισσότερα. Το χέρι της μάνας ξύνει μια τούφα μαλλιών πίσω από το αυτί. Είναι όντως απασχολημένη, τώρα, για να δίνει απαντήσεις.
Η αδιαφορία είναι ένα πράγμα που μπορεί να σκοτώσει με τον πλέον ειδεχθή τρόπο τα αισθήματα, επειδή ακριβώς είναι το πλατύσκαλο για το παλάτι του κυνισμού. Η Βέρα, βλέπει μια κούπα του τσαγιού μισοτελειωμένη στο γραφείο του πατέρα της, και απείραχτα κάποια κουλουράκια με σταφίδες. Ένα βιβλίο με ποιήματα του Αναγνωστάκη, στέκει ανοιγμένο στην ίδια πάντα σελίδα, τσακισμένη όπως και η ψυχή ενός πατέρα που έχει χάσει τη μια του κόρη, αλλά έχει το εγγόνι για να του ξύνει την πληγή της θύμησής της. Η επιλογή του ποιητή δεν πρέπει να ξενίζει, γιατί δεν ξέρουμε ποιο ακριβώς ποίημά του διαβάζει συνέχεια ο Περικλής. Όχι δεν είναι κομμουνιστής. Όχι δεν κλείστηκε σε στρατόπεδο την περίοδο της δικτατορίας. Είναι πρώην κομμουνιστής και εξορίστηκε στη Γαλλία, εκείνη την περίοδο. Μετά προσχώρησε στο σχήμα, τα σχήματα, του Λεωνίδα Κύρκου, και τώρα όσοι του κόμματος τον βλέπουν και τον αναγνωρίζουν, τον χαρακτηρίζουν οπορτουνιστή. Όσο για τις ενέργειες του Κύρκου, ήταν γι’ αυτούς νεόκοπες «πονηριές». Ο πατέρας της, προφανώς, είχε σπεύσει στο ησυχαστήριό του, μακριά από την αποπνικτική σιωπή της γυναίκας του, και τα παράσιτα της τηλεόρασης, που όταν συντονιστούν καλά, έχουν τη δύναμη να διαβρώσουν την σαρκώδη επίστρωση του κεφαλιού, εισχωρώντας στον εγκέφαλο με απρόβλεπτες συνέπειες.
Η Βέρα, βγήκε από το διαμέρισμα και ανέβηκε την τσιμεντένια σκάλα που οδηγούσε στην ταράτσα. Τα βήματά της, ήταν προσεκτικά και αργά. Κουβάδες γεμάτοι με βρώμικο νερό, μαύρο και κάποια έντομα να επιπλέουν με τα φτερά τους βρεγμένα, είχαν τοποθετηθεί σε όλα σχεδόν τα σκαλοπάτια. Ένα σώμα καλοριφέρ χαλασμένο, και κάποιες σκούπες, με τροχισμένα τα δόντια, από το πολύ σκούπισμα συμπλήρωναν την αυτοσχέδια αποθήκη. Η μπογιά στα κάγκελα είχε αρχίσει να σκάει και μικρές φουσκάλες σκουριάς είχαν κάνει την εμφάνισή τους. Στο τελευταίο σκαλί, ήταν πεσμένη μια ανθοδέσμη από διακοσμητικά ξύλα, εκείνα τα τεράστια που έχουν το σχήμα της γιρλάντας, και που λάνσαραν οι ξένοι μικροπωλητές στις λαϊκές και τα παζάρια. Μια παντόφλα ήταν πλακωμένη και αμέσως σκέφτηκε ότι ο πατέρας της ενδεχομένως κινδύνεψε από μια κατρακύλα στην σκληρή σκάλα. Αμέσως σχημάτισε την εικόνα στο μυαλό της. Ο πατέρας στο πρώτο σκαλί, με το κεφάλι ανοιγμένο ή το λαιμό στραβό, μέσα σε πηχτό κόκκινο αίμα. Όχι δεν έγινε έτσι. Ο Περικλής μπορεί να πεδικλώθηκε αλλά έμεινε όρθιος, ισορροπώντας στα δυο του πόδια.
Βρήκε την πόρτα (βαμμένη με πράσινη λαδομπογιά) ανοικτή, και την έσπρωξε για να αντικρίσει όλο το εύρος της ταράτσας. Ο ήλιος, είχε σπάσει τη μονοτονία μιας συννεφιάς καθολικής, και μια αχτίδα έπεφτε πίσω από τον πατέρα της, στο ανισόπεδο πάτωμα, κάνοντας έτσι διακριτές τις πέτρες από το μπετόν – ένα μείγμα πιο στιβαρό, που οι σημερινές πολυκατοικίες αγνοούν, έτσι όπως τις φτιάνουν, οι βολεμένοι εργολάβοι, κούφιες.
Δυο κεραίες, σε σχήμα Γ, με το πάνω μέρος τους να μοιάζει σαν χαλασμένη βούρτσα, είχαν ενωθεί σχηματίζοντας ένα παραλληλόγραμμο Π, κάτω από το οποίο στεκόταν ο Περικλής, με μια μονόχρωμη ρόμπα. Το δεξί μανίκι ήταν λίγο φαγωμένο ενώ ο γιακάς είχε αλλάξει χρώμα από τις απανωτές παρεμβάσεις του πλυντηρίου. Ήταν όρθιος, αλλά καμπουριασμένος, λες και κάποιος τον χτυπούσε στην πλάτη με μια γερή βαριοπούλα. Το δέρμα του, όπου ήταν δυνατό να διακριθεί από μακριά, απέπνεε μια παρακμή, αυτό το ζάρωμα που υφίστανται τα γινωμένα μήλα, όταν τα πιέζεις και σχηματίζουν διπλώσεις, χωρίς όμως να σκάνε. Ξέρεις όμως πώς αν βυθίσεις το δάκτυλο ή το μαχαίρι σε αυτά, το μόνο που θα συναντήσεις είναι μια καφετιά σαπίλα, ή σε πιο προχωρημένα στάδιο, μικρά σκουληκάκια, να το τρώνε μέχρι να ανοίξει η φλούδα από τα μέσα. Το μόνο πράγμα που επιζούσε εκείνης της μορφής ήταν δύο άσπρες τρίχες που ξεκινούσαν από το κέντρο του κεφαλιού, και δεν είχαν ακόμη πέσει, όπως το μεγαλύτερο μέρος των μαλλιών του, που άφηνε όπου έβρισκε, από τα σεντόνια μέχρι το μπάνιο. Ο αέρας τις ανάγκαζε σε ένα υποτονικό ανεβοκατέβασμα. Τη στιγμή, που η Βέρα κοίταξε τα χέρια του πατέρα της, είδε το στερνό κομματάκι στάχτης να παρασύρεται σε μια αέρινη βόλτα, και μετά από λίγα δευτερόλεπτα να καταλήγει στο έδαφος, που φρόντισε να το εξαφανίσει αμέσως λόγω της υγρασίας του. Αυτό που είχε απομείνει από το τσιγάρο, ανάμεσα στα αδύναμα δάκτυλα του Περικλή, ήταν το πορτοκαλί φιλτράκι, που θεωρείται από τις εταιρείες καπνοβιομηχανίας, ότι εμποδίζει τα επιβλαβή στοιχεία καπνού να εισέλθουν στους πνεύμονες…
Ο πατέρας της, κοίταζε προς τα κάτω, το δρόμο που πατούσαν αυτοκίνητα και άνθρωποι. Ήταν πολύ κοντά στα κάγκελα, που είχαν τη φήμη της κακής κατασκευής. Απέραντα κομμάτια τσιμέντου, άλλες ταράτσες, μπουγάδες, ηλιακοί θερμοσίφωνες, γάτες αναπαυμένες, μεγάλα πιάτα της συνδρομητικής τηλεόρασης, παραπήγματα με στενές πόρτες, βρισκόντουσαν τώρα σε συνεχή κίνηση μπροστά στα μάτια της.
Δύο μαύρες καρακάξες, έφτασαν στα κάγκελα, και έκλεισαν τα φτερά τους. Ο πατέρας δε σάλεψε. Το τοπίο συμπληρώθηκε. Ερημιά. Το μόνο που έλειπε ήταν ένα ξεκοιλιασμένο ψοφίμι.


Δούλευε στον ιδιωτικό τομέα. Παραδόξως σήμερα χρειάζεσαι και εκεί ένα βύσμα, αν όχι ένα τηλέφωνο που συμπληρώνει το απρόσωπο χαρτί μιας συστατικής επιστολής. Η μετάβαση από τη φοιτητική ζωή, παραταθείσα κι αυτή κατά τέσσερα έτη με δουλειές θνησιγενείς, στην αγορά εργασίας, είχε τις συνέπειές της. Πρώτα από όλα ανάγκασε σε σκληρή φίμωση το βιολογικό της ρολόι, που δούλευε με πολύ αργούς ρυθμούς. Αναγκάστηκε να υποστεί το άγριο στρίγκλισμα ενός κανονικού ρολογιού, αυτού που ταράζει τα πρωινά, όλους αυτούς που συνωστίζονται με τα αυτοκίνητά τους στους δρόμους ή στο μετρό, προκειμένου να φτάσουν γρήγορα στη δουλειά τους. Δεύτερον, έπρεπε να υποστεί τις παραξενιές του αφεντικού της, που σε πολλές περιπτώσεις μεταμφιεζόταν σε χωροφύλακα. Υπάρχουν και ευσυνείδητοι επαγγελματίες, πλέον, που καταγράφουν με κρυφές κάμερες τους εργαζόμενους, ούτως ώστε κανείς να μην τους κλέβει ούτε εργατολεπτό. Τρίτον, και πιο σημαντικό, έπρεπε να ασχολείται με κάτι που χαρακτηριζόταν από συμβατικότητα, και τη συνηθισμένη ρουτίνα. Ένα γραφείο και μια κουνιστή καρέκλα, με αμφίβολη ανθεκτικότητα στο μέρος όπου στηρίζεται η πλάτη.
Το αφεντικό της ήταν ένας εντελώς καθημερινός άνθρωπος, με μουστάκι, περίεργα πουκάμισα και βρώμικες μασχάλες. Διατηρούσε μια έκθεση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, γερμανικής προέλευσης, τα οποία του πουλούσε, με ευνοϊκούς όρους, ένας πρώην φίλος, και νυν συνεργάτης, που ζούσε στη Γερμανία. Το ότι γίνονταν κάποιες αβλεψίες στο τελωνείο, μικρή σημασία έχει, και δεν μας αφορά. Αυτό το μαγαζί, με τις πολύ παλιές τζαμαρίες, ήταν σφηνωμένο ανάμεσα σε μεγάλες αντιπροσωπείες αυτοκινήτων, με μεγάλες διαφημιστικές πινακίδες, που βαθμηδόν πολλαπλασιάστηκαν, και άρχισαν να σφίγγουν το λαρύγγι του αφεντικού της. Ήταν άνθρωπος αυτάρκης, πίστευε στη χρηστικότητα των πραγμάτων και δυσκολευόταν πολύ με τις νέες τεχνολογίες. Έτσι εξηγείται το γεγονός, πώς η Βέρα δε διαθέτει στη δουλειά ηλεκτρονικό υπολογιστή, για να διευκολύνεται. Η άποψη του ιδιοκτήτη ήταν ότι η μνήμη του υπολογιστή δε μπορούσε να αντικαταστήσει την ανθρώπινη προσοχή και επιμέλεια. Επίσης δεν υπήρχε καθόλου τηλεόραση στο κατάστημα-τι χρειαζόταν άλλωστε; Μόνο ένα μικρό τρανζιστοράκι, που αλλοίωνε τα τραγούδια, των περιορισμένων σταθμών που μπορούσε να πιάσει. Όλα αυτά δεν πρέπει να κατασκευάσουν μια εικόνα ενός αφεντικού με καβούρια στις τσέπες (και σε όλα τα ανοίγματα των ρούχων που διαθέτουν κάποιον χώρο), γιατί όταν η Βέρα του ζήτησε πριν λίγο καιρό μια μικρή αύξηση, εκείνος της είπε ότι ήταν πρόθυμος να τη βοηθήσει, αλλά βρισκόταν σε περίοδο οικονομικής ύφεσης. Μπορεί να μην ήταν μέσα στα πράγματα, αλλά τον χρηματιστή του τον είχε. Τα άσχημα νέα από εκείνον προέρχονταν, όπως φαίνεται. Ξεφυσούσε πάντα, πάνω από μια οικονομική εφημερίδα, και το χρώμα της, εκείνο το ανοιχτό πορτοκαλί, συμβάδιζε με το πρόσωπό του που έχανε το φυσικό του χρώμα, όποτε ο δείκτης έπεφτε, και σύσσωμοι οι κουστουμάτοι στη Σοφοκλέους, προσπαθούσαν να τον σηκώσουν.
Το μικρό γραφείο της, μια σχολική έδρα από ξύλο και σίδερο, στεκόταν στο βάθος της μοναδικής αίθουσας. Απέναντι ο δρόμος, διαθλασμένος από την σκόνη που είχε κατακαθίσει στα τζάμια, και η αυτοκόλλητη επιγραφή της επιχείρησης ανάποδα, όπως ακριβώς πήγαιναν οι δουλειές. Τα μάτια της παρακολουθούσαν τη ροή των αυτοκινήτων, εκείνο το αέναο ανέβα κατέβα. Έβλεπε μόνο σκιές που έτρεχαν με μεγάλες ταχύτητες σε εκείνη τη λεωφόρο -τα χρώματα των αυτοκινήτων είχαν εξαφανιστεί. Μόνο τα λεωφορεία διακρίνονταν καθαρότερα, με τις κουρασμένες φάτσες των επιβατών, να θυμίζουν πορεία προς έναν βασανιστικό θάνατο. Η αντιπροσωπεία βρισκόταν σε έναν παράδρομο της βασικής οδικής αρτηρίας, και το σχετικά μεγάλο προαύλιο του κτηρίου, ήταν γεμάτο με τετράπορτα σαράβαλα που έφεραν, το καθένα, στα καπό πλαστικές πινακίδες: ΠΩΛΕΙΤΑΙ – ΤΙΜΕΣ ΣΟΚ.
Εκεί είχε όλο το χρόνο να σκέφτεται ότι της είχε συμβεί τα τελευταία χρόνια. Πώς μεταλλάχθηκε η ίδια και η οικογένειά της, από έναν θάνατο, που για να είμαστε ειλικρινείς, ήταν αναμενόμενος, αλλά όχι τόσο καταλυτικός. Πόση παράταση δίνει αλήθεια ο Θεός στα θρησκευόμενα πρεζόνια; Η Ιφιγένεια, η αδελφή της, παρότι καλή χριστιανή, δεν αποδείχθηκε ικανή να αντισταθεί στη γλυκύτητα που σου προσφέρουν τα ναρκωτικά: μια νέα ζωή, μια ελεύθερη νιρβάνα, που διαρκεί λίγο μπροστά στη πραγματική. Δεν κατόρθωσε να σταματήσει στα ελαφρά, πήγε και τρυπήθηκε η μαλακισμένη. Από κει και πέρα μη ζητήσει κανείς το λόγο από το θάνατο. Είναι από τις λίγες φορές που εγκαλείται, και δε σε βρίσκει αυτοβούλως.
Από την άλλη πρέπει να είχε πραγματικά αρχίδια ανάμεσα στα μπούτια της. Ποτέ δεν την είδαν να ζητιανεύει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν το έκανε και αυτό, μακριά από τα μάτια τους ή σε άλλες περιοχές. Το εκπληκτικό με εκείνη ήταν πώς δε λογάριασε κανένα. Ούτε τον πατέρα, που την πασάλειφε με μέλι, ούτε τη μάνα, που ήταν πάντα στήριγμά της. Ρούφηξε τη μικρή ζωή που της αναλογούσε μέχρι το μεδούλι- και έφαγε τα κόκαλά της. Τα έζησε όλα! Έτσι λέει ο πολύς κόσμος τη συσσωρευμένη (σε μικρό χρόνο) εμπειρία, που από την πολλή συσσώρευση ανατινάζεται στον αέρα. Βρήκε ένα ψηλό παλικάρι με μεγάλη πούτσα (και μεγάλη μύτη για να ρουφάει τη σκόνη καλύτερα) όπως είχε εκμυστηρευθεί μια μέρα στη Βέρα σε στιγμές ιλαρότητας, στεγνό και όμορφο, αλλά με μυαλό αμφίβολης εμβέλειας. Της έσπειρε ένα μωρό, αλλά αυτό δεν άλλαξε τη σχέση τους. Απλά έκαναν το μωρό στην άκρη, και έζησαν μέχρι το τέλος μαζί, με τις σύριγγες να σχηματίζουν σταυρό, πεταμένες στα πόδια τους.
Εκείνη η μέρα στο νεκροτομείο ήταν απερίγραπτη. Σήκωσαν ένα πράσινο πανί οι γιατροί, και από κάτω η Ιφιγένεια αμίλητη, πρόβαρε το νέο χρώμα του σώματός της, το μακιγιάζ του κάτω κόσμου και της φθοράς, εκείνο το κίτρινο, με τις πράσινες αποχρώσεις που ενημερώνουν ότι οι φλέβες σταματούν να λειτουργούν. Έκλεισε το μαγαζί. Αυτό ήταν.


Μάνα και πατέρας απέτυχαν παταγωδώς. Ήταν ελαστικοί στην εφηβεία, δεν έριξαν αρκετές σφαλιάρες, δεν εμπόδισαν νυκτερινές εξόδους, δεν έσφιξαν τα λουριά. Αντιθέτως πλήρωσαν αδρά (διότι και οι κόρες τους ήταν έτοιμες να τους πουν «αφού μας κάνατε, πρέπει και να μας θρέψετε») γαλλικά, ωδεία, κολυμβητήρια (οι κόρες έκαναν δίδυμο στη συγχρονισμένη κολύμβηση με κάτι αισχρά ολόσωμα μαγιό), φροντιστήρια, και γενικά ότι συμπληρώνει τη δωρεάν παιδεία, σε αυτήν τη χώρα. Και ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Η μία, σταδιακά έγινε αναρχική, ναρκομανής, περιθωριοποιημένη (όλα αυτά κολλάνε μεταξύ τους όπως οι μαγνήτες, σύμφωνα με τους κοινωνιολόγους των εφημερίδων και των καναλιών) και η άλλη ζούσε με στραβή πυξίδα. Η πρώτη, που δεν είχε πυξίδα, πέθανε, ενώ η δεύτερη προσπαθούσε να προσαρμόσει τους ορίζοντες στον σπασμένο δείκτη της πυξίδας της. Δεν υπάρχει απάντηση σ’ αυτό.

Πώς είναι δυνατόν μια εντελώς νοικοκυρεμένη οικογένεια να έβγαλε τέτοιες κόρες; Μια οικογένεια που τις μεγάλωσε με αξιοπρέπεια και έριξε χρήμα στην καλλιέργειά τους; Ή μήπως τελικά υπάρχουν απαντήσεις, που τις δίνει η σοφή κοινωνία, και οι σημαίνοντες συντάκτες των παροιμιών και των αρχαίων γνωμικών; Μια πρώτη απόπειρα: Αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα. Σωστά, τα γραμμάτια που δε ξεπλήρωσαν οι γονείς, οφείλουν να τα ξεχρεώσουν τα παιδιά. Έστω με είδος. Ανθρώπινο εν προκειμένω. Η παροιμία όμως, ή το γνωμικό αν προτιμάτε, δε βρίσκει βάση σε αυτήν την οικογένεια. Κανένας γονιός δε διέπραξε θλιβερές αμαρτίες. Αντιθέτως πήγαιναν συχνά στην εκκλησία με ψιλά, για εκείνους του δίσκους που περιφέρουν οι επιστάτες, χωρίς να προνοήσουν στοιχειωδώς να στρώσουν από κάτω μια τσόχα, για να μην ακούγεται το κουδούνισμα των κερμάτων. Μία λύση είναι να μη ρίχνουν κέρματα, αλλά κατευθείαν χοντρά, που έχουν και μεγαλύτερη αξία. Κάτι τέτοιο όμως αποφεύγεται, όπως ο διάολος αποφεύγει το λιβάνι, γιατί υπάρχουν κάποιοι που σπεύδουν να πάρουν ρέστα από τους δίσκους, προτάσσοντας ως δικαιολογία την οικονομική στενότητα. Δε ξέρουν οι αδαείς ότι η εκκλησία θα τα επιστρέψει στο λαό υπό μορφή ιδρυμάτων και γηροκομείων. Αλλά, σε τελική ανάλυση, τι αξία έχουν τα λεφτά όταν έχεις εξασφαλίσει τη βασιλεία των ουρανών; Κάποιος κακός, θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κερδοσκοπική τη συνήθεια των ιερέων να ζητούν, με τιμές καταλόγου, χρήματα για μυστήρια και ευχέλαια. Και λίγα ζητούν, αν σκεφτεί κανείς ότι οι χαρτορίχτρες και τα μέντιουμ σταδιακά τους έχουν φάει τη δουλειά.
Αποδείχθηκε περίτρανα ότι καμία δικαιολογία δεν υπάρχει για το γεγονός ότι αυτή η καλή, μέσες άκρες, οικογένεια είχε νιώσει τη θλίψη του θανάτου της μιας της κόρης, χωρίς να έχει φταίξει σε τίποτα. Η μάνα έγινε μια ξένη, και ο πατέρας ένα άψυχο σώμα, που περιφερόταν στο σπίτι σαν ψωριάρικο σκυλί που δε βρίσκει φαγητό, ούτε στα σκουπίδια. Το νόημα της ζωής χάθηκε για τον πατέρα, που είχε αδυναμία στην Ιφιγένεια, και η μάνα, μην αντέχοντας να βλέπει τον άντρα της να σκουριάζει μέσα σε ρόμπες γεμάτες κηλίδες από ποτά, και τρύπες από τσιγάρα, είχε βρει το εξιλαστήριο θύμα. Κατηγορούσε τη Βέρα, ότι δεν προστάτευσε αρκετά την Ιφιγένεια, η οποία ήταν δύο χρόνια μικρότερη. Η μια 27 και η άλλη 25 και κάτι εβδομάδες. Απίστευτες συζητήσεις κατέληγαν σε καταδικαστικές αποφάσεις, που ανακήρυτταν τη Βέρα κακή αδελφή, και κακό μέλος της οικογένειάς τους.

Εκείνη ένιωθε ότι θα πέθαινε από την αδικία. Ήξερε ότι το χάσμα ήταν αγεφύρωτο, και γι’ αυτό προσπάθησε να μη μιλάει. Έβαλε σε λειτουργία, τον μεγαλύτερο γιατρό των ανθρώπινων παθών, το χρόνο. Δεν υπήρξε όμως ουσιαστική βελτίωση, παρά στασιμότητα. Πολλές φορές το να μην κάνεις τίποτα αποδεικνύεται πιο ευεργετικό από τη δράση, αυτό διδάσκει ο Έρασμος. Ήταν εκείνη η στασιμότητα του βάλτου, που ταράζεται μόνο αν αναδυθούν στην επιφάνεια αέρια ή ζώα ψόφια. Ανάμεσα στις δύο γυναίκες υπήρχε βρώμικο νερό, που φούσκωνε από την συνεχή ενστάλαξη του δηλητηρίου, αργά, αλλά με σταθερό και αμείωτο ρυθμό. Φυσικά τις περισσότερες φορές άφατα, πίσω από τις λιγοστές λέξεις, και την ίριδα του ματιού. Μέσα σε αυτό το κλίμα μεγάλωσε ο Πέτρος, που είχε προμηθευθεί με μάσκα για τις τοξίνες, δηλαδή ψεύτικα χαμόγελα εκατέρωθεν και υποκριτικές κουβέντες ενδιαφέροντος και συμπόνιας. Ο Περικλής, πέρα από τις σπάνιες φορές, που αποφάσιζε να κατέβει στο κοντινό καφενείο της γειτονιάς, δύο ασχολίες είχε. Είτε να ανεβαίνει στη ταράτσα και να κοιτάει το υπερπέραν, είτε να κάθεται με ανοιχτό το στόμα στη καρέκλα του γραφείου του (συνήθως ξέφευγε από το κάτω χείλος του σάλιο, με φαρμάκι προφανώς), έχοντας στο χέρι το λουρί ενός κανίς γκριφόν, που έγινε απροσδόκητα ο καλύτερός του φίλος. Είχε το πλεονέκτημα ότι δε μιλούσε την ανθρώπινη γλώσσα. Ούτε ο Περικλής, οπότε τα έβρισκαν μια χαρά. Το πρόβλημα με το συγκεκριμένο σκυλί, ήταν ότι έμοιαζε με βρώμικη σφουγγαρίστρα χωρίς κοντάρι. Μια φορά η μάνα του σπιτιού το βούτηξε στη χλωρίνη αλλά ευτυχώς επέζησε.
Όλα κυλούσαν τόσο πληκτικά, αλλά η διαφυγή ήταν αδιανόητη. Έπρεπε να συμπαραστέκεται στον πατέρα, να υπομένει τη μάνα, και να βρίσκεται στο πλάι του μικρού. Κανείς άνθρωπος δε ζει ποτέ μια πραγματικά ανεξάρτητη ζωή. Κυρίως ο θάνατος είναι αυτός, που αναγκάζει τις παράλληλες γραμμές να έλθουν σε επαφή. Αν υποθέσουμε ότι ο κόσμος είναι εκατομμύρια παράλληλες γραμμές που συμβολίζουν τις ανθρώπινες ζωές, αυτό θα καταλάβουμε. Ότι ο θάνατος είναι συνήθως η τομή. Ο έρωτας είναι η πιο στενή επαφή, αλλά δεν τέμνει τις παράλληλες. Τελικά οι μόνοι που χαράζουν μόνοι την πορεία τους είναι οι ορφανοί που δεν ξαναβρίσκουν τους γονείς τους, και οι νεκροί. Οι δεύτεροι παρουσιάζουν μεγαλύτερο ποσοστό επιτυχίας.


Η Βέρα απώθησε κάποτε τη μάνα της, πάνω σε ένα καβγά χωρίς προηγούμενο.
« Τι θα γίνει μου λες;»
« Τι θες να γίνει δηλαδή;»
« Ως πότε θα συμπεριφέρεσαι σαν νοσοκόμα που έχει σιχαθεί τα άρρωστα σώματα;»
«Δε σε καταλαβαίνω»…
«Το κακό είναι ότι με καταλαβαίνεις απολύτως»…
Άφησε κατά μέρος τη ψεύτικη ηρεμία.
« Κοίτα, ότι είχα να δώσω το έδωσα σε όλους. Αν κάτι χρωστάω είναι στον μικρό, μόνο και μόνο γιατί είχε μια μάνα άμυαλη!»
«Δηλαδή όλοι οι υπόλοιποι εδώ μέσα τι είμαστε για σένα, κατοικίδια, που οφείλεις μόνο να τρέφεις, από φιλοζωία, και να μαζεύεις τα σκατά τους; Αυτό είναι, έτσι τα έχεις μελετήσει τα πράγματα;»
«Ο πατέρας σου επέλεξε να κλειστεί στο δικό του κόσμο και δε σκοπεύω να τον ενοχλήσω. Όσο για σένα, δεν ξέρω πώς να φερθώ. Είδα τα αποτελέσματα όλης της αγάπης που έδωσα στην αδελφή σου, και δε διακινδυνεύω τίποτα πλέον. Κάνε ότι θες! Ούτως ή άλλως πάντα ήσουν πιο δυνατή»…
Η στιχομυθία είναι κοφτή, και οι ανάσες έχουν σταματήσει. Μιλά η οργή.
« Νομίζεις ότι καθάρισες; Εντάξει κατάλαβα, δε χρειάζεται να πεις κι άλλα»…
« Τι διαφορά θα είχε αν αύριο ο πατέρας σου πέθαινε; Καμία! Τα ίδια χάλια έχουμε, και θα συνεχίσουμε το ίδιο. Τώρα δε μιλάμε, και ανάθεμα αν ξέρω το λόγο! Στη σιωπή του δε μπορώ να απαντώ με φλυαρίες άσκοπες, όταν ξέρω ότι το κεφάλι του, έχει μόνο ένα πράγμα μέσα, που δεν αλλάζει»…
Δεν άντεξε. Έφτυσε στο πάτωμα και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Η μάνα της, με δύο κινήσεις, που κόντεψαν να την κομματιάσουν, με τους μύες να σφίγγουν, μπήκε μπροστά της, σε μια τελευταία προσπάθεια να σώσει την κατάσταση. Κράτησε την ανάσα της, και γέμισε το βλέμμα της με μερικά ψίχουλα συναίνεσης. Ήταν αργά. Η γλώσσα της έτρεξε πιο γρήγορα από τη σκέψη, έστω τη συμβατική, αυτή που επιβάλλει στη μάνα να μιλά με σεβασμό, για τον πατέρα, στο παιδί τους. Η Βέρα τη διέγραψε, δεν περίμενε τίποτα παραπάνω. Αυτό που θα άλλαζε τα δεδομένα, έτσι όπως κυλούσαν τα πράγματα, ήταν η σειρά. Ποιος θα πέθαινε πρώτος, η μάνα ή ο πατέρας της. Αν πέθαινε ο πατέρας της, θα λυπόταν, θα σπάραζε, αλλά δε θα τον έβλεπε σε τέτοια χάλια. Αν πέθαινε η μάνα της, το ίδιο θα λυπόταν. Απλά πάνω από τον τάφο δε θα ξεχνούσε να αραδιάσει τα ατοπήματά της, τις βρωμιές της καλύτερα, που διογκώθηκαν γιατί κανείς δεν είχε τη δύναμη να την αντιμετωπίσει. Τόσο ψυχρή ήταν. Δε θα άφηνε το φέρετρό της να μπει στη γη με τους καθιερωμένους μακαρισμούς (ίδιοι για αγγέλους και διαβόλους), αλλά θα άφηνε τα αόρατα φλέγματα της, να κατακάψουν το ξύλο της κάσας της. Πάντως, ένας καλός γνώστης της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, θα στοιχημάτιζε στον πρόωρο θάνατο του Περικλή. Είναι αδύνατο, να επαναφέρεις στα δικά σου δεδομένα έναν άνθρωπο, που έχει αρχίσει να μιλά με τους νεκρούς.


Μπήκε πρώτη στην αντιπροσωπεία. Το ρολόι στον τοίχο, διαφημιστικό μιας εταιρείας οικοδομικών υλικών, ήταν σταματημένο στις οκτώ και μισή. Δυο φορές την εβδομάδα, είχε αναλάβει να ανοίγει το μαγαζί, το είχε συμφωνήσει με το αφεντικό της, και τώρα που δεν άντεχε, σκεφτόταν πόσο λάθος είχε κάνει. Αυτό βέβαια στην αρχή, σε μια προσπάθεια να επιδείξει υπερβάλλοντα ζήλο στο αφεντικό της. Η πικρή πραγματικότητα έλεγε ότι για να περάσει πελάτης από το μαγαζί, έπρεπε πρώτα η γη να αντικαταστήσει τον ουρανό. Καθόταν με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά από το πρόσωπό της, και σκεφτόταν με κλειστά μάτια, που όμως έβλεπαν άλλα πράγματα, μακρινά και αγαπημένα. Τι της είχε συμβεί; Τίποτα διαφορετικό από αυτό που βρίσκει όλους τους ανθρώπους. Ο θάνατος αφάνισε την αδελφή της, και μοιραία υπήρξαν κάποιες παράπλευρες απώλειες. Κοιτούσε το πρόσωπό της στο τζάμι, που επικάλυπτε την ξύλινη επιφάνεια του γραφείου. Πατικωμένες από κάτω τεράστιες φωτογραφίες με κάτι μοντέλα Βόλβο της δεκαετίας του 7Ο’. Το είδωλό της, ήταν διαφορετικό από το πρόσωπο, με το οποίο περιφερόταν το τελευταίο καιρό. Μετάλλαξη, αυτό ήταν! Τα ανέμελα μαλλιά αντικαταστάθηκαν από μια αυστηρή κοτσίδα, τα ανοιχτά μπλουζάκια με τις τερατόμορφες στάμπες, είχαν γίνει στενοί κορσέδες, μονόχρωμες μπλούζες σε σκούρες αποχρώσεις, και συντηρητικά κοστούμια. Το καθαρό πρόσωπο και η ανθρώπινη ανάσα έφυγαν, και ήλθαν το σοβάτισμα και τα κραγιόνια, με μια τσίχλα μέντας να περιφέρεται στην στοματική της κοιλότητα. Παλιά αυτό… Τώρα βαριέται ακόμη και να μασήσει. Τοποθετεί τις τσίχλες σε ένα σφράγισμα που χάλασε, και παραμένει καμπριολέ, επειδή δεν έσπευσε να το βουλώσει στον οδοντίατρο. Τοιουτοτρόπως αποφεύγει και την κατάσταση του ηλίθιου μηρυκασμού, πάνω κάτω το σαγόνι, στον οποίο ενοχλητικά επιδίδονται μερικές χαζές (πλην όμορφες) γυναίκες, που κάνουν τις τσιχλόφουσκες τέχνη για λίγους. Βεβαίως υπάρχει και η νεόκοπη άποψη, που υποστηρίζει ότι η τσίχλα, άντε και η μαστίχα Χίου υπό προϋποθέσεις, βοηθά τον εγκέφαλο να παραμένει ακμαίος και ζωντανός, αλλά εδώ καταγράφεται η άποψη της Βέρας.
Μια χιλιάρα μηχανή διαταράσσει τη συνηθισμένη βουή των αυτοκινήτων, που καταπίνουν την άσφαλτο, απέναντί της.
«Χαλιμέρα!»
Αυτή η φωνή που ερχόταν από πολύ μακριά, την ανάγκασε να σηκώσει το βλέμμα από το τζάμι. Ένας λιγνός μετανάστης, τόσο που μπορούσε να σεργιανίσει ολόκληρος μέσα στο βρώμικο πουκάμισό του άνετα, στεκόταν με ένα γέλιο στο στόμα, και μια ελπίδα στα μάτια. Η Βέρα κατάλαβε ότι προφανώς δεν ήθελε αυτοκίνητο, και τον ρώτησε το ακριβώς ζητούσε εκεί. «Καντέμ. Καταρίζι τζάμι» είπε ο μετανάστης και προέταξε το καφετί χέρι, ένα μείγμα φλεβών και κόκκινων σημαδιών, δίνοντάς της ένα χαρτί, που είχε τσαλακωθεί άσχημα. Κάτω από το λεπτό μουστάκι του διαφάνηκε ένα συγκρατημένο μειδίαμα.
Το πήρε και το άνοιξε.

«Τον λένε Καντέμ. Θα καθαρίζει τα τζάμια, και θα πλένει τα αυτοκίνητα. Του έδωσα αυτό το σημείωμα σε περίπτωση που θα ξεχνούσα να σε ενημερώσω σχετικά. Αν το διαβάζεις σημαίνει ότι το ξέχασα. Δώσε του τους κουβάδες, τα καθαρτικά, και τα πετσιά για το σκούπισμα, που βρίσκονται πίσω από την πόρτα του μπάνιου. Άσ’ τον να πλένει, μέχρι να έρθει να σου πει ο ίδιος ότι έχει τελειώσει. Αυτοί είναι τίμιοι, και δε τελειώνουν γρήγορα τη δουλειά, σε σχέση με τους δικούς μας. Σέβονται τα λεφτά που τους δίνουμε. Αν σου ζητήσει λεφτά μη του δώσεις. Θα του τα δώσω εγώ αφού δω και τη δουλειά του πρώτα. Ούτε και για φαγητό μη του δώσεις, αν δε θες να σου γίνει τσιμπούρι».


Στο τέλος του σημειώματος υπήρχε μια υπογραφή: Αφεντικό. Πόσο μαλάκας και φαντασμένος είναι αυτός ο τύπος, αναρωτήθηκε. Ο νέος καθαριστής ήταν Πακιστανός, ένας από τους πολλούς μετανάστες, που στοιβάζονται σε σαπιοκάραβα, για να φτάσουν σε αυτή τη χώρα. Τον είχε συναντήσει σε κάτι φανάρια, προσπαθώντας να πείσει τους οδηγούς να τον αφήσουν να καθαρίσει, για λίγα κέρματα, τα παρμπρίζ. Τον πρώτο καιρό, είχε μαζέψει αρκετές βρισιές από ταξιτζήδες, ώσπου κατάλαβε ότι ήταν προτιμότερο να αγνοεί την ύπαρξη των κίτρινων αυτοκινήτων. Τον ικανοποιούσαν τα λιγοστά χρήματα που του πρότεινε το αφεντικό της Βέρας, και είχε έλθει με μεγάλο ενθουσιασμό την πρώτη μέρα της νέας του εργασίας. Οι γενικότερες αλλαγές είχαν προαναγγελθεί. Σε ανύποπτο χρόνο, ενός βαρετού μεσημεριού, το αφεντικό είπε: «Σήμερα είναι πιο εύκολο να αγοράσεις ένα αυτοκίνητο, παρά ένα ψυγείο». Μεγάλο το δίκιο του αφεντικού, αν αναλογιστεί κανείς, ότι κάθε οικογένεια διαθέτει και ένα αυτοκίνητο για το κάθε μέλος της, σε καιρούς χαλεπούς οικονομικά, μα παραγεμισμένους με ακριβή ξιπασιά.
Έτριβε τόσο δυνατά, που μέσα σε λίγα λεπτά το λερωμένο πουκάμισό του, είχε αποκτήσει τρεις μεγάλες στάμπες ιδρώτα, τη μεγαλύτερη στην πλάτη, και δύο κάτω από τις μασχάλες του. Φυσικά ο Πακιστανός έπαιρνε μαύρα λεφτά. Όπως ακριβώς ήταν η βρώμα που είχε φυτρώσει ανάμεσα στα δάκτυλα των ποδιών του. Το να γίνει αναφορά σε ασφάλιση του ή άλλες ευεργετικές διαδικασίες, το να πάει σε ανθρώπινο νοσοκομείο για την οποιαδήποτε ασθένεια λόγου χάρη, μάλλον θα προκαλέσει το γέλιο του αναγνώστη, και γι’ αυτό επιμελώς αποφεύγεται. Το γέλιο αφορά και τον χαρακτηρισμό του νοσοκομείου, σαν ανθρώπινου φορέα της κοινωνικής προσφοράς, αλλά και την ασφάλιση, που αντιτίθεται στην ελευθερία του ατόμου, ως εργαζόμενου.
Όμως, η πρόσληψη του Πακιστανού σήμαινε ταυτόχρονα, ότι ο εικοσάχρονος φοιτητής που μέχρι πρότινος έπλενε τα αυτοκίνητα, για να συμπληρώνει το χαρτζιλίκι του, δε θα εμφανιζόταν άλλη Πέμπτη. Την ίδια μέρα της εβδομάδας, ερχόταν κάθε φορά, άραζε το μηχανάκι του έξω στο προαύλιο, και έπιανε αμέσως δουλειά. Τέλειωνε σχετικά γρήγορα, αλλά στη διάρκεια του πλυσίματος τον διέκοπταν μερικά τηλέφωνα. Πιθανότατα κάποια μικρή ναζιάρα. Πάντα έριχνε ένα βλέμμα όλο υπονοούμενα στη Βέρα, το έπαιζε μοντέλο, μοιραίος, κορδωνόταν και προέτασσε το καλογυμνασμένο του κορμί, μέχρι αηδίας. Η Βέρα παλαιότερα θα του έλεγε, με το στόμα γεμάτο ειρωνικό σάλιο, ότι ήταν ένας μικρός που μόλις είδε τι έχει μέσα στο βρακί του ξεφάντωσε και άρχισε να αναζητά τρύπες για βούλωμα. Θα τον αντιμετώπιζε όπως ο μανάβης, που καταπνίγει την επανάσταση κάποιων αγγουριών, που αναθάρρησαν και πίστεψαν ότι μπορούν να τον χτυπήσουν. Πιθανότατα να τον απειλούσε, να του έλεγε «τι θες ρε μικρέ να στο φάω το γαριδάκι, και μετά να ψάχνεσαι;», αλλά στη παρούσα φάση ούτε που της πέρασε από το μυαλό.
Την κολάκευε αυτό το υπαινικτικό βλέμμα του νεαρού, επειδή είχε ξεχάσει πώς ήταν να φλερτάρεις, να δέχεσαι ένα βλέμμα, που έχει τη δυνατότητα να αρθρώνει τις πλέον σωστές λέξεις, αυτές που εκφράζουν τα συναισθήματα, χωρίς να πέφτουν στις παγίδες της ασάφειας και της γραφικότητας, που στήνει το στόμα. Τον παρακολουθούσε με προσοχή. Κάθε του κίνηση. Από τη στιγμή που έβγαζε το κοντομάνικο, μέχρι την ώρα, που μέσα στον ιδρώτα, επέστρεφε τους κουβάδες και τα σαπούνια στη θέση τους. Είχε εξαιρετική σωματική διάπλαση, και τα γυμνασμένα του χέρια υπέφεραν από την γιγάντωση των φλεβών του, κάθε φορά που τεντωνόταν, για να φτάσει με ένα τεράστιο σφουγγάρι ,τίγκα στη σαπουνάδα, κάποια σημεία της επιφάνειας των αυτοκινήτων. Έσκυβε για να γυαλίσει τις ζάντες, και το μαύρο του εσώρουχο, διακρινόταν κάτω από την αθλητική του φόρμα, και την αναστάτωνε. Την αναστάτωνε ένας άβγαλτος νεαρός, ατζαμής εκατό τις εκατό, που όμως ήταν η αιτία, μια φορά την εβδομάδα, να κλείνει στο χρονοντούλαπο όλες εκείνες τις έννοιες και τα προβλήματα, όλα εκείνα τα πράγματα που τις αφαιρούσαν σιγά σιγά το αίμα. Δεν ήταν από εκείνες τις γυναίκες που δεν είχαν περάσει καλά, και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο αυτή η βάναυση καθημερινότητα της ροκάνιζε τις αντιστάσεις. Η αντοχή ήταν ένα από τα μεγάλα της προτερήματα, αλλά ακόμη κι αυτή είχε μπει στα τελευταία στάδια του θρυμματισμού της. Είχε αποφασίσει να πάρει το φοιτητή πάνω στο γραφείο, ή όπου αλλού έβρισκε ελεύθερο χώρο. Δεν την ένοιαζαν τα αδιάκριτα βλέμματα που θα συγκεντρώνονταν πίσω από τις τζαμαρίες. Θα τον άρπαζε, θα του δάγκωνε με λύσσα το λαιμό και το στήθος, και θα του αποσπούσε, όσα περισσότερα αποθέματα νεανικότητας και ζωντάνιας μπορούσε. Ουσίες που μέσα τις είχαν πλέον πρώιμα εξαφανιστεί. Θα γινόταν μια παραλλαγή ενός βαμπίρ, που θα αναζητούσε λίγη εμπειρία, λίγες κοφτές ανάσες, λίγα φιλιά σε ένα στόμα που είχε καταντήσει χωματερή από καφέδες και τσιγάρα.
Αλλά τα πράγματα δεν πήγαν όπως θα περίμενε. Όταν εκείνη αποφάσισε να ανασύρει λίγο από το παρελθόν, τον χαμένο της εαυτό, ο νεαρός είχε πλέον ρίξει πίσω μαύρη πέτρα. Εκείνος θα έβρισκε κάποια μικρή και θα έκανε τη δουλειά του. Εκείνη θα έβραζε στο ζουμί της, σε εκείνο το μεγάλο καζάνι με τις τεράστιες φουσκάλες, πράσινες και εμετικές, στη μίζερη ζωή της, χωρίς διάθεση διαφυγής.


Έφυγε νωρίτερα από τη δουλειά. Δούλευε τις περισσότερες φορές πάνω από οκτώ ώρες, αλλά η υπερωρία δεν έχει πλέον καμία βάση. Σπάνια ζητούσε την άδεια να επιστρέψει στο σπίτι της, αλλά ευτυχώς το αφεντικό δεν της δημιουργούσε προβλήματα. Εκείνη τη μέρα επικαλέστηκε έναν απίστευτο πονοκέφαλο, που δεν υποχώρησε ούτε από τις αναβράζουσες ταμπλέτες που εξαφανίζουν τον πόνο στη στιγμή. Αυτό λένε οι επιγραφές στα κουτιά και τις διαφημίσεις, αλλά όσοι το πιστεύουν, μάλλον βάζουν έναν ακόμη πονοκέφαλο στο λογαριασμό τους.
Ήταν η πρώτη φορά που έφτασε σπίτι της, χωρίς να αντιμετωπίσει ιδιαίτερα εμπόδια στην κίνηση, και κυρίως χωρίς να της φουσκώσουν τα μηνίγγια από κόρνες και βρισίδια. Πριν μπει στο δρόμο, που οδηγούσε στην πολυκατοικία όπου διέμενε, διέκρινε μια αναστάτωση, κόσμος πολύς είχε συγκεντρωθεί στη γειτονιά της. Δεν μπορούσε όμως να φτάσει γρήγορα, γιατί ο δρόμος είχε κλείσει και μέχρι να στρίψουν τα αυτοκίνητα μανουβράροντας, πρόλαβε να δημιουργηθεί ένα κομβόι από γιωταχί, με χέρια να σχηματίζουν τους βόθρους, που δεν ακούγονταν από τα χείλη, γιατί οι φωνές πνίγηκαν μέσα στους συριστικούς ήχους μαρσαρισμάτων και εξατμίσεων.
Βρήκε απροσδόκητα χώρο ανάμεσα σε δύο αυτοκίνητα και έχωσε το δικό της, με κίνδυνο να σπάσει το αριστερό φτερό. Βρισκόταν σε απόσταση περίπου εκατό μέτρων από το γενικό σαματά, και αναγκάστηκε να διανύσει την απόσταση με τα πόδια – οι γόβες στα χέρια φυσικά. Προσπάθησε να βρει κάποιον πρόθυμο, για να της εξηγήσει τι ακριβώς συνέβη. Το ενδιαφέρον της εντάθηκε, όταν πρόσεξε ότι ένας μεγάλος κύκλος είχε σχηματιστεί λίγα μέτρα έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας της. Άνθρωποι αναστατωμένοι, γνωστοί και άγνωστοι, γείτονες και άσχετοι. Ψίθυροι, φωνές που χάνονταν η μία μέσα στην άλλη, χωρίς να μπορεί κάποιος να τις ακολουθήσει για να βγάλει συμπέρασμα, δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα ιδιαίτερα τρομακτική. Ένας ρευστός φόβος, είχε σκεπάσει τη γειτονιά, που είχε βγει στο δρόμο, ενώ μερικοί ηλικιωμένοι κρεμόντουσαν από τα στενά μπαλκόνια τους, προκειμένου να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους. Κάποιος είχε γίνει θέαμα. Δεν είχε καταλάβει ακόμη περί τίνος επρόκειτο, αλλά τα κλειστά στόματα, τα χέρια που σφράγιζαν τα στόματα, και οι ματιές που λοξοδρομούσαν αποτυπώνοντας την απορία και το απίστευτο στα πρόσωπα, ήδη σχημάτιζαν στο κεφάλι της μια σκηνή τραγική. Ποιος άραγε, είχε συγκεντρώσει το ενδιαφέρον, τι συνέβαινε και όλοι είχαν αφήσει τις δουλειές τους και έστεκαν αποσβολωμένοι, σε σχήμα κυκλικό, σαν να έπαιζαν παιχνίδια αλήστου μνήμης παιδικά; Ποιος είχε μπει στο κύκλο, και μαγνήτιζε τα βλέμματα, τον οίκτο και τη λύπηση.
Έφτανε, αλλά ξαφνικά ένιωσε μια απίστευτη σπρωξιά στην πλάτη, που λίγο έλειψε να την γκρεμίσει στην άσφαλτο. Μέχρι να ελέγξει τα ρούχα και την τσάντα της ένιωσε κάποιους να την προσπερνούν με απίστευτη ταχύτητα, πέραν της ανεκδιήγητης γαϊδουριάς τους, να την τρακάρουν τόσο άσχημα, χωρίς να ζητήσουν ένα συγγνώμη. Σήκωσε τα μάτια και είδε μια νεαρή δημοσιογράφο, με ένα μικρόφωνο στο χέρι, να σέρνει με το καλώδιό του, έναν κάμεραμαν που, λόγω της μεγάλης του κοιλιάς, δυσκολευόταν να την ακολουθήσει, τόσο λεπτή και ευκίνητη που ήταν, ώστε να τσακώνει ειδήσεις και αποκλειστικά, πριν καν ολοκληρωθούν.
Έφτασε τελικά στο σημείο αιχμής του γεγονότος, και είδε ότι η δημοσιογράφος, είχε ήδη προλάβει να μάθει τα καθέκαστα, όχι αυτά που όντως συνέβησαν, αλλά αυτά που χρειαζόταν για να συντάξει μια είδηση λογικής ακολουθίας, και είχε αναγκάσει μια κυρία να μιλάει στην κάμερα, υπό την απειλητική παρουσία του μικροφώνου, που λίγο ακόμη και θα της έκλεινε το στόμα.
«Τον γνωρίζατε;»
«Φυσικά, ήταν εδώ της γειτονιάς. Ήταν πολύ καλός οικογενειάρχης, αλλά τον τελευταίο καιρό, δεν έβγαινε πολύ συχνά από το σπίτι. Ούτε στην εκκλησία ερχόταν, όπως παλιά, γιατί εγώ πηγαίνω ανελλιπώς κάθε Κυριακή, και βλέπω τι γίνεται»
Η αυτόπτης μάρτυς, βλέποντας ότι η κάμερα δεν είχε τη δυνατότητα να τρώει αυτούς που καταγράφει, πήρε θάρρος, άρχισε να λέει περισσότερα από όσα η δημοσιογράφος τη ρωτούσε, και πριν απαντήσει στην επόμενη ερώτηση, έφτιαξε λίγο τα μαλλιά της στις άκρες που πετούσαν, καθώς δεν έπρεπε να βγει σαν ξεμαλλιασμένη στις βραδινές ειδήσεις.
«Ξέρετε τι ακριβώς συνέβαινε στην οικογένεια του αυτόχειρα;»
«Κοιτάξτε, όπως καταλαβαίνετε είναι δύσκολο να είσαι μέσα στα ξένα σπίτια, αλλά άλλες κυρίες που ζουν στην πολυκατοικία, έχουν κατά καιρούς επισημάνει κάποιες μικρές εντάσεις, κατά το παρελθόν»…
«Δηλαδή; Πρέπει να γίνεται πιο συγκεκριμένη για το καλό της ενημέρωσης»…
«Μάλιστα… πρέπει να ξέρετε ότι η οικογένεια αυτή, η κατά τα άλλα σεβαστή και πολύ ήσυχη, που ποτέ δεν μας έχει δημιουργήσει προβλήματα, έχασε πριν μερικά χρόνια τη μια από τις δύο τις κόρες, τη μεγαλύτερη. Κάποιοι είπαν ότι επρόκειτο για ατύχημα, αλλά ποτέ δεν διευκρινίστηκε τι ατύχημα. Οι ειδήσεις πάντως είχαν μεταδώσει, ότι η Ιφιγένεια, έτσι λεγόταν η αποθανούσα, είχε μπλέξει άσχημα σε ένα δίκτυο εμπορίας ναρκωτικών, και την καθάρισαν γιατί δεν έπρεπε να αποκαλύψει τους εγκεφάλους του. Άλλοι πάλι ισχυρίστηκαν ότι η ίδια είχε μείνει στον τόπο, σε ένα μικρό άλσος των δυτικών προαστίων, από υπερβολική δόση ηρωίνης. Τι τα θέλετε, το σίγουρο είναι ότι η κοπέλα χάθηκε, από τον λευκό θάνατο, όπως σωστά το λέτε εσείς στις ειδήσεις»…
«Είδατε την πτώση, τη στιγμή ακριβώς που έπεσε ο άνθρωπος;»
«Όχι ακριβώς… Έφτασα λίγα δευτερόλεπτα μετά, πριν συγκεντρωθεί το πλήθος, και αφού άκουσα τη φωνή μιας κυρίας που τσίριζε»…
Πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση της, ένας κύριος, με κάτι περίεργα γυαλιά, και ένα πρόσωπο κατακόκκινο, επενέβη.
«Εγώ θα σας πω τι ακριβώς συνέβη»…
«Είδατε την πτώση, κύριε;»
«Θα σας πω! Εγώ έχω ένα μικρό πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ εδώ, λίγα μέτρα πιο κάτω, ακριβώς απέναντι από το δρόμο, όπου κείτεται ο νεκρός. Τη στιγμή που έβαζα ένα δελτίο στην μηχανή προς επικύρωση, άκουσα έναν γδούπο, και έστρεψα αμέσως τα μάτια προς το μέρος, από όπου προήλθε ο θόρυβος. Μέσα από τις διαφανείς τζαμαρίες, είδα έναν άνθρωπο, σκασμένο σαν το καρπούζι, μέσα σε λίμνη αίματος. Οι πελάτες αναστατώθηκαν, ενώ το αυτοκίνητο που περνούσε εκείνη την ώρα από το δρόμο, ακινητοποιήθηκε ακαριαία, με κίνδυνο ο οδηγός να φάει τα μούτρα του. Παραλίγο και θα έπεφτε στο καπό… Με το που βλέπω το συμβάν, αφήνω το μαγαζί και τρέχω έξω, να δω τι συνέβη από κοντά. Τι να δω; Αφήστε καλύτερα. Αίμα, παντού, το κεφάλι ανοιγμένο σε τέσσερα κομμάτια. Ώσπου να συνειδητοποιήσω τι συνέβη, πρόσεξα καλύτερα και διαπίστωσα ότι ήταν ο καημένος ο Περικλής. Τον κατάλαβα φυσιογνωμικά»…
«Τον γνωρίζατε εσείς;»
«Φυσικά, μα τι λέτε! Της γειτονιάς άνθρωπος, καλός και ήσυχος. Με μια γυναίκα λουλούδι, που υπεραγαπούσε. Ούτε δικαιώματα, ούτε τίποτα. Κρίμα, κρίμα»…
Η δημοσιογράφος στράφηκε προς τον φακό της κάμερας, πήρε ένα ύφος λυπημένο, και μετέδωσε όλα αυτά που είπαν οι αυτόπτες μάρτυρες, βάζοντας επιπλέον κάποιες δικές της εκδοχές. Όταν τέλειωσε, είπε στον κάμεραμαν μα κλείσει γρήγορα την κάμερα, προκειμένου να προλάβουν και ένα άλλο θέμα, λίγη ώρα μακριά από εκείνο το σημείο, μια συνταξιούχο, που την έκλεψαν και την έσπασαν και στο ξύλο από πάνω.
Χτύπησε το κινητό της, και χωρίς να χάσει χρόνο απάντησε. «Έλα εντάξει, με την αυτοκτονία… Πήρα κάποιες δηλώσεις, θα τα βολέψουμε. Να σου πω, πες σ’ αυτόν που θα φτιάξει το βίντεο για το βράδυ, να βάλλει και κανένα μουσικό χαλί της προκοπής. Ξέρεις από εκείνα τα γρήγορα, τα καταδιωκτικά. Ναι με ακούς;… όχι από εκείνα τα πικρόχολα, που βάζουμε στα μνημόσυνα τα μεσημέρια. Πες του να αφήσει και τίποτα υπονοούμενα για ναρκωτικά και τα λοιπά. Μη γίνει μελό το θέμα»…
Η Βέρα πέρασε δίπλα ακριβώς από τη δημοσιογράφο, τη στιγμή που έκλεινε το τηλέφωνο. Τρία παιδιά, που μάλλον την είχαν κοπανήσει νωρίτερα από κάποιο σχολείο, είχαν σηκώσει τα κινητά, και με τον επαγγελματισμό ενός σοβαρού κινηματογραφιστή, βιντεοσκοπούσαν το πτώμα, και το φυλάκιζαν σε μικρές φωτογραφίες.
Ρώτησε η Βέρα κάποιον περαστικό τι είχε συμβεί, και εκείνος της είπε ότι κάποιος είχε αυτοκτονήσει. Την έζωσαν τα φίδια, και ούτε καν σκέφτηκε να ρωτήσει αν κάποιος γνώριζε ποιος ήταν αυτός. Πήγε το μυαλό της στο κακό, αλλά ήταν κάτι που γρήγορα απέκλεισε σαν ενδεχόμενο, επειδή ήξερε ότι όσα προβλήματα κι αν ταλάνιζαν την οικογένειά της, αυτό που ποτέ δεν είχε εξοβελιστεί τελείως ήταν η λογική. Οι πρώτες γρήγορες ματιές της, δεν εντόπισαν κάποιον γνωστό, αλλά το ποιον θεωρούσε γνωστό η Βέρα, ήταν κάτι το σχετικό. Πολλοί την ήξεραν, αλλά εκείνη όχι. Στην ευρύτερη περιοχή οι περισσότερη την ήξεραν απλά ως όνομα, και κόρη της μάνας και του πατέρα της. Όσο για εκείνη, απλά θεωρούσε ότι έβλεπε τα ίδια πρόσωπα συνεχώς.
Ανέβηκε με το ασανσέρ στον τελευταίο όροφο της πολυκατοικίας, αφού πέρασε ανάμεσα σε άγνωστους ανθρώπους, που είχαν στραμμένα τα κεφάλια προς το νεκρό σώμα, που είχε καλυφθεί πρόχειρα με ένα τραπεζομάντιλο. Μια άλλη νοικοκυρά, φρόντισε να ρίξει κάτι πάνω σε εκείνο το απαίσιο θέαμα. Στο ένα άκρο το πανί είχε βαφτεί από αίμα, σκούρο που έμοιαζε αμιγώς μαύρο από μακριά. Ήταν προφανώς το κεφάλι σκεπασμένο από εκείνη την πλευρά.
Το δημοσιογραφικό βάν άφηνε πίσω του τον νεκρό, την αυτοκτονία του οποίου πριν λίγο, είχε καλύψει με ιδιαίτερη ευαισθησία. Δεν είχαν καταφθάσει ακόμα ούτε περιπολικά, ούτε ασθενοφόρα. Αλλά δεν πρέπει να κατηγορηθεί η ανεπάρκεια των κρατικών υπηρεσιών μόνο. Όλοι εκείνοι που σκέφτηκαν να κοινοποιήσουν την αυτοκτονία, πρώτα και κύρια ενημέρωσαν τα κανάλια.
Βρήκε την πόρτα ανοιγμένη. Μπήκε στο σπίτι, και συνάντησε τη συνηθισμένη ησυχία. Όλα ήταν στη θέση τους. Τακτοποιημένα. Το κανίς γκριφόν είχε δεθεί σε ένα πόδι, από τα τέσσερα, του γραφείου. Είχε κουλουριαστεί, σαν να ήταν έμβρυο, και ακουγόταν στη μεριά της ροζ κοιλιάς του, ένας βρυχηθμός, σπαρακτικός, προάγγελος κακών μαντάτων. Επάνω στο γραφείο, όλα τα ίδια, ένα φλιτζάνι του τσαγιού άδειο και το βιβλίο με τα ποιήματα του Αναγνωστάκη, κλειστό.
Φώναξε για να επιβεβαιώσει αν κάποιος ήταν στο σπίτι. Ακόμα και τη μάνα της, αλλά απάντηση καμία. Ξαφνικά, συνειδητοποίησε ότι η τηλεόραση παρέμενε ανοιχτή, χαμηλόφωνα, παρότι κανείς δεν ήταν εκεί για να την παρακολουθήσει. Ήταν οι πρώτες ώρες ενός συννεφιασμένου μεσημεριού, και το κανάλι μετέδιδε μια εκπομπή, όπου ήταν συγκεντρωμένοι άνθρωποι σε ένα πάνελ, κάνοντας φασαρία. Χέρια πάνω κάτω και στόματα κροταλίες, υπό την επιτήρηση μιας παρουσιάστριας, που επιζητούσε την κατασίγαση του ορυμαγδού, αφού πρώτα υποβοηθούσε την αναμπουμπούλα, για καθαρά πρακτικούς λόγους. Να χαζέψει κανένας τηλεθεατής, πριν αρχίσει το μεσημεριανό του. Πλησίασε για να διακρίνει καλύτερα το θέμα της συζήτησης. Μια εντυπωσιακή ξανθιά κυρία, έχοντας στα πόδια της ένα ντοσιέ πολύ σοφιστικέ, συνομιλούσε με μια τηλεθεάτρια της. Το κρόουλ έγραφε με κεφαλαία γράμματα, στο κάτω μέρος της οθόνης και σε ένα γαλάζιο φόντο, «Η ΔΥΣΚΟΛΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ». Πάνω ακριβώς από αυτή την επιγραφή, με μικρότερα γράμματα, αναγραφόταν «Κα Μαρία», προφανώς το όνομα της τηλεθεάτριας. Η ηλικία δεν αναγραφόταν, πρώτον γιατί είναι πολύ κακό να μας ενδιαφέρει η ηλικία μιας κυρίας, και κατά δεύτερον κανείς δεν είναι σίγουρος, ούτε ότι είναι αυτή που λέει ότι είναι, ούτε ότι είναι ακραιφνώς κυρία.
Συμφώνησε με τον εαυτό της, ότι επρόκειτο για βλακείες και επανήλθε στην πραγματικότητα. Κοίταξε γύρω της, και ένιωσε πιο έντονα την εγκατάλειψη αυτού του σπιτιού. Ασυναίσθητα, βγήκε από την πόρτα και ανέβηκε με μεγάλες δρασκελιές τα σκαλοπάτια που ένωναν τον τελευταίο όροφο, με την ταράτσα. Και η πόρτα, που χώριζε το θάλαμο από το τσιμεντένιο προαύλιο της ταράτσας, ήταν ορθάνοιχτη. Είδε της παντόφλες του πατέρα της, πεταμένες, σε μια απόσταση πέντε μέτρων η μία από την άλλη – η μια ανάποδα. Χωρίς να σηκώσει τα μάτια της από κάτω, και με τους δαίμονες να θρέφουν μέσα της το φόβο, συνέχισε την πορεία της προς τα κάγκελα. Συνάντησε και την ρόμπα του πατέρα της, τσαλακωμένη σαν κάποιος να είχε εξαφανιστεί από μέσα της, και όχι να την είχε βγάλει από πάνω του. Συνέχισε, και είδε ένα κομμάτι ύφασμα να κρέμεται από ένα σίδερο της κεραίας που προεξείχε. Την ώρα που σήκωσε τα μάτια, είχε φτάσει ήδη στα κάγκελα, και αν δεν υπήρχαν αυτά για να την εμποδίσουν, θα είχε πέσει κι αυτή, ακολουθώντας τον πατέρα της. Έπεσε στα γόνατα, και έβγαλε ένα ουρλιαχτό, τόσο απόκοσμο και δυνατό, που πολλοί θα πίστευαν ότι έβγαινε από την κόλαση της ψυχής της.
Είχε το κουράγιο να κοιτάξει κάτω. Ένα ασθενοφόρο είχε καταφτάσει και δύο τραυματιοφορείς, σήκωναν εκείνη την ώρα το τραπεζομάντιλο και αποκάλυπταν το νεκρό. Η Βέρα ήξερε πλέον, αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει, να φωνάξει. Ο πόνος, βγήκε από μέσα της υπό τη μορφή εκείνης της απίστευτης στριγκλιάς, και πήρε μαζί του όλη την απόγνωση και την απορία. Μόνο τα μάτια έκλαιγαν, χωρίς τα δάκρυα να φαίνονται. Από ψηλά, εκεί απ’ όπου πριν λίγη ώρα ο πατέρας της είχε αποφασίσει να περάσει στην αιωνιότητα, είδε έναν άνθρωπο, μέσα στις πιτζάμες του, να κείτεται με χέρια και πόδια σπασμένα, παράταιρα όπως τα άκρα μιας μαριονέτας. Το κεφάλι πολτοποιημένο, δεν φαινόταν φυσικά, αλλά μια κόκκινη κηλίδα, κάτι σαν φωτοστέφανο από αίμα, το αντικαθιστούσε.
Οι αστυνομικοί, είχαν απομακρύνει τους περίεργους, και τοποθέτησαν προστατευτικές ταινίες στο χώρο, παρόμοιες εκείνων που χρησιμοποιούν σε περιπτώσεις εν ψυχρώ δολοφονιών, που για να διαλευκανθούν, χρειάζεται να εντοπιστεί και η παραμικρή λεπτομέρεια, πριν ακόμη το πτώμα ανασυρθεί από τη λίμνη του αίματός του.
Επιστρέφοντας στο διαμέρισμα, νιώθοντας το κεφάλι της να διαπερνάται από κοφτερά μαχαίρια και να καίγεται από φλογοβόλα, έπεσε ζαλισμένη στο κατώφλι του. Με βαθιές ανάσες προσπαθούσε να κατευνάσει ένα κύμα χολής που έβγαινε από τα σωθικά της. Από την άλλη είχε ανοιχτό το στόμα, πιστεύοντας πως αν δεν αφήσει τη μαυρίλα της να βγει φυσιολογικά, εκείνη θα τρυπούσε την κοιλιά και θα πλημμύριζε το σαλόνι.
Έριξε ένα βλέμμα στην τηλεόραση, και σε ένα φευγαλέο πλάνο, διέκρινε τη μάνα της ανάμεσα σε μια πλειάδα αποχαυνωμένων κύριων και κυριών, ηλικιωμένων κατά κανόνα. Ήταν το κοινό, που παρακολουθούσε από το στούντιο τη συζήτηση για τη δυσκολία των ανθρώπινων σχέσεων. Το πλάνο αυτό στην τηλεόραση, το διαδέχτηκαν πολλά άλλα. Η Βέρα όμως, συγκράτησε αυτό που την εξέπληξε, και με ένα απίστευτο ζουμ, το μεγάλωσε τόσο που κατέκλυσε όλη της την σκέψη. Ξέσπασε σε λυγμούς, που πρόδιδαν μια παράδοση, μια υπόκλιση στο μοιραίο, που πλέον δε μπορούσε να αλλάξει. Δεν ακούγονταν παρά μονάχα στα δικά της αυτιά τα κλάματα, που είναι αμφίβολο αν αντέδρασαν, καθώς μια βουή τα ένωνε εσωτερικά, μια νοητή γραμμή που έσκιζε εγκάρσια τον εγκέφαλο. Το στόμα της έσπασε για πρώτη φορά, και έμεινε εκεί, στο πάτωμα να περιμένει κάτι που κανείς δεν ξέρει.
Η ξανθιά γυναίκα, απτόητη, έδωσε το σύνθημα από τηλεοράσεως.«Πάμε σε ένα μικρό διαφημιστικό διάλειμμα και επιστρέφουμε σε λίγα λεπτά»…

Μετράνε μόνο τα κουκιά τους...


Ποιος είναι άραγε, τώρα πια, ο πρώτος συνειρμός, όλων ημών, όταν ακούμε τη βαρύγδουπη φράση «Φοιτητικές Εκλογές»; Προσωπικά, θυμάμαι ένα μπακάλη στο χωριό μου, που αιωνίως μετρούσε κουκιά. Αυτό είναι οι σημερινές φοιτητικές εκλογές. Το πολύ πολύ ο μπακάλης να άλλαξε ρούχα και να αγόρασε σουπερμάρκετ. Μπακάλης ήταν, και τέτοιος παραμένει. Οι φοιτητικές εκλογές, δυστυχώς, δεν έχουν καμία αυτόνομη πολιτική υπόσταση. Έχουν καταστεί προέκταση του σαθρού πολιτικού βίου, που όλοι, λίγο πολύ, κατακρίνουμε, άλλοτε δικαίως, και άλλοτε αδίκως. Του αυστηρού κομματισμού και της φτήνιας.
Οι φοιτητικές παρατάξεις, δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ακαδημίες μελλοντικών στελεχών, αν θέλετε να μιλήσουμε με ποδοσφαιρικούς όρους. Διαχειρίζονται τους φοιτητές με καθαρά κριτήρια δημοσίων σχέσεων και συναλλαγής. Το κακό είναι ότι τα στελέχη είναι πολλά, και τα κόμματα μάλλον θα δυσκολευθούν να τα αφομοιώσουν όλα. Κατά συνέπεια, όλοι αυτοί, που αλωνίζουν τα πανεπιστήμια, κολλάνε αφίσες, γράφουν «Κική σ’ αγαπώ» στους τοίχους, πιάνονται στα χέρια ή από τις κοτσίδες, μιλάνε σαν αντίγραφα δυσκοίλιων πολιτικάντηδων και σηκώνουν χρωματιστά λάβαρα, μάλλον είναι είλωτες, με τον Σπάρτακό τους να κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Οι περισσότεροι τουλάχιστον, γιατί υπάρχουν και οι επιφανείς κομματοαναθρεμμένοι, που κατά τα φαινόμενα κάπου θα χώσουν τη μύτη τους- στο δημόσιο φυσικά.
Πέραν των όποιων εσωτερικών σκοπιμοτήτων εξυπηρετούν οι φοιτητικές εκλογές, και αυτές είναι εν πολλοίς γνωστές και προφανείς, οφείλουμε να αναρωτηθούμε, ποιο είναι το νόημά τους; Πολιτική διάσταση δεν υπάρχει, κομματική ναι. Παραγωγή νέων ιδεών δεν υπάρχει, αναμόχλευση και μακιγιάρισμα των παλαιότερων ναι. Λύσεις στα πρακτικά προβλήματα δεν βρίσκονται, καθρεφτάκια για τους ιθαγενείς άφθονα. Τι στην ευχή παράγουν οι φοιτητικές εκλογές, πέρα από μια γραφειοκρατική συνιστώσα του συστήματος εξουσίας; Πραγματικά θεωρούν όλοι αυτοί ότι παράγουν πολιτική, ή εν πάσει περιπτώσει, ότι κινούνται μέσα στα πλαίσιά της; Είναι τόσο κακοί ηθοποιοί, που δεν μπορούν να πείσουν ούτε τους εαυτούς τους τελικά.
Δεν υπάρχει ελπίδα! Ίσως να έχουμε μόνο μια ευκαιρία ανάτασης φέτος. Η καλή αοιδός Καλομοίρα, να ανέβει στην ταράτσα κάποιου Πανεπιστημίου (αυτή δε θα έχει πρόβλημα με το άσυλο, προστατεύουμε και τα ορφανά διάνοιας…), και να ανακοινώσει τα πρώτα αποτελέσματα των exit-polls, με συγχωρείτε, των κουκιών…

Δευτέρα, Απριλίου 07, 2008


Ένας άλλος κόσμος

Διήγημα

Επέστρεφε σπίτι. Στο μοναδικό χώρο που ειλικρινά αγαπούσε. Η επιστροφή αυτή, ήταν ευχάριστη - μολονότι ίδια - εδώ και αρκετά χρόνια. Βγήκε από το μετρό, και αντίκρισε την εκκλησία της γειτονιάς του. Ήταν εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο ανοιχτή για τους πιστούς της. Τρία νεαρά παιδιά, γύρω στα δεκαοκτώ, που λίγο αργότερα αποδείχθηκαν πολύ κωλόπαιδα, λόγω της αυθάδειάς τους, προσπαθούσαν να ισορροπήσουν με τα πατίνια τους στα στενά μαρμάρινα σκαλοπάτια, που οδηγούσαν στη μικρή πλατεία. Ήξερε ότι ήταν αφιερωμένη σε κάποιον αγωνιστή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, αλλά ποτέ δεν πλησίασε για να δει την αναγραφή του ονόματος, σε μια προτομή, που απέκτησε βίαια (σε μια ακαθόριστη και παρελθούσα έξαρση εικαστικής ανησυχίας) γένια και μάτια- είχαν δώσει μια νότα ζωντάνιας παλιότερα κάποιοι καλλιτέχνες του δρόμου, με μαύρο σπρέι. Θαύμασε τον τρόπο με τον οποίο ένας νεαρός ισορροπούσε, πάνω στο βρεγμένο μάρμαρο, και έκανε την πρώτη παρέκκλιση της πορείας του. Στάθηκε, κοίταξε το ρολόι, είδε ότι είχε χρόνο στη διάθεσή του, και πλησίασε τους νεαρούς-τίποτα το ιδιαίτερο, αν μιλούσαμε γενικά, αλλά τον γοήτευσαν όλως περιέργως εκείνοι που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ερασιτέχνες.
Πλησίασε πολύ κοντά. Έσκυψε, αφήνοντας τη δερμάτινη βαλίτσα στο έδαφος, και έβγαλε με πολύ αργούς ρυθμούς το πακέτο με τα τσιγάρα του. Έβγαλε ένα και άρχισε να το φουμάρει με μεγάλη απόλαυση. Στεκόταν ακίνητος, με ένα ακατανόητο μειδίαμα, να χαρακτηρίζει το καθαρό πρόσωπό του. Οι νεαροί, έριξαν κάποιες ματιές αρχικά, αλλά συνέχισαν απτόητοι το νούμερο. Ένας εξ αυτών, σταμάτησε απότομα το πατίνι, και με μια απότομη κίνηση το σήκωσε με το δεξί του πόδι, προς το απλωμένο του χέρι. Το κρατούσε δυνατά, όταν ρώτησε τον άνδρα που τους κοιτούσε περίεργα τι ακριβώς ήθελε. Εκείνος ξαφνιάστηκε και απάντησε πως απλώς παρακολουθούσε τη δυσκολία της προσπάθειά τους.
«Εντάξει, τώρα που έγινες η αιτία να σταματήσει το νούμερο», είπε με έναν βαθιά ειρωνικό τρόπο, «πάρε το πτώμα σου και στρίβε»!
Τράβηξε την τελευταία τζούρα από το τσιγάρο, και το έσβησε, πατώντας το με τα γυαλισμένα παπούτσια, που είχαν γεμίσει μικρές σταγόνες νερού –ήταν άλλωστε αδιάβροχα. Δεν είπε τίποτα στους νεαρούς, ούτε προσπάθησε να μπλεχτεί σε καβγά. Σωστή απόφαση, αν αναλογιστεί κανείς, ότι εκείνοι ήταν τρεις, και εκείνος ένας. Το χειρότερο από όλα, που ευτυχώς αποφεύχθηκε, ήταν ότι και οι τρεις ήταν ρεαλιστές-ζούσαν σε μια πόλη, όπου τα περιπολικά της αστυνομίας ήταν λιγότερα και από τις σκουπιδιάρες. Ό ένας είχε ένα ξυράφι, ο άλλος ένα μικρό σουγιά και ο τρίτος ένα μπουκάλι μπύρα (το έσπαζε και γινόταν κοφτερή λεπίδα), αλλά δε χρειάστηκε να τα χρησιμοποιήσουν. Ήταν άλλωστε πολύ νωρίς, για να βγουν όλα αυτά από τις τσέπες. Ήταν ώρα εσπερινού, και στα δέκα μέτρα, υπήρχαν γυναίκες που κατευθύνονταν προς το ναό. Μάλιστα, υπήρχε και ο ναός, ο οίκος του Θεού, που όμως δε τον λογάριαζαν αρκετά. «Ποιος να ήταν αυτός ο περίεργος τύπος;» αναρωτήθηκε εκείνος που δεν είχε μιλήσει μέχρι τότε. «Κοίτα, φίλε, τρία είναι τα πιθανά ενδεχόμενα. Ή ήταν έμπορος ναρκωτικών με κουστούμι, ή κρυφός γκέι που πίστεψε ότι με κανένα φράγκο παραπάνω, θα έβρισκε εύκαιρους κώλους, ή πολύ απλά σαλεμένος με γραβάτα!» είπε με μια απίστευτη σιγουριά ο τρίτος της παρέας. Όλοι συμφώνησαν στις τρεις πιθανές εκδοχές.
Στην πραγματικότητα δε θα μπορούσαν ούτε να φανταστούν τι μπορεί να ήταν αυτό που ήθελε – αν ήθελε κάτι – να τους πει ο άνδρας με το μαύρο κοστούμι. Εκείνος, πολύ απλά, ήθελε να μάθει αν διάβαζαν παραμύθια και κλασικά εικονογραφημένα. Εκ των υστέρων το όφελος ήταν μεγαλύτερο, για αυτόν που πήρε πόδι. Κανείς δε θα του την έπεφτε, και κανείς, ενδεχομένως, δε θα τον έκλεβε. Το μεγαλύτερο κέρδος, όμως, ήταν ότι δε θα τον χλεύαζαν για την απορία του. Ήταν βέβαιο ότι θα τον χλεύαζαν. Εκείνος τους πλησίασε με ειλικρινή φιλία και διερωτήσεις αθώες, και εκείνοι, οι μικρότεροι, είχαν ήδη προλάβει να κρεμάσουν ταμπέλες. «Αν ήταν σοβαρός άνθρωπος, οικογενειάρχης και νοικοκύρης, θα έσκυβε το κεφάλι και θα πήγαινε κατευθείαν στο σπίτι του, να δει τηλεόραση, και να ακούσει τη γκρίνια της γυναίκας του. Ο τύπος κάτι έκρυβε, αλλά δε θα σπάσω τα αρχίδια μου για να το βρω» είπε και συνέχισε την ισορροπία πάνω στο βρεγμένο μάρμαρο των σκαλοπατιών.


Στο χαλάκι της πόρτας του βρήκε δύο φακέλους, το λογαριασμό του κινητού του τηλεφώνου και ένα προεκλογικό φυλλάδιο, ακαλαίσθητο, το οποίο και τσαλάκωσε μετά από λίγα δευτερόλεπτα. Άνοιξε την πόρτα, και η μύτη του ήλθε αντιμέτωπη με μια μουχλιασμένη, πλην γνώριμη, ατμόσφαιρα. Κατόρθωνε να δημιουργεί μέσα στο σπίτι του, μια ομιχλώδη κατάσταση, καθώς κάπνιζε πολύ και με κλειστά τα παράθυρα- χειμώνα και καλοκαίρι. Το σπίτι δεν αεριζόταν καθόλου, αλλά εκείνος άνοιγε διάπλατα τα ρουθούνια για να εισπνεύσει επιδεικτικά τον εγκλωβισμένο αέρα, κάτι που σε φυσιολογικές περιπτώσεις θα δημιουργούσε δύσπνοια και ιδανικές τάσεις για εμετό. Πέταξε σε διαφορετικές μεριές τα ρούχα του, φόρεσε μια αθλητική φόρμα, και κάθισε στην τεράστια πολυθρόνα στο κέντρο του καθιστικού. Απέναντι η βιβλιοθήκη, με τα σκονισμένα βιβλία, και τις περίεργες μινιατούρες κινουμένων σχεδίων στημένες σε σειρά, κατά το ύψος, αλλά κυρίως με βάση τα δικά του κριτήρια αξιολόγησης.
Στο πιο ψηλό ράφι είχαν εγκατασταθεί όλοι σχεδόν οι ήρωες του Γουόλτ Ντίσνει, με προεξάρχοντα τον Σκρούτζ Μακ Ντάκ, ώστε να αποκατασταθεί η φήμη του, και να πάψει να θεωρείται άπληστος και φιλοχρήματος μέχρι αηδίας. Ο Μίκι Μάους είχε καταχωνιαστεί πίσω από όλες σχεδόν τις μορφές, λόγω του υπεροπτικού βλέμματος, που είχε διακρίνει σε εκείνο το πρόσωπο, με την απαίσια μύτη και τα τεράστια αυτιά. «Το χαμόγελο σου δεν απέχει από εκείνο της πιο χαζής κινηματογραφικής βεντέτας» έλεγε στη μινιατούρα, σφίγγοντάς την λες και θα έβγαζε κραυγές πόνου, αμέσως μετά. Την είχε αποκεφαλίσει, και είχε πετάξει το σώμα της στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας. Κάποια βράδια, έβγαινε στην μικρή βεράντα, που έβλεπε στον ακάλυπτο, και απευθυνόμενος στο βαθύ σκοτάδι, φώναζε με σιγανή αλλά τρομακτική φωνή «ελπίζω να σε έχουν κατασπαράξει τα «δεινοσαυράκια» του Τζουράσικ Πάρκ, μικρή μύξα του Ντίσνει»! Στο αμέσως επόμενο ράφι, υπήρχε μια στρατιά από Ευχούληδες, όλοι με την ίδια περίεργη φάτσα, αλλά με διαφορετικό χρώμα μαλλιών, όπως είναι γνωστό. Σκέφτηκε κάποτε να βάψει τα μαλλιά όλων με μαύρο χρώμα, αλλά την τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη, επειδή φοβήθηκε μια συλλογική αντίσταση των Ευχούληδων στις επιθυμίες του.
Στο πρώτο ράφι, που το έφτανε χωρίς τη βοήθεια της μικρής ξύλινης σκάλας, υπήρχαν όλα τα μέχρι τότε γνωστά παραμύθια του πλανήτη, τα κλασικά εικονογραφημένα, Από την Παναγία των Παρισίων μέχρι τον Μιχαήλ Στρογκώφ, και πολλά κόμικς παλαιάς κοπής, από τον Λούκι Λούκ μέχρι (σχεδόν όλες) τις περιπέτειες των Αστερίξ και Οβελίξ. Η μορφή του Καίσαρα στις σελίδες αυτές είχε προσεκτικά κοπεί, με ένα χαρτοκόπτη, λόγω του εκνευρισμού που του προκαλούσε. Αλλά και ο Δρακουμέλ, είχε αφανιστεί από τις στρουμφοιστορίες, λόγω τις απίστευτης κακίας που τον διέκρινε, και της επιθυμίας του να κατασπαράξει όλους τους γαλάζιους φίλους του. «Τα σκουπίδια στα σκουπίδια» έλεγε γελώντας δυνατά, όταν έπεφταν τα κομμένα μέρη στο κάδο των αχρήστων. Θαύμαζε τη συλλογή του για ώρες ολόκληρες, πριν αποφασίσει πιο παραμύθι, ή ποια ιστορία θα διαβάσει. Τις είχε διαβάσει όλες, φυσικά, αλλά αυτό δεν του έλεγε τίποτα. Με αυτές περνούσε τα απογεύματά του, καθώς είχε σπάσει την τηλεόραση, και διατηρούσε από αυτή μόνο το πλαστικό πλαίσιό της. Η οθόνη έγινε θρύψαλα, όταν σε ένα δελτίο ειδήσεων άκουσε, ότι μια αγαπημένη του σειρά κινουμένων σχεδίων θα διακοπτόταν λόγω της βιαιότητάς της. Ούτε καν θα μεταφερόταν σε άλλη ώρα, προκειμένου να μπορεί να την παρακολουθεί- μια νέα ασιατική παραγωγή, που διαδραματιζόταν σε ένα ιαπωνικό χωριό, και πρωταγωνιστούσαν ζώα σαμουράι.
Έτσι, προκειμένου να μην βλέπει τα κακά χάλια της κούφιας τηλεόρασης, αποφάσισε να συμπληρώσει το κενό, βάζοντας μια τεράστια κολοκύθα, με δύο μάτια, και ένα τρεμουλιαστό στόμα, στη θέση της οθόνης. Ήταν μεγάλος θαυμαστής του Χάλοουϊν, και άναβε το μικρό κεράκι στο εσωτερικό, μια φορά το χρόνο, το βράδυ της Ανάστασης. Όταν αποφάσιζε ποιο παραμύθι θα ξαναδιάβαζε, δεν παρέμενε στο καθιστικό. Έπαιρνε το βιβλίο, και κατευθυνόταν στο μικρό του υπνοδωμάτιο, όπως επιβάλλει η κάθε ιδιωτική στιγμή του καθενός. Ξεγυμνωνόταν και φορούσε μόνο μια πλαστική μάσκα. Ένα προσωπείο γορίλα, που θα τρόμαζε τον οποιοδήποτε. Ξάπλωνε πάνω στα σεντόνια (που είχαν διάσπαρτες μορφές από τους αγαπημένους του ήρωες), άνοιγε καλά τα πόδια του για να πάρει την κατάλληλη θέση, και άρχιζε την ανάγνωση, που μπορούσε να διαρκέσει από μία ως τρεις ώρες.
Πολλές φορές βυθιζόταν σε λήθαργους ατέλειωτους, και όνειρα σκοτεινά. Για ολόκληρες νύχτες. Έβλεπε την ψυχή του να αποκολλάται από το σώμα και να ενσωματώνεται στον κόσμο των χάρτινων μορφών και των παιχνιδιών. Έβλεπε τον εαυτό του, να διαβάζει τις ιστορίες στις μινιατούρες, και αυτές, με ορθάνοιχτα μάτια να κρέμονται από το στόμα του. Σε κάθε τέλος, επιζητούσαν μια νέα αρχή. Ήταν αχόρταγες και ικανοποιούσαν την ανάγκη του, να διαβάζει τα παραμύθια που αγαπούσε σε κάποιον με υπομονή, και κυρίως, χωρίς υποτιμητικά σχόλια. Στα όνειρά του, όποτε έβλεπε κάποια μορφή να δυσανασχετεί με τον αργό τρόπο που διάβαζε, έστρεφε όλα τα υπόλοιπα κινούμενα σχέδια εναντίον της. Είναι περιττό να πούμε πόσες φορές είχε σκοτωθεί βίαια ο Μίκι Μάους ακόμη και στα όνειρα. Όταν επέστρεφε στον πραγματικό κόσμο, σηκωνόταν από το κρεβάτι, και έθετε σε λειτουργία το πλυντήριο. Τα σεντόνια ήταν γεμάτα από σπέρμα και περιττώματα.


Το περιπολικό σταμάτησε απότομα στον ανηφορικό δρόμο. Το παρμπρίζ είχε στολιστεί με πολύχρωμες κουτσουλιές πτηνών, που παρέμειναν ανεξίτηλες, παρά τη βροχή. Ήταν απόγευμα, και το νερό κυλούσε αργά προς τον κεντρικό δρόμο, δημιουργώντας έναν απαλό και μονότονο ήχο, που διέκοψε την ησυχία ενός συνηθισμένου απομεσήμερου, την οποία είχε ταράξει η ξαφνική νεροποντή. Ο αστυνομικός, με τα παραπανίσια κιλά και τη μεγάλη μύτη, ανέβηκε προσεκτικά τα σκαλάκια του σπιτιού του Κώστα, του μοναδικού φωτογράφου της επαρχίας, που θεωρούταν πρωτοποριακός τότε, γιατί είχε βάλλει μέσα σε όλες τις κοινωνικές γιορτές και όλα τα θρησκευτικά μυστήρια, το βίντεο. Ήταν εκπληκτικό το πώς αντιδρούσε ο κόσμος, στην παρουσία του μεγάλου μαύρου ματιού, τότε. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτούς. Οι γυναίκες χαμογελούσαν αμήχανα, ενώ οι άντρες το κοιτούσαν βλοσυρά. Ένιωθαν ότι κάποιος έβαζε έναν ρουφιάνο να καταγράφει τις στιγμές τους, και γι’ αυτό απέστρεφαν το βλέμμα, νομίζοντας ότι η κάμερα είχε άσχημες διαθέσεις… Κάποτε ένας μπόμπιρας είχε πει στον Κώστα, πώς το…νεροπίστολό του δεν είναι τόσο καλό όσο το δικό του.
Χτύπησε δυνατά δύο φορές. Καμία απάντηση. Χτύπησε και τρίτη. Τότε διέκρινε πίσω από το παράθυρο ένα γέρικο πρόσωπο, που πάσχιζε να κρυφτεί πίσω από μια κιτρινωπή κουρτίνα. Η πόρτα άνοιξε και μια γυναίκα, πάνω από εξήντα πέντε ετών, και με κιλά που έκαναν τα πολλά του αστυνομικού να μοιάζουν μηδαμινά, τον κοίταξε περίεργα. Έδεσε το μαύρο μαντήλι στο κάτασπρο κεφάλι της, που είχε ρίξει στους ώμους, και έσφιξε τη μάλλινη ζακέτα της.
«Τι συμβαίνει;»
«Νομίζω ότι έκανες την πιο σωστή κίνηση κυρία».
«Τι θες να πεις;»
«Μπορώ να περάσω μέσα;»
«Τι είναι αυτό που έχεις να μου πεις;» ρώτησε με μια ερευνητική ματιά, που ένιωσε να τον επισκιάζει.
«Αυτό που θέλω να σου πω, δε λέγεται από την πόρτα».
Παραμέρισε και άφησε τον αστυνομικό να μπει πρώτος μέσα στην κουζίνα, που ήταν το πρώτο μέρος του σπιτιού με το που έμπαινες. Του είπε να καθίσει και τον ρώτησε αν ήθελε κάτι να πιει. Απάντησε πώς δεν μπορεί να πιει εν ώρα υπηρεσίας, και ζήτησε να μάθει αν ήταν μόνοι στο σπίτι.
«Ο γιος σου δεν έχει δύο παιδιά;»
«Σωστά».
«Ένα κορίτσι και ένα αγόρι».
«Που θες να καταλήξεις» αναρωτήθηκε, ανάβοντας ένα βαρύ και ασήκωτο τσιγάρο, που κάηκε γρήγορα ανάμεσα στα γέρικα δάκτυλά της.
«Το αγόρι είναι στο σπίτι;»
«Είναι μονίμως στο σπίτι, κλεισμένο στο δωμάτιο του. Ένας διάολος ξέρει τι βρίσκει εκεί μέσα και του αρέσει. Είναι λίγο χαζό και φοβικό σαν τον πατέρα του».
«Πρέπει να σου ανακοινώσω κάτι, και θέλω να είμαι βέβαιος ότι δε θα το μάθει άμεσα».
«Μίλα επιτέλους! Δε μας ακούει, αλλά κι αν άκουγε αυτό που θα μου πεις δε θα μπορούσε να το πει σε κανέναν. Είναι μουγκό κατά το ήμισυ. Για να σταυρώσει μια λέξη πρέπει να του σκάσεις σφαλιάρα».
Η γριά ήταν ένας κινούμενος βράχος. Τα αισθήματά της ήταν καλά κρυμμένα. Πιθανότατα να μην υπήρχαν και καθόλου αισθήματα πλέον γι’ αυτή. Τη διέκρινε μια κυνική στάση απέναντι στα πράγματα. Είχε σταματήσει να πηγαίνει στην εκκλησία, και κορόιδευε τις άλλες, που δουλοπρεπώς πήγαιναν και γέμιζαν το παγκάρι του παπά της ενορίας. «Μα είναι τελείως πυροβολημένες; Δε βλέπουν ότι ο παπάς αγόρασε ένα καινούργιο τζιπ; Ποιος του τα έδωσε τα λεφτά, έπεσαν από τον ουρανό μήπως;» έλεγε από μέσα της, αλλά από την άλλη, αναγνώριζε ότι κανείς δε μπορεί να κάνει τίποτα, χωρίς να εκμεταλλεύεται την ανθρώπινη βλακεία.
«Το κορίτσι που είναι;» ρώτησε ο αστυνομικός.
«Την πήρε ο πατέρας της για να την παραδώσει στη σκύλα τη μάνα της».
« Η μητέρα των παιδιών ζει σε μια κωμόπολη προς τον βορά, έτσι δεν είναι;»
« Ζει πλέον με αυτόν που την πηδούσε. Έναν καρβουνιάρη, που βρωμάει ακόμη κι όταν βγαίνει από το μπάνιο του!»
« Ο γιος σου την χώρισε, πριν από ένα χρόνο, έτσι δεν είναι;»
«Έπρεπε να την είχε ξαποστείλει νωρίτερα. Αλλά τέτοιος αγαθός που είναι κι αυτός, έπρεπε να περάσουν μήνες ολόκληροι για να καταλάβει ότι η προκομμένη του είχε φτάσει τα κέρατα στην ταράτσα»…
« Κέρδισε τη δίκη η πρώην γυναίκα του, και έτσι αναγκάστηκε να δώσει την κοπέλα στη μάνα της, σωστά»;
« Ακριβώς. Και κερατάς, και μαλάκας. Όχι μόνο θα δώσει την μικρή σε μια μάνα, που το μόνο που ξέρει είναι να ανοιγοκλείνει τα πόδια της, αλλά θα της πληρώνει και διατροφή. Τι να την κάνει τη διατροφή, αφού παντρεύτηκε τον καρβουνιάρη, και τα περνάει καλά, από ότι έχω ακούσει»;
«Ο γιος σου δε θα πληρώνει ούτε διατροφή, ούτε η εγγονή σου θα πάει να ζήσει με τη μάνα της».
«Τι είναι αυτά που λες, κύριε όργανο, ήλθες να μας δουλέψεις μέσα στο σπίτι μας»;
Ο αστυνομικός, που είχε κλονιστεί από τον τρόπο με τον οποίο διαλεγόταν η γριά, τσαλάκωσε τη μούρη του, και πήρε μια βαθιά ανάσα, πριν της ανακοινώσει την αιτία της επίσκεψής του.
« Το παιδί σου και η μικρή είναι νεκροί».
Η γριά γούρλωσε τα μάτια, και σηκώθηκε απότομα από τη καρέκλα. «Τι είπες;» τον ρώτησε για να επιβεβαιώσει, αυτό που πριν από λίγα δευτερόλεπτα, είχε ξεράσει ο αστυνομικός.
« Το αυτοκίνητό του, εκτροχιάστηκε, και έπεσε πάνω σε μια νταλίκα που ερχόταν με ιλιγγιώδη ταχύτητα από το αντίθετο ρεύμα. Κανένας δε φορούσε ζώνη ασφαλείας. Το κορίτσι καθόταν στα πίσω καθίσματα, αλλά φαίνεται ότι την ώρα της σύγκρουσης είχε αγκαλιάσει το κάθισμα του οδηγού- μάλλον θα έλεγε κάτι στο μπαμπά της. Στη θέση του συνοδηγού βρέθηκε ένα σπασμένο μπουκάλι ουίσκι. Ο θάνατος τους υπήρξε ακαριαίος. Το αυτοκίνητο τσαλακώθηκε σαν ένα φύλο χαρτί. Ο Κώστας, βρέθηκε με ένα τεράστιο κόκκινο άνοιγμα, που ξεκινούσε από το στήθος και έφτανε χαμηλά στο υπογάστριο, με τα σωθικά του χυμένα. Παραδόξως όμως το πρόσωπό του είναι σχεδόν άθικτο… Η μικρή εκτινάχθηκε, και χτύπησε τόσο δυνατά το κεφάλι της στο καπό του αυτοκινήτου, που μάλλον είναι δύσκολο να την αναγνωρίσει κανείς»…
Η γριά σκέπασε το πρόσωπό της με τα χαρακωμένα χέρια της, χωρίς να βγάλει ούτε μια μιλιά. Τράβηξε τα μαλλιά της συγκρατημένα, και κοίταξε με ένα άδειο βλέμμα, χωρίς λύπη ή απόγνωση, τον αστυνομικό, που έπαιρνε τις ανάσες του, μετά από αυτήν την καταιγιστική περιγραφή της πολτοποίησης των δύο μελών της οικογένειάς της. Σαν να μην συνέβη τίποτα, γέμισε ένα ποτήρι με νερό της βρύσης και το ήπιε μέχρι τη μέση.
« Ξέρεις αστυνόμε πώς πέθανε ο άντρας μου»;
« Όχι».
« Σωστά, που να το ξέρεις»…
Άφησε το ποτήρι στο νεροχύτη και συνέχισε. « Ο άνδρας μου ήταν κομμουνιστής, πέρασε από ένα Παγκόσμιο Πόλεμο και έναν Εμφύλιο χωρίς ούτε ένα γδαρσιματάκι. Αλλά η κούτρα του ήταν αγιάτρευτη. Όταν οι άλλοι πουλούσαν τα άλογα, εκείνος καβάλαγε το δικό του, και ένα προκλητικές βόλτες στην πλατεία. Μια μέρα το άλογο, που ήταν μόνο ανάμεσα στα τρακτέρ και τα αγροτικά, επαναστάτησε. Μουρλάθηκε και πέταξε τον άντρα μου από τη σέλα του. Τον ποδοπάτησε τόσο πολύ που λίγο έλειψε να γίνει χαλκομανία στο χώμα. Το συκώτι του σάπισε γρήγορα, και ο θάνατος ήταν μοιραίος. Δε τον έθαψαν οι παπάδες. Ήταν άθεος, είπαν, και αναγκάστηκα να σκάψω το λαγούμι μόνη, με τα δύο μου χέρια. Πρόλαβε να μου σπείρει δύο αγόρια. Ο ένας είναι φευγάτος, κάπου στη Γερμανία και ο άλλος ήταν ο Κώστας. Αυτόν θα τον θάψουν σίγουρα. Ήταν παπαδοπαίδι βλέπεις, και τα κατηχητικά τα είχε μάθει απ’ έξω. Γι’ αυτό έγινε τόσο αγαθιάρης. Τώρα όπου κι αν πάει μετά το χώμα, δεν ξέρω αν θα αλλάξει» είπε ξεφυσώντας.
Ο αστυνομικός σηκώθηκε και φόρεσε το καπέλο που είχε ακουμπήσει στο μικρό τραπέζι της κουζίνας, η οποία είχε πλημμυρίσει από μια άσχημη μυρωδιά βραστού κουνουπιδιού. «Κουράγιο, γριά, έχεις ένα εγγόνι που σε χρειάζεται» είπε με ειλικρινή συμπόνια, αλλά η απάντηση της γριάς ήταν αποστομωτική.
«Το μόνο που πρέπει να μάθει το μικρό, είναι πώς πρέπει να πατάς τους ανθρώπους στην καρωτίδα, γιατί είναι τα χειρότερα ζώα που έχουν υπάρξει ποτέ σε τούτο τον κόσμο» είπε βάζοντας το δείκτη του δεξιού της χεριού στο λαιμό της, στο σημείο όπου εξέχει ένα μικρό κοκαλάκι. Όταν ο αστυνομικός έκλεισε την πόρτα, έσφιξε το μαντήλι στο κεφάλι της όσο πιο δυνατά μπορούσε, για να μην ουρλιάξει, και ο εσωτερικός της θρήνος γλιστρήσει από το στόμα, και γίνει κραυγή.
Ο πατέρας και η μικρότερη αδελφή του κηδεύτηκαν τη μέρα των δέκατων γενεθλίων του. Τα σώματά τους είχαν μπει σε σακούλες σκουπιδιών (για να μη δει κανείς την κατάντια της ανθρώπινης σάρκας τους) και καλύφθηκαν από γαρίφαλα- άσπρα και κόκκινα, ως είθισται. Τα φέρετρα ήταν φθηνά και κάπως ατημέλητα. Το μικρό κουτί με το οποίο η μικρή ταξίδεψε στον άλλο κόσμο, ήταν άσπρο. Θάφτηκαν σε δύο πρόχειρα κατασκευασμένους τάφους από τσιμέντο, δίπλα δίπλα. Σήμερα παραμένουν έτσι, με τη διαφορά ότι έχουν φυτρώσει άγρια χόρτα στο χώμα που τους σκέπασε, και πονηρές οχιές σουλατσάρουν ύπουλα στις ρίζες τους. Ο ίδιος δεν είδε την τελετή ταφής του πατέρα του και της αδελφής του, που δε πρόλαβε να γνωρίσει καλά. Η γιαγιά του αποφάσισε ότι ήταν πολύ μικρός για να παραστεί στην κηδεία. Προφανώς δεν είχε προνοήσει, ώστε να μην ενταθεί ένα παιδικό τραύμα (που ούτως η άλλως μένει ανεξίτηλο για τα ορφανά), αλλά για πιο πρακτικούς λόγους. Δεν ήθελε να ξαναδούν όλοι ένα δυσλεκτικό παιδί να σπαράζει (ενδεχομένως) για το νεκρό πατέρα του, δίπλα σε μια μαυροφορεμένη γριά. Αυτό που σιχαινόταν ήταν η λύπηση των άλλων. Άφησε τον μικρό στο σπίτι με μια μακρινή της ξαδέρφη.
Όταν η κηδεία τέλειωσε, και αφού δέχτηκε με αρκετό σκεπτικισμό τα συλλυπητήρια των παρισταμένων, επέστρεψε στο σπίτι με λίγο χώμα κρατημένο στη χούφτα της. Τον φώναξε να βγει από το δωμάτιό του. Αμέσως εμφανίστηκε, αλλά έτρεμε μέσα στα κοντά παντελονάκια του, βλέποντας δύο μεγάλους μαύρους κύκλους να καταπίνουν τα μάτια της γιαγιάς του.
«Έλα εδώ!» φώναξε με μια σταθερή και αναλλοίωτη φωνή, που φόβισε τον μικρό. Εκείνος πλησίασε με μικρά και φοβικά βήματα. «Σκύψε το κεφάλι σου παιδί μου» διέταξε τον διέταξε, και εκτέλεσε αμέσως τη διαταγή της, χωρίς κανένα ενδοιασμό. Αρχικά σκέφτηκε ότι μπορεί να τον μαλώσει. Όμως εκείνος δεν είχε κάνει τίποτα κακό! Εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι το ξύλο, δεν ήταν πάντα το λογικό επακόλουθο των κακών ή των καλών πράξεων. Απλά συνέβαινε. Ένιωσε έναν ζεστό και ευωδιαστό καταρράκτη χώματος να πλακώνει τα καλά χτενισμένα μαλλιά του. Δεν κουνήθηκε για να τινάξει το χώμα, όταν άδειασε η χούφτα της γριάς. «Αυτό το χώμα είναι το τελευταίο δώρο από το πατέρα σου και το τελευταίο φιλί της αδελφής σου. Μη πλυθείς, άφησέ το να μαρμαρώσει στο κεφάλι σου»…
Ο μικρός δεν κατάλαβε τι ήθελε να πει η γιαγιά του. Πάντως, όταν η απουσία έγινε τόσο αισθητή, που κατέστη τελικά και πραγματική, αποφάσισε να βάλλει το κεφάλι του κάτω από το τρεχάμενο νερό της βρύσης, στην μικρή αυλή του σπιτιού του.
Δεν έπινε ποτέ από το ίδιο ποτήρι. Αυτή του η ιδιοτροπία, τον ανάγκαζε να πηγαίνει στο κατάστημα γυαλικών της περιοχής του, τουλάχιστον τρεις φορές το μήνα. Ο καταστηματάρχης παραξενευόταν με τις απαιτήσεις του περίεργου πελάτη του. Ζητούσε κολονάτα ποτήρια, τα πιο αριστοκρατικά, και εκείνα που είχαν χαραγμένα ζώα στην επιφάνειά τους, με διαμάντι. Τα ποτήρια είχαν βεβαίως το ζητούμενο σχήμα, αλλά όχι την ευγενική καταγωγή, που εκείνος αγόραζε. Η γυναίκα του καταστηματάρχη, μια μέρα, και ενώ ο παράξενος πελάτης απομακρυνόταν με μια σακούλα στα προσεκτικά του χέρια, ρώτησε αν επρόκειτο για κάποιον με λασκαρισμένη βίδα. «Αν τα ακουμπάει, με ενδιαφέρει! Δε δίνω δεκάρα, ακόμα και αν στο επόμενο βήμα χάσει όλες του τις βίδες» ήταν η επαγγελματική απάντησή του.
Το μοναδικό υγρό που χυνόταν σε εκείνα τα γυάλινα ποτήρια μιας χρήσεως, ήταν ένας γλυκός χυμός μήλου, με την προσθήκη κανέλας, που του δημιουργούσε ένα εκρηκτικό μείγμα γεύσης στο στόμα και αναστάτωσης στο κεφάλι. Το ψυγείο, ήταν αποκλειστικά γεμάτο με αυτό το ποτό, που προμηθευόταν κατά δεκάδες από το σούπερ μάρκετ που βρισκόταν ακριβώς κάτω από το διαμέρισμά του, σε απόσταση είκοσι μέτρων. Ο δρόμος, μια κάθετη οδός στη Λεωφόρο Βουλιαγμένης, ήταν θορυβώδης και βρώμικος. Το πίσω μέρος του σούπερ μάρκετ, μπορούσε μόνο να δει, ανηφορίζοντας προς το σπίτι του. Το πεζοδρόμιο ήταν μόνιμα αποκλεισμένο από ένα μεγάλο όγκο σκουπιδιών, χαρτιών, ληγμένων προϊόντων και μεγάλων κουτιών από τις προμήθειες. Κάποια μέρα με έντονο κρύο, άκουσε ένα κλάμα που παρέπεμπε σε γκρίνια μωρού, αλλά προσπέρασε χωρίς να δώσει σημασία. Τα σκουπίδια δεν μαζεύονταν, αν δε δημιουργούσαν ένα τεράστιο πύργο βρωμιάς, για να μπορούν και οι γάτες να κάνουν τις ανασκαφές τους. Ενίοτε, έβλεπε σώματα ακέφαλα, να ψαχουλεύουν για κανένα ληγμένο προϊόν λίγων ημερών. Έτσι νόμιζε. Στην πραγματικότητα, οι ρακοσυλλέκτες δεν είναι τόσο εκλεκτικοί.
Η μεγαλύτερη απόλαυση γι’ αυτόν ήταν να βυθίζεται, και να μουλιάζει, στο χλιαρό νερό της ραγισμένης του μπανιέρας. Γέμιζε με αφρόλουτρο εκείνη την τρύπα που δεν τον χωρούσε ολόκληρο, και έπινε το αγαπημένο του ποτό μαζί με μια παρέα γυμνιστών. Τέσσερις ξανθιές κούκλες γυμνές, μάλλον Barbie, τον έτριβαν με λαγνεία. Δύο από αυτές τις τοποθετούσε στους ώμους του, μία την έβαζε στα γεμάτα αφρό μαλλιά του, και την τελευταία, τη βύθιζε σε απόκρυφα μέρη. Την ανάγκαζε να καβαλικεύει το πέος του. Από καιρό είχε πετάξει την πλαστική κουρτίνα (γεμάτη με χαμογελαστούς Γκούφι κι αυτή) που συγκρατούσε τα νερά και τα πιτσιλίσματα από τις απότομες κινήσεις που έκανε, παίζοντας με τις τέσσερις αμίλητες γυναίκες. Στο οριζόντιο κοντάρι της κουρτίνας, είχε περάσει τέσσερα φωσφοριζέ κορδόνια παπουτσιών, από τα οποία κρέμονταν, με θηλιά στο λαιμό, τέσσερις γυμνοί άνδρες, μάλλον Action Man, από τους οποίους είχαν αφαιρεθεί τα αλεξίσφαιρα γιλέκα, και τα οπλοπολυβόλα.
Έστρεφε το βλέμμα ψηλά, και ευχαριστημένος κοιτούσε τα πλαστικά κορμιά να κουνιούνται μονότονα. «Πώς νιώθετε με χαλασμένο λαιμό, γυμνοί, και με τις γυναίκες σας πηδηγμένες ασύστολα;» έλεγε, χαμογελώντας προς τις κούκλες, αλλά χωρίς να παίρνει απάντηση. «Μεγάλο κόλπο, δικέ μου! Είσαι ο άρχοντας της πισίνας και αυτοί βλέπουν τα ραδίκια ανάποδα» αναφωνούσε, όπως ο Αρχιμήδης. Στο μικρό μαρμάρινο ράφι, κάτω ακριβώς από τη βρύση, είχε τοποθετήσει δεκάδες μικρά στρατιωτάκια, με στραμμένα τα όπλα προς τους άνδρες Action Man. «Όποιος από εσάς, τολμήσει να ζωντανέψει, να ξέρει ότι θα πάει στα σκουπίδια με μια σφαίρα στο μέτωπο. Συνεννοηθήκαμε, ευνούχοι του κερατά»;
Ξυπνούσε μετά από ώρες και ο αφρός ήταν σχεδόν εξαφανισμένος. Σηκωνόταν και έβαζε τα χέρια του μπροστά στα μάτια του. Το δέρμα των παλαμών του, είχε μετατραπεί, με τη βοήθεια του νερού, σε απομίμηση γέρικων και ανήμπορων χεριών. Έβαζε το μπουρνούζι, με έναν τεράστιο Ντόναλντ στην πλάτη, και πήγαινε στην κουζίνα, για κανένα πρόχειρο γεύμα, τις πρώτες βραδινές ώρες. Προσπαθούσε να κάνει όσα χρειαζόταν, χωρίς να αντικρίζει τον μαρμάρινο νεροχύτη, που όσες φορές κι να προσπάθησε να τον ξύσει, για να δείχνει νεότερος, είχε αποτύχει οικτρά. Το μάρμαρο είχε αρχίσει να παίρνει μια μαύρη όψη, λες και άρχιζε να σαπίζει. Τα βράδια, όσες φορές ήταν κουρασμένος, και πήγαινε κατευθείαν για ύπνο χωρίς να διαβάσει κανένα παραμύθι, φοβόταν τις μορφές που έβγαιναν από τον νεροχύτη, από εκείνη τη βρωμερή τρύπα, και περικύκλωναν το κρεβάτι του. Ήταν κάτι κοντά ανθρωπάκια, με κεφάλια ψαριών, που έβγαζαν ένα υπόκωφο ήχο, αλλά τρομακτικό. Ευτυχώς ήταν τόσο κοντά, που δε μπορούσαν να σκαρφαλώσουν στο κρεβάτι του. Ησύχαζε όταν έβλεπε στα όνειρά του, αεροπλάνα μινιατούρες του ΄Β Παγκοσμίου Πολέμου, να βομβαρδίζουν τα τέρατα αυτά τα ενοχλητικά, και ύστερα από λίγο να διασπώνται στο πάτωμα, υπό μορφή σκόνης.
Όση εκκεντρικότητα κι αν χαρακτήριζε τη ζωή του σε εκείνο το δυάρι του πρώτου ορόφου, μιας τριαντάχρονης πολυκατοικίας χωρίς ασανσέρ και ανέσεις, όσο φανταστικός κι αν ήταν ο κόσμος που είχε φτιάξει, μέσα σε εκείνους τους τέσσερις τοίχους, ποτέ δεν άφησε τον εαυτό του να προδοθεί. Από τη στιγμή, που έκλεινε την πόρτα πίσω του, άλλαζε το δέρμα του, όπως κάποιες αυστραλιανές σαύρες, που χρωματίζονται ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο διαβιούν. Πότε πράσινες, για τα πυκνά χόρτα, και πότε ανοιχτό καφετί, για τις στέπες και τους αμμόλοφους που στολίζουν την έρημο. Κυκλοφορούσε με κάτι κομψά κοστούμια, σε φίνα γραμμή, με παπούτσια της μόδας και καμπαρτίνες γαλλικών προδιαγραφών. Οποιοσδήποτε τον παρακολουθούσε από μακριά, θα πίστευε άνετα, ότι επρόκειτο για ανωτάτου επιπέδου στέλεχος, τράπεζας ή χρηματιστηριακής εταιρείας. Οι περαστικοί, λοιπόν, δεν έπεσαν και τόσο έξω. Όντως δούλευε σε τράπεζα, αυστηρών αρχών και με πολλές απαιτήσεις- το να ήσουν ντυμένος στην τρίχα ήταν εκ των ων ουκ άνευ. Αλλά, το πρόσωπο του ένα απέραντο ίσιωμα. Δεν έδειχνε ποτέ τα αισθήματά του, ακόμη κι όταν κάποιος ανώτερός του τον κατσάδιαζε. Έλεγε «μόλις γυρίσω στο βασίλειό μου θα σε βρίσω τόσο που θα σιχαθείς τον εαυτό σου, ανώτερε της κακιάς ώρας».
Πολλοί ήταν οι συνάδελφοί του, που σιγομουρμούριζαν και σχολίαζαν τη παρουσία του ως ενός χαζού ταμία, αλλά εκείνος αδιαφορούσε λεπτεπίλεπτα και μοίραζε συγκρατημένα μειδιάματα, που εκνεύριζαν τους άλλους. Με τον διευθυντή πάντως τα πήγαινε μια χαρά. Ήταν φίλος του νονού του, ο οποίος πριν αποδημήσει εις κύριο, διετέλεσε επί δεκαπέντε συναπτά έτη, διευθυντής της Αγροτικής Τράπεζας, σε ένα μεγάλο υποκατάστημα στην Πατησίων. Είχε βοηθήσει τον νυν διευθυντή του, να ανέλθει στην ιεραρχία του τραπεζικού σιναφιού, και αυτός για να τιμήσει τον πεθαμένο φίλο του, προσέλαβε, κάτω από σκοτεινές και αδιευκρίνιστες συνθήκες, το μοναδικό του βαφτιστήρι.
Όταν πέθανε η γιαγιά του, ο νονός ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να βοηθήσει στην ανατροφή και την εκπαίδευση του μικρού, που έμεινε μόνο στον κόσμο σε ηλικία δεκαπέντε ετών. Ο θάνατος της γριάς, που δυσκολευόταν ο ίδιος να αποκαλεί γιαγιά, κάθε φορά που την έφερνε στη θύμησή του, ήταν οδυνηρός. Είχε παραπατήσει μια μέρα, λόγω της ζάλης που τη βασάνιζε, και έπεσε άγαρμπα πάνω στη σόμπα, που έκαιγε καυσόξυλα, εκείνες τις παλιές που βγάζουν τον καπνό από το δωμάτιο με τσίγκινους σωλήνες. Όχι μόνο κάηκε στη κοιλιά, κάτι που τις προκάλεσε οδυνηρούς σφάχτες, αλλά με το πέσιμο, προκάλεσε και την κατάρρευση των σωλήνων που έπεσαν και την βρήκαν στο κεφάλι. Δεν πέθανε αμέσως. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, όπου σε τέσσερις μέρες, παρέδωσε το πνεύμα λόγω καρδιακού επεισοδίου, που προκλήθηκε από τη δυσφορία των εγκαυμάτων. Έτσι αποφάνθηκαν οι γιατροί, αλλά εκείνος δεν το έμαθε ποτέ. Η γριά θάφτηκε δίπλα στον πατέρα και την αδελφή του, με έναν παπά και λίγους συντοπίτες να στάζουν τη χολή ακόμη και την ύστατη ώρα. Κακές γλώσσες μάλιστα έλεγαν ότι δύσκολα θα βρίσκονταν σκουλήκια πρόθυμα να τη μαγαρίσουν.
Η Αθήνα του φάνηκε στην αρχή ολόκληρο βουνό, αλλά αυτό που τον είχε στεναχωρήσει ήταν, που αναγκάστηκε να αφήσει πίσω το αγαπημένο του ποδήλατο, ένα BMX που τώρα σκουριάζει σε μια χωματερή σιδερικών. Το σπίτι του νονού του στο Παλαιό Ψυχικό, ήταν ευρύχωρο, αλλά όταν πέθανε ο νονός μεγάλωσε ακόμη πιο πολύ. Κληρονόμησε από αυτόν ένα αρκετά ικανοποιητικό ποσοστό μετρητών, και ένα οικόπεδο στη Βούλα, που μετέπειτα πούλησε για να αγοράσει το σημερινό του σπίτι, που συχνά το παρομοίαζε με ένα ατέλειωτο λούνα πάρκ. Η αγορά αποδείχθηκε φιάσκο, λόγω τις υψηλής τιμής που είχε αυτό το παλιό διαμέρισμα, και εξαιτίας της θέσης του. Το μικρό μπαλκόνι, απείχε από τα αυτοκίνητα που διέσχιζαν το δρόμο, το πολύ πέντε με επτά μέτρα. Τα βράδια περνούσαν αργά με τα τρομακτικά κορναρίσματα και τα λαϊκά στη διαπασών, από μερακλήδες που γκάζωναν τα σαράβαλά τους.
Στα εικοσιπέντε είχε πλέον μπει για τα καλά στη δουλειά. Τώρα στα τριάντα δύο, έχουν διαμορφωθεί τα χαρακτηριστικά του. Έχει κοντά μαύρα μαλλιά, ένα υποφερτό πρόσωπο, και μια κοιλιά στο πρώτο επίπεδο της έκρηξης. Είχε κάνει πλούσιες τις γύρω ταβέρνες, με το να τρώει συνεχώς απίθανα φαγητά, κυρίως γεμιστά και πατάτες με μουστάρδα. Όποτε χρειαζόταν να πηδήξει, φώναζε μια μετανάστρια από το ισόγειο, την Έλενα, και την καβάλαγε πολύ άγρια. Εκείνη κλείδωνε τα παιδιά της στο σπίτι, και ικανοποιούσε πολύ γρήγορα τον ταμία. Συνήθως, τα μεσημέρια μετά το σχόλασμά του. Από τις δύο μέχρι τις τρεις παρά δέκα το μεσημέρι. Ο άνδρας της, Ρώσος κι αυτός, δούλευε σε μια εταιρεία διανομής επίπλων, και δεν επέστρεφε νωρίτερα από τις τέσσερις το απόγευμα. Όταν ο άνδρας της ανακάλυψε κάποια λεφτά κάτω από το στρώμα του κρεβατιού τους, τη ρώτησε που τα βρήκε. Εκείνη απάντησε ότι «εδώ και δύο μήνες καθαρίζω το σπίτι στον πρώτο», αλλά δεν του είπε τίποτα επειδή φοβόταν ότι δε θα την άφηνε. «Αφού το αποφάσισες, κοίτα τουλάχιστον να τον γδάρεις οικονομικά. Φαίνεται λίγο αγαθιάρης. Εν ανάγκη, πάρε του και καμιά περιποιημένη πίπα, για κάνα χαρτζιλίκι» είπε σε άπταιστα ρώσικα.
Ξημέρωνε Σάββατο, όταν αποφάσισε, πάνω από ένα φλιτζάνι πικρού καφέ, και ένα τσιγάρο που γρήγορα έγινε στάχτη, ότι πλέον δε μπορούσε να κρύβει άλλο τον κόσμο του. Είχε ξενυχτήσει, μέσα σε φοβερά σκοτάδια, και ήχους διακεκομμένους από βίαια σπιναρίσματα, σκεπτόμενος ποιο τρόπο θα βρει ώστε να ικανοποιήσει, ένα όνειρο που μέχρι τότε θεωρούσε ανέφικτο. Μόλις ο μεγάλος δείκτης του ρολογιού στον τοίχο, ακούμπησε τον αριθμό δέκα, ντύθηκε γρήγορα και βγήκε στην αγορά. Έξω υπήρχε ένας πολύ ενοχλητικός ήλιος, και ο αέρας φυσούσε γλυκά από το νοτιά. Μπήκε σε κάμποσα μαγαζιά, και σε σχετικά σύντομο χρόνο, είχε αγοράσει αυτά που ήθελε. Τα είχε σκεφτεί φυσικά το προηγούμενο βράδυ, έχοντας μπροστά του, στο τραπεζάκι του καθιστικού, μια μάσκα γριάς μάγισσας, με εξεζητημένες ρυτίδες, με μια τεράστια κρεατοελιά στη γαμψή της μύτη. Έτσι, όπως έμπαιναν τα φώτα από τις μικρές σχισμές της ξύλινης μπαλκονόπορτας και έπεφταν πάνω στη μάσκα, τα μάτια της μάγισσας ακτινοβολούσαν δύο ίνες φωτός, που έπεφταν στο ταβάνι, όπως κάποια οπτικά εφέ θαμπώνουν τους νέους σε συναυλίες, όπου σπάζονται κιθάρες και καταπίνονται μικρόφωνα.
Τα βλέφαρα πλάκωναν μοιραία τα μάτια του, που είχαν κοκκινίσει από την αϋπνία. Κατευθύνθηκε προς τη ντουλάπα του, και έβγαλε τα ρούχα που θα φορούσε αύριο. Κατέβασε ένα μακρόστενο μαύρο σάκο, από το πατάρι, τον γέμισε με τα απαραίτητα εργαλεία, και τον άφησε στο κέντρο του καθιστικού, στη μεγάλη πολυθρόνα, της οποίας τα χέρια είχαν αρχίσει πλέον να φθείρονται επικίνδυνα. Μπήκε στο δωμάτιο, άνοιξε τον υπολογιστή του, μπήκε στο ίντερνετ, και «κατέβασε» κάποια έγγραφα της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Αφομοίωσε τη φόρμα και τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν στα έγγραφά τους. Αποθήκευσε το σήμα της Αρχιεπισκοπής, και μετά από μισή ώρα είχε φτιάξει ένα έγγραφο, πλαστό μέχρι την τελευταία λέξη, στο οποίο ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, τον εξουσιοδοτούσε να μοιράζει, αφιλοκερδώς, κάποια βιβλία πνευματικών γερόντων, που προμηθεύτηκε ο ίδιος από ένα εκκλησιαστικό βιβλιοπωλείο, και όχι από κάποια οργάνωση εκκλησιαστικών συμφερόντων. Για να κάνει πιο πιστευτή την απάτη που έστηνε, με ένα εξαιρετικό φωτομοντάζ, έβαλε τον εαυτό του να κάθεται χαμογελαστός δίπλα στον Αρχιεπίσκοπο, ώστε να εξανεμίσει τις όποιες αμφιβολίες ανέκυπταν, από πλευράς των χριστιανών που θα τον έμπαζαν στο σπίτι τους. Ολοκλήρωσε το σχεδιασμό των εργαλείων του, των πνευματικών του πονημάτων, τα έβαλε σε ένα μπλε φάκελο, και τον έχωσε στον σάκο, ανάμεσα στα πρακτικά εργαλεία, ένα κομμάτι σχοινιού για μπουγάδα, ένα πριόνι για σκληρούς κορμούς, ένα μαντίλι με τη Μίνι Μάους, μία ανθολογία των αγαπημένων του παραμυθιών, τις δύο μάσκες που είχε στο σπίτι του (κατάλοιπα ενός περασμένου καρναβαλιού), και δύο βιβλία ενός αγιορείτη γέροντα, για το παραστράτημα των ψυχών και το νόημα της μεταθανάτιας ζωής.
Την τελευταία στιγμή, πριν κλείσει το φερμουάρ, αποφάσισε να προσθέσει και μια μικρή Αγία Γραφή. Την άνοιξε τυχαία σε μια σελίδα, και διάβασε έναν μακαρισμό που εντόπισε το μάτι του ασυναίσθητα. «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι» διάβασε με έναν μακρόσυρτο τρόπο. Την έκλεισε και την τοποθέτησε ανάμεσα στα άλλα σύνεργα. Γέλασε υπεροπτικά. Για όλους τους άλλους, εννοείται.

Κυριακή. Οκτώ και τέταρτο το πρωί. Στέκεται σε ένα φανάρι της Λεωφόρου Βουλιαγμένης, και παρακολουθεί ένα ζευγάρι να περπατά αγκαλιασμένο στον απέναντι δρόμο. Τι μαγεία! Ένα φιλί όλο αλήθεια, δυσεύρετο… Παρασύρεται από τη μακάρια αυτή εικόνα, και κάνει δύο βήματα προς το οδόστρωμα, χωρίς την έγκριση του πράσινου σηματοδότη. Ο δρόμος δεν είχε κίνηση, αλλά εκείνος, ένιωσε ένα αυτοκίνητο, να τον ακουμπά ξυστά, και να τον τρομάζει. Συνειδητοποιεί την κατάσταση του, και κοιτά μπροστά. Ένα χέρι τον χαιρετά, βγαλμένο από το τζάμι, με το μεσαίο δάκτυλο σηκωμένο.
Φτάνει στην εκκλησία, που βλέπει κανείς, με το που βγαίνει από το σταθμό του μετρό στη Δάφνη. Τα βήματά του δεν διακρίνονται πίσω από την μαύρη καμπαρτίνα, που τον καταπίνει ολόκληρο. Το κασκέτο του, μικρό και εφαρμοστό, κοντεύει να καταπιεί το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλιού του, που σκύβει μηχανικά προσπαθώντας να αποφύγει τα φύλλα, που με δύναμη έρχονται κατά πάνω του. Πλησιάζει σε ένα φάτνωμα, δίπλα από τα επιβλητικά σκαλοπάτια του ναού. Είναι το υποκατάστημα του κυρίως ναού, για τους περαστικούς και τους ευαίσθητους. Δεν έχει σημασία, τα λεφτά είναι λεφτά, είτε τα ρίχνεις στο ξυλόγλυπτο παγκάρι, είτε σε ευκαιριακά κουτιά «υπέρ αγιογραφήσεως του ναού».
Κροταλίσματα από τακούνια ευγενικών κυριών, σπεύδουν προς προσευχή και υπέρ υγείας. Τα κεριά, που σβήνονται γρήγορα ώστε άλλα να τα αντικαταστήσουν με φρέσκο φιτίλι, φωτίζουν το πρόσωπο ενός γέρου, που κάθεται σε μια ψάθινη καρέκλα και διαβάζει αθλητική εφημερίδα. Απλώνει το χέρι και του δίνει ένα χαρτονόμισμα των πενήντα ευρώ. Ο γέρος, αφήνει την εφημερίδα να πάει στο διάολο, και κοιτάζει τον ανοιχτοχέρη στα μάτια.
«Όχι και έτσι, βρε παιδί μου, είπαμε»…
«Πάρτε το, παρακαλώ!»
«Αν το πάρω μικρέ, να είσαι σίγουρος, ότι τα σαράντα εννιά θα πάνε στην τσέπη μου και όχι στο κουτάκι» λέει με ειλικρίνεια, και δείχνει ένα μικρό χάρτινο κουτί, με μια σχισμή λίγων εκατοστών.
«Ας είναι και έτσι, μόνο να τα δώσω κάπου»…
Αφήνει το γέρο, σύξυλο, με τα σάλια να τρέχουν και κατεβαίνει από τη κυλιόμενη σκάλα στην αποβάθρα του μετρό. Κοιτάζει προς τα πίσω, και δε βλέπει το γέρο. Είχε γίνει καπνός. Τα κεριά ακόμα λιώνουν. Οι αγιογραφίες αργούν ακόμα.
Φτάνει σε μια εκκλησία της Καλλιθέας. Τυχαίος ο τόπος, τυχαίο και το θύμα. Έφτασε εκεί με λεωφορείο, σχεδόν άδειο, από την Πλατεία Συντάγματος. Μόνο λίγοι μετανάστες συνταξίδευαν μαζί του. Αυτοί δουλεύουν κανονικά και την Κυριακή. Μπαίνει σε μια καφετέρια, ακριβώς απέναντι από τον κρεμεζί ναό, με τον επιβλητικό τρούλο, που μοιάζει με κράνος πεζοναύτη. Μεσολαβεί ένας δρόμος. Τον χωρίζει σε λωρίδες κυκλοφορίας ένα κράσπεδο, με φυτά και σκουπίδια. Κάποιος ξερνάει ένα γλοιώδες μπλε υγρό, στην άκρη του δρόμου. Το λογικό επακόλουθο της σαββατιάτικης κραιπάλης. Το ρολόι δείχνει δέκα και μισή. Σε λίγο η λειτουργία τελειώνει και οι πιστοί διασκορπίζονται στα σπίτια τους, με αντίδωρα στα χέρια, και όσοι κοινώνησαν σώμα και αίμα Χριστού, καθαγιασμένοι και φωτεινοί. Το βλέμμα του, ερευνητικό και σταθερό, πηγαίνει αριστερά δεξιά, προσπαθώντας να εντοπίσει τη γυναίκα που επιθυμεί. Ναι! Αυτή είναι, η λίγο σκυφτή, η λίγο ανήμπορη, η λίγο απροστάτευτη! Αυτή η ανυποψίαστη γριά, που μόλις ακούσει μήνυμα χριστιανικό, θα ανοίξει, με την καρδιά ορθάνοιχτη, την πόρτα του σπιτιού της, για τα βιβλία μου. Πόσο ωραία θα με παρακολουθεί! Θα κρέμεται από τα χείλη μου, και θα μου ζητά η ανάγνωση να μη τελειώσει ποτέ. Να απλωθεί στους χρόνους της επόμενης ζωής, της μεθεπόμενης, της αιώνιας… Αυτές οι σκέψεις, οι αγνές, μυρμήγκιαζαν το μυαλό του, και έδιναν φτερά στα πόδια του.
Σηκώνεται και αφήνει ψιλά στο τραπέζι. Μέχρι τα κέρματα να κατακαθίσουν στο γυάλινο τραπέζι, από το οριζόντιο τράνταγμά τους, έχει ήδη φτάσει τη γριά. Είναι στο ίδιο ύψος του δρόμου. Απλώς εκείνος είναι στην απέναντι πλευρά και την παρακολουθεί με τα μάτια καρφωμένα πάνω της. Κινείται αργά, ίσως εκνευριστικά. Τα πόδια της δείχνουν αδύναμα, και γι’ αυτό το λόγο έχει επιστρατεύσει μια μαγκούρα, που λαμπυρίζει, όταν πέφτει πάνω της ο ήλιος. Φορά ένα φολκλόρ καπελάκι, με ανθάκια, και ένα ταγέρ σε σκούρο χρώμα. Ο χρόνος που θα χρειαστεί για να φτάσει στο σπίτι της είναι είκοσι λεπτά, αν δε συναντήσει στο δρόμο, κάποιον γνωστό και του μιλήσει. Γνωστός; Δεν υπάρχει στην πόλη τέτοιο πράγμα! Στρίβει δεξιά και μπαίνει σε ένα ήσυχο δρόμο, στον οποίο κάτι αγόρια κυνηγούν μια μπάλα. Τώρα πιάνονται στις μπουνιές. Αδιάφορο. Εκείνος κοιτάζει τη γριά, που σταματά κάτω ακριβώς από μια πρασινωπή πολυκατοικία, τεσσάρων ορόφων, με εμπριμέ τέντες.
Μπαίνει και αφήνει την πόρτα της πίσω να κλείσει, αργά, με τη βοήθεια ενός μηχανισμού, που προλαμβάνει τους δυνατούς κραδασμούς. Βάζει την άκρη του παπουτσιού του χαμηλά στην πόρτα και δεν την αφήνει να κλείσει. Η κίνησή του είναι σχεδόν άφατη, και οι ήχοι τον έχουν εγκαταλείψει. Η γριά μπαίνει στο ασανσέρ. Ο φωτεινός δείκτης πληροφορεί ότι το διαμέρισμά της είναι στο δεύτερο όροφο. Το πρώτο βήμα το έκανε! Βγαίνει από την εξώπορτα, και βλέπει ότι το διαμέρισμα του δευτέρου έχει ιδιοκτήτη (η νοικάρη, δεν έχει καμία σημασία) μια γυναίκα. Σκέφτεται πώς ο άνδρας της έχει πεθάνει. Το θεωρεί δεδομένο. Δεν έρχονται δεύτερες σκέψεις στο κεφάλι του. Θα μπορούσε να είναι κατάκοιτος ή ανάπηρος ή διασωληνωμένος σε ένα παλιό κρεβάτι. Στην πραγματικότητα αδιαφορεί για όλα αυτά. Το μόνο που τον ενδιαφέρει, είναι να μπει στο σπίτι. Όλα τα άλλα είναι σχεδιασμένα ή θα σχεδιαστούν την ώρα που πρέπει. Αποφασίζει να την επισκεφθεί, μετά από σαράντα λεπτά. Αν το έκανε τώρα, αμέσως, η γριά θα μπορούσε να κυλιστεί σε υποψίες. Γιατί ήλθε τέτοια ώρα; Την ώρα που οι περισσότερες ενορίες δεν έχουν τελειώσει την κυριακάτικη λειτουργία; Μήπως είναι Ιεχωβάς, μεταμορφωμένος διάολος; Προέβλεψε τουλάχιστον αυτά. Μετά από σαράντα λεπτά λοιπόν. Κάθεται στο πεζοδρόμιο, και παρακολουθεί τα παιδιά να παίζουν μπάλα. Κάτι που μικρός ποτέ δεν επεδίωξε. Οι συνομήλικοί του, πίστευαν ότι ένα δυσλεκτικό παιδί, είναι και ανάπηρο. Εν μέρει το είχε αποδεχθεί κι αυτό.
O χρόνος που χρειάστηκε το ασανσέρ, για να ανέβει από το ισόγειο στον δεύτερο όροφο, δεν ξεπέρασε τα τριάντα δευτερόλεπτα. Στεκόταν με το κεφάλι σκυφτό, και λίγο πριν σπρώξει τη σιδερένια πόρτα, είδε τη μορφή του, στον ενσωματωμένο, αλλά πολύ σκονισμένο, καθρέφτη. Τα βλέφαρα κάλυψαν τα μάτια για μια στιγμή, που όμως ήταν αρκετή ώστε να τον γυρίσει χρόνια πίσω. Στη βραδιά που η γιαγιά του, με ένα λόγο κοφτό και θορυβώδη, του ανακοίνωσε ότι σκόπευε να τον διαγράψει από το Ειδικό Σχολείο. Πράγματι το έκανε λίγες μέρες αργότερα, με τη δικαιολογία ότι, μετά και το θάνατο του πατέρα του, θα θεωρούνταν πιο άρρωστος απ’ ότι στην ουσία ήταν, αν συνέχιζε να μαθητεύει κοντά σε παιδιά ανάπηρα και τυφλά. Το να πηγαίνεις σε ένα σχολείο για παιδιά με ειδικές ανάγκες, στην επαρχία, είναι πραγματικός στιγματισμός, κι ας λένε οι άλλοι ότι θέλουν. Είχε δίκιο η γριά. Δε μπορείς σε τέτοιες περιπτώσεις να ζητάς, ως αναφαίρετο δικαίωμα, το να σέβονται οι άλλοι την αξιοπρέπειά σου. Καταφέρνει πάντα ο οίκτος, και προλαβαίνει όλα τα υπόλοιπα αισθήματα. Κατακλύζει τα πάντα αυτό το υστερόβουλο τέρας, και μετά σε λυπούνται ακόμη περισσότερο.
«Πρέπει να φανείς δυνατός, και σταμάτα να κλαις σαν αυτά τα ανυπόφορα μυξιάρικα της σειράς» του είπε, πιέζοντας με τα χέρια της τα χείλια του. Εκείνη πίστευε ότι ακόμη κι ένας φόβος, απροσδόκητος, μπορούσε να γιατρέψει τη δυσλεξία του, που δυστυχώς ήταν κάτι πιο σοβαρό από τον λόξιγκα. Τον ανάγκασε τότε να πιει δύο γουλιές νερό με το ζόρι, για να σταματήσουν οι λυγμοί του. Από εκείνη τη στιγμή και εξής, δεν ήπιε ποτέ ξανά νερό από το σπίτι του. Κατέβαινε με το ποδήλατο στο περίπτερο της πλατείας, και αγόραζε εμφιαλωμένα μπουκάλια με νερό, τα έκρυβε στο μπουφάν, και τα έπινε με φόβο στα σκοτάδια, κάτω από τις κουβέρτες. Δεν του είχε χαμογελάσει ποτέ. Δεν τον είχε αγκαλιάσει. Δεν του είχε προσφέρει ένα χάδι, έστω από οίκτο. Στην προσπάθειά της να ατσαλώσει τον μικρό, εν όψει της απόλυτης οικογενειακής μοναξιάς, έφτασε στο άλλο άκρο. Της αδιαφορίας. Τουλάχιστον αυτό εισέπραττε ο μικρός, και δε ζει πλέον και η γριά, ώστε να αντικρούσει την κατηγορία.
Χτύπησε το κουδούνι. Ένιωσε, μέσα από τον τοίχο, τα βήματα της ηλικιωμένης γυναίκας, να πλησιάζουν. Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ένα γλυκό πρόσωπο, παρά τις ρυτίδες, που το είχαν χαρακώσει με δύναμη, τα αδιάφορα μαχαίρια του αμείλικτου χρόνου. Επακολούθησε ένας διάλογος, που δε διέφερε και πολύ από μια συμβατική στιχομυθία, ανάμεσα σε έναν πλασιέ και έναν άνθρωπο που προσπαθεί να τον αποφύγει. Το πλαστό έγγραφο, και η παραποιημένη φωτογραφία έδρασαν θετικά, όπως ήλπιζε. Μπήκε στο καθιστικό. Δεν ήταν τίποτα το φοβερό, αλλά τα έπιπλα, από σκούρο ξύλο, ευωδίαζαν αναμνήσεις και χαμένες τιμές. Στον τοίχο υπήρχαν κάποια διπλώματα, με γαλλικά γράμματα, ενώ σε ένα ωραίο τραπεζάκι δίπλα από τον μεγαλοπρεπή καναπέ, που τώρα έδειχνε κουρασμένος, στέκονταν με απίστευτη ακρίβεια, φωτογραφίες της παλιάς ζωής. Διέκρινε ένα αντρικό πρόσωπο, με ένα θλιμμένο βλέμμα, σε μια κορνίζα ψευδάργυρου. Ο σύζυγος μάλλον. Νεκρός σίγουρα.
«Παρακαλώ βολευτείτε, μέχρι να σας φέρω κάτι από την κουζίνα. Το έφτιαξα προχθές και θα σας αρέσει πολύ»…
Δεν αρνήθηκε την προσφορά της ηλικιωμένης κυρίας. Το αντίθετο, την περίμενε με ανυπομονησία. Βλέποντας την πλάτη της, ενώ κατευθυνόταν στη μικρή κουζίνα, και τον κότσο που ήταν επιδέξια δεμένος, με ένα συμπαθητικό δίχτυ να συγκρατεί τις άσπρες τρίχες της, θυμήθηκε τη δική του γριά. Την έδιωξε γρήγορα από τη μνήμη. Ήταν ακατάλληλη στιγμή για αναμνήσεις, καλές η κακές. Είχε προχωρήσει στο δεύτερο βήμα. Κέρδισε την εμπιστοσύνη της γλυκιάς γυναίκας, που βρισκόταν στην κουζίνα, και έβαζε λίγο γλυκό καρύδι σε ένα μικρό πιατάκι, για να το προσφέρει στον καλό χριστιανό, που την επισκέφθηκε. Πίστευε ότι θα καθόταν ο ξένος αρκετή ώρα, ούτως ώστε να καλυφθούν μερικές ώρες από την μοναξιά, που βασίλευε στο σπίτι της.
Κρύφτηκε πίσω από έναν τοίχο, στο σημείο ακριβώς που τελείωνε ο στενός διάδρομος, εκείνος που ένωνε την κουζίνα με το καθιστικό. Η ανάσα του ήταν ήρεμη, και τα χέρια αποφασισμένα. Την άφησε να προχωρήσει ένα βήμα, και βρέθηκε ακριβώς πίσω της, με το τεντωμένο σχοινί να μη λυγίζει καθόλου. Το πέρασε γύρω από το λαιμό της και το έσφιξε με δύναμη, χωρίς να το χαλαρώσει ακόμη κι όταν κάποιοι ήχοι έβγαιναν από το στόμα, αδύναμοι, ανίκανοι, σπαρακτικοί. Δεν αντιστάθηκε καθόλου. Σα να συμβιβάστηκε πολύ γρήγορα. Ήταν εύκολη η παράδοσή της στο θάνατο. Την έβλεπε τώρα, με μάτια χαρούμενα, να κείτεται χωρίς πνοή στο πάτωμα. Λίγο πιο πέρα τα κομμάτια από το πιατάκι, που θρυμματίστηκε γρηγορότερα από το λαιμό της, και το γλυκό κολλημένο στα άσπρα μαλλιά της – μια αντίθεση ανατριχιαστική.
Την έσυρε και την άφησε στον καναπέ, σε στάση όρθια. Έβγαλε από το σάκο τα βιβλία του σοφού γέροντα και τα έβαλε στο αριστερό της χέρι. Εν συνεχεία, ανέσυρε το πριόνι και της έκοψε, χωρίς δισταγμό, με αποφασιστικότητα, το δεξί της χέρι στο ύψος του καρπού. Η σάρκα, άδεια από αίμα, διαπεράστηκε από την κυματιστή λεπίδα του εργαλείου, με την ευκολία που κόβεται ένα αφράτο ψωμί, δίχως τη ψίχα. Το κόκαλο, αντιστάθηκε λίγο, αλλά το χέρι – αφού αποχωρίστηκε το υπόλοιπο μέρος μέχρι τον ώμο - έπεσε γρήγορα στο πάτωμα. Το αίμα, δεν εκτινάχθηκε από την πληγή, αλλά κύλησε λυπημένο, και οι σταλαγματιές του έβαψαν τα δάκτυλα, που δεν σπάραξαν καθόλου.
Έσπευσε στο υπνοδωμάτιο της γριάς, πήρε μια κουβέρτα και στη συνέχεια την κάλυψε με τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται μόνο το κεφάλι της, που έδειχνε βυθισμένο σε ύπνο ήρεμο. Αυτό ακριβώς πίστευε ο ίδιος, όταν σήκωσε το κομμένο χέρι και το εναπόθεσε στο μικρό τραπεζάκι, δίπλα στην φωτογραφία του άνδρα της. Τα χέρια έψαξαν στο μαύρο σάκο, για τα υπόλοιπα σύνεργα των ενεργειών του, που δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί. Τις δύο μάσκες, τη δική του, αυτή του γορίλα, και την άλλη, της γριάς μάγισσας. Την τελευταία τη φόρεσε στη νεκρή, και άρχισε να ξεντύνεται. Έμεινε εντελώς γυμνός, όρθιος, και η κακιά μάγισσα τον κάρφωνε με το βλέμμα της. Τα πάντα ήταν έτοιμα για την ιεροτελεστία του. Φόρεσε τη μάσκα του γορίλα, και άρχιζε να διαβάζει ένα παραμύθι άγνωστο, σιγανά, όλο συμπάθεια για την αμίλητη μάγισσα, που άκουγε χωρίς να αντιδρά και να χλευάζει. Κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα από το τραπεζάκι, σήκωσε το κομμένο χέρι, και με αυτό χάιδεψε τα μαλλιά του. Μετά το πρόσωπο, και ύστερα τα χείλια, που δεν αντιστάθηκαν και το φίλησαν με δέος και αγάπη.
Ένα χάδι μόνο. Αυτό και τίποτα άλλο. Και όμως κανείς δε βρέθηκε να του το δώσει. Ποτέ δεν ξέχασε αυτό που κάποτε διάβασε σε ένα παραμύθι θαλασσοδαρμένων πειρατών. «Όταν κάτι δε μας δίνεται με το καλό, το παίρνουμε με το ζόρι. Δεν το διεκδικούμε, το κλέβουμε»! Ο ίδιος δε ζήτησε το χάδι από τη γριά. Ήταν έτοιμη να του το προσφέρει, αν της το ζητούσε. Και εκείνη έψαχνε κεφάλι να χαϊδέψει.
Ανοχύρωτες παραλίες

Διήγημα (στρατευμένο...)



Δύο μεγάλες σταγόνες ιδρώτα κύλησαν από το μέτωπο του Χαράλαμπου, αλλά η Δωροθέα τις διέκρινε με καθυστέρηση λίγων δευτερολέπτων, εξαιτίας ενός περιοδικού που προστάτευε το πρόσωπό του από τον ολόχρυσο και ζεματιστό ήλιο. Το μεσημέρι ήταν αποπνικτικό, ο ουρανός ήταν τόσο καθαρός που ούτε ένα γλαροπούλι δε σεργιάνιζε στους ανέμους, και η θερμοκρασία ανέβαινε επικίνδυνα.
Βρίσκονταν σε μια παραλία, που μολονότι ήταν εντελώς δωρεάν, κανείς κολυμβητής ή εκδρομέας δεν την είχε τιμήσει με τα αποφάγια και τα σκουπίδια του. Κάτω από μια ομπρέλα, που την διακοσμούσαν κάποια περίεργα φυτά, μάλλον ηλιοτρόπια, ο Χαράλαμπος ροχάλιζε, αναγκάζοντας τις σελίδες του περιοδικού να ανεβοκατεβαίνουν κάτω από την δύναμη των ρουθουνιών του, όπως τα σεντόνια στις ταράτσες υπό δριμύ άνεμο. Η Δωροθέα, είχε σκαλώσει σε ένα οριζόντιο αίνιγμα, με ένα στυλό στο στόμα, του οποίου το καπάκι σιγά σιγά μαγάριζε με τα κοφτερά της δόντια. Δεν μπορούσε να θυμηθεί το όνομα ενός πολιτικού, που της ζητούσε το σταυρόλεξο, αλλά θυμόταν με την πιο μικρή λεπτομέρεια τις θυελλώδεις σχέσεις του, και φυσικά τα ονόματα των συντρόφων του. Το μόνο βέβαιο ήταν ο πολιτικός αυτός είχε πεθάνει.
Ένας ήχος διέκοψε την συγκέντρωση που απαιτούσε η λύση του μυστηρίου. Ο Χαράλαμπος είχε μετακινηθεί τόσο επικίνδυνα στην ξαπλώστρα, που την επόμενη στιγμή κάλλιστα, θα μπορούσε να είχε βάλλει το κεφάλι του στην άμμο. Ότι κάνουν και οι στρουθοκάμηλοι, αλλά χωρίς ο ίδιος να το θέλει. Η Δωροθέα, άπλωσε το χέρι, και ζούληξε με τον αριστερό της δείκτη, την τεράστια κοιλιά του συζύγου της , η οποία ήταν σφιχτή, και διάσπαρτη από ασπρόμαυρες τρίχες που δημιουργούσαν ένα μακάβριο θέαμα.
Του έριξε ένα τέτοιο βλέμμα, από τα ψημένα με το αλατόνερο μαλλιά, μέχρι τις πατούσες που είχαν μαυρίσει από τα φύκια, και στο οποίο ο καθένας θα εντόπιζε σίγουρα κάποια σημάδια μιας ανεκδήλωτης αηδίας. Σκοπός της, με εκείνη την κίνηση του δακτύλου, ήταν να ξυπνήσει κιόλας ο άνδρας της, αλλά ο Χαράλαμπος δε κατάλαβε τίποτα. Σταμάτησε για λίγα λεπτά το ροχαλητό, αλλά ύστερα από λίγο η συμφωνική του άρχισε πάλι την κακοποίηση όλων εκείνων των ήχων που γαλήνευαν την παραλία. Τα τζιτζίκια που συζητούσαν μονότονα, και το κύμα που έφτανε στην ακτή, αφήνοντας στα αυτιά, έναν ήχο που μπορείς να τον ακούσεις μόνο όταν ρίχνεις ένα ανθρακούχο αναψυκτικό σ’ ένα γυάλινο ποτήρι. Το νερό συναντούσε τις ηλιοκαμένες πέτρες και την χρυσαφένια άμμο, αφήνοντας πάνω τους τα απαλά χάδια του, αφρούς εντελώς καθαρούς, που προοδευτικά έχαναν τις ωραίες φουσκάλες τους, και στη συνέχεια καλύπτονταν από την ορμή που προκαλούσε το επόμενο κύμα.
Δεν επέμεινε περισσότερο. Σκέφτηκε έναν πιο δραστικό τρόπο, προκειμένου να ανασύρει τον άνδρα της, από τον καλοκαιριάτικο λήθαργό του, να ακονίσει τη μύτη του στυλό, και να την χώσει βαθιά στην τουρλωμένη κοιλιά του, γεμάτη από σπιτίσια μεζεδάκια, που ήταν αιωνίως ταγμένα σε εγκλεισμό, είτε στο αεροστεγές περιβάλλον των τάπερ, είτε στην ομορφιά των διυλισμένων τροφών ενός στομαχιού που ανακάτευε αδιακρίτως οτιδήποτε κατέβαινε από τον οισοφάγο. Προτίμησε να παρατείνει, μετά την αποτυχημένη της προσπάθεια, τη γαλήνη που βίωνε μπροστά στη θάλασσα, αφήνοντάς τον να παλεύει με τις τροφές που προσπαθούσαν να βγουν και πάλι από το στόμα του, ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία, επειδή δεν είχαν προλάβει να χωνευθούν σωστά. Ο Χαράλαμπος θα ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να πεθάνει λόγω φαγητού στην παραλία, όχι βεβαίως επειδή θα έμπαινε με φορτωμένο στομάχι στα ύπουλα νερά, αλλά γιατί το περιβάλλον αυτό πολλαπλασίαζε την όρεξή του για φαγητό. Πάντως δεν κολυμπούσε πολλή ώρα, ώστε να δικαιολογείται το φούσκωμα της κοιλιάς του από καθαρό αέρα. Βουτούσε μια φορά, και έβγαινε πολύ γρήγορα, επειδή πίστευε ότι ο ύπνος στην ξαπλώστρα, κάτω από τον ελληνικό ήλιο, είναι ένα αξεπέραστο βάλσαμο για τη ψυχή του. Προτιμούσε το βουνό, που παρέπεμπε περισσότερο στα κοψίδια και το καλό κρασί, τον καθαρό αέρα και τον ύπνο κάτω από μάλλινες κουβέρτες, αλλά έκανε πάντα πίσω, με τη δεδομένη ανάγκη των μικρών παιδιών να χαίρονται τη θάλασσα, χωρίς να αντιλαμβάνονται το μαρτύριο ενός οδηγού, που καλείται να οδηγήσει μετά από αυτή την ταλαιπωρία. Γιατί έτσι καταλήγει μια απόδραση σε παραθαλάσσια μέρη αυθημερόν, όταν πρέπει να επιστρέψεις στην εστία σου, πριν προλάβει ο ήλιος να σβηστεί στο γκρίζο νερό της θάλασσας, που πρόκειται να γίνει ένα με τον ουρανό: ένα συνεχές μαύρο, με μόνα διακριτικά τα αστέρια και το φεγγάρι πάνω, και την τρεμουλιαστή αντανάκλαση του φωτός κάτω.
Μια πολύ ενοχλητική μέλισσα την είχε αφήσει επιτέλους στην ησυχία της, βρίσκοντας καταφύγιο, σε ένα πλαστικό μπουκάλι πορτοκαλάδας χωρίς καπάκι, αλλά με αρκετές σταγόνες, για να ικανοποιήσει τις ανάγκες της. Λίγο νωρίτερα τόλμησε να καθίσει πάνω στην ξεσκέπαστη κοιλιά του Χαράλαμπου, αλλά το αντηλιακό, που ήταν απλωμένο σε εκείνη την τεράστια επιφάνεια, όπως το λάδι πάνω στα σπιτικά φύλλα μιας χωριάτικης πίτας, την απώθησε. Η άσχημη γεύση του πρέπει να την ζάλισε, και αυτό θα το επιβεβαίωνε και ο Χαράλαμπος, επειδή δοκίμασε με την άκρη της γλώσσας του το αντηλιακό. Το σωληνάριο ανέγραφε «με γεύση καρπουζιού», αλλά σύντομα ο άνδρας κατάλαβε ότι επρόκειτο για διαφημιστικές ψευτιές. Το έκανε βέβαια σε μια στιγμή που η Δωροθέα, γκάριζε προκειμένου να υπενθυμίσει στις κόρες τους, πώς αν απομακρυνθούν, τις περίμενε μια ωραιότατη σφαλιάρα στα απαλά κωλομέρια τους, για την καθεμία. Ήταν μια δίκαιη μάνα.
Επρόκειτο για μια συνηθισμένη οικογένεια της νεοελληνικής κοινωνίας. Ένας πατέρας, μία μάνα, και δύο κόρες που πήγαιναν στο δημοτικό. Βεβαίως σε ιδιωτικό ίδρυμα, διότι οι γονείς δεν μπορούσαν να είναι σίγουροι ότι τα παιδιά τους θα μορφώνονταν σωστά σε ένα αντίστοιχο του δημοσίου. Συμφωνούσαν γενικώς με τις φωνές που στηλίτευαν την κατάπτωση του εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά έπραξαν και αναλόγως. Η οικονομική τους άνεση δεν ήταν απεριόριστη, αλλά έβρισκαν τα χρήματα προκειμένου να παραδώσουν στην κοινωνία δύο καλά και συνετά κορίτσια. Επιπλέον η Δωροθέα είχε ανακαλύψει και κάποια παράπλευρα οφέλη της επιλογής τους. Έλεγε στον άνδρα της πώς οι πιθανότητες να κολλήσουν ψείρες τα παιδιά τους στο ιδιωτικό είναι λιγότερες απ’ ότι στο δημόσιο «όπου πάνε Αλβανάκια και Ρουμανάκια».
Είχαν όντως ειλικρινή ματιά πάνω στα θέματα της εκπαίδευσης, και όπως όλοι οι γονείς, ήθελαν τα βλαστάρια τους να απαντούν σωστά σε ερωτήσεις που αφορούσαν τους αντιπάλους που κατατρόπωσε η Ελλάδα κατά το ένδοξο παρελθόν της. Να μη μπερδεύουν την 28η Οκτωβρίου με την 25η Μαρτίου. Ο Χαράλαμπος, που έδινε τα λεφτά του χωρίς γκρίνιες, πίστευε ότι έκανε όλα όσα οφείλει ένας πατέρας απέναντι στα παιδιά του. Αν κάποιος τον ρωτούσε, παρόλα αυτά, σε ποια τάξη πήγαιναν οι κοπέλες του, θα δυσκολευόταν να απαντήσει. Είχε πει κάποτε στις μικρές: «Όταν ακούτε 28 Οκτωβρίου θα θυμάστε Γερμανοί και Ιταλοί, την Υπολοχαγό Νατάσα, και όποτε ακούτε 25η Μαρτίου, να ξέρετε ότι αυτό ήταν πιο παλιά, τότε με τις φουστανέλες, και θα θυμάστε τον Παπαφλέσσα, που βλέπουμε κάθε χρόνο στην τηλεόραση». Πίστευε στη δύναμη της εικόνας και γι’ αυτό προέτρεπε τη γυναίκα του να παρκάρει τις μικρές μπροστά στην τηλεόραση. Πέραν όλων των άλλων, ήταν προτιμότερο να στέκονται οι κόρες, με ανοικτά στόματα απέναντι από την τηλεόραση (ανεξαρτήτως προγράμματος), παρά να τους ενοχλούν με απίστευτες ερωτήσεις, που ήταν αλήθεια ότι δεν τις εκτιμούσαν, παρά το μεγάλο τους δίκιο - λόγω ηλικίας.
Ήταν φυσικό και επόμενο τα πολλά ερεθίσματα να γεννούν πολλές απορίες, αλλά οι μικρές καταλάβαιναν ότι ήταν προτιμότερο να βγάζουν τα δικά τους συμπεράσματα, και να συνδέουν τα πράγματα όπως τα αντιλαμβάνονταν, με την απλή λογική ότι βλέπουν και ακούνε την αλήθεια. Έτσι όταν είδαν σε μια διαφήμιση ότι μια γιαγιά έκανε βόλτες με μια χιλιάρα μηχανή, ζήτησαν από τους γονείς μια νέα γιαγιά, πιο δραστήρια, που να κάνει σούζες και επικίνδυνα τερτίπια με τις ρόδες, και αντιτάχθηκαν στη διατήρηση της δικής τους, της μάνας του πατέρα τους, που το μόνο που έκανε είναι να πλέκει και να μαγειρεύει τραχανά στο χωριό.
Αυτά τα βάρη, τα επεξηγηματικά, τα είχαν φορτώσει οι γονείς, με μερικές χιλιάδες ευρώ επιπλέον, στην εκπαίδευση, που λογιζόταν ως ο κυματοθραύστης της παιδικής περιέργειας και πονηριάς. Αυτό που δεν άφησε στην εκπαίδευση ο πατέρας, πριν καλά καλά οι μικρές πάνε στην πρώτη δημοτικού, ήταν να μοιραστεί μαζί τους κάποιες αλήθειες, που πίστευε και ο ίδιος ακράδαντα και αμόλυντα. Ότι οι Έλληνες έβγαιναν πάντα νικητές, επειδή ήταν οι πιο ωραίοι, οι πιο δυνατοί και οι πιο έξυπνοι. Οι μικρές κουνούσαν πάνω κάτω τα κεφάλια, πιστοποιώντας ότι τα λεγόμενά του δεν έμπαιναν από το ένα μικρό αφτί και έβγαιναν από το άλλο.
Οι μικρές ήταν δίδυμες και βασανίζονταν πάνω από τα σχολικά εγχειρίδια της δευτέρας δημοτικού. Το γεγονός ότι και στο δημόσιο τα παιδιά διδάσκονταν τα ίδια ακριβώς πράγματα ήταν κάτι που αγνοούσαν. Θεωρούσαν αυτονόητο ότι κάθε παιδί που περνά το κατώφλι ενός ιδιωτικού σχολείου, φοράει λεπτεπίλεπτα γυαλάκια, και βγάζει πρόωρα σπυράκια, αυτόματα ανεβάζει τους πνευματικούς του δείκτες ποσοτικά και ποιοτικά. Η Δωροθέα καλωσόρισε την ανάγκη, η μία από τις δύο της κοπέλες να φορέσει γυαλιά. Πίστευε ότι η πρόωρη (αλλά αναγκαία για να διακριθεί ανάμεσα στα άλλα παιδάκια) γνώση, της είχε θολώσει τα μάτια. Για τη συμπλήρωση των γεγονότων, πρέπει να επισημανθεί ότι η απόσταση τηλεοπτικής οθόνης και παιδικών ματιών ήταν λιγότερη από ένα μέτρο κάθε φορά. Χωρίς αυτό να ανατρέπει την αίσθηση της Δωροθέας, που συνεπικουρείται και από το μητρικό ένστικτο.
Το ομολογουμένως δυνατό της ένστικτο είχε προς το παρόν ναρκωθεί, από τη σφοδρότητα με την οποία ο ήλιος κατάφερνε να διεισδύσει κάτω από το δέρμα της. Ζεσταινόταν αφόρητα, αλλά βρισκόταν στο κατεξοχήν μέρος κατάσβεσης των πυρωμένων σωμάτων. Από τη μια βαριόταν να σηκωθεί και να βουτήξει, και από την άλλη, είχε την ξεροκεφαλιά να επιμένει πίσω από το άλυτο πρόβλημα του σταυρόλεξου. Πολλοί λόγοι συνέτειναν σε αυτή της την επιλογή. Τα μαλλιά της, που τα διατηρούσε άβρεχτα για να μη κολλάνε έπειτα στο μπάνιο του σπιτιού, έπρεπε να μην έλθουν σε επαφή με το νερό. Το απογευματάκι ερχόταν πλέον, και μαζί με αυτό κάποιοι ατίθασοι νοτιάδες, που δρουν ανεξέλεγκτα και πολλές φορές σηκώνουν κύμα εκεί που δεν το περιμένεις, μπορούσαν να παίξουν το ρόλο του αστάθμητου παράγοντα. Τα πόδια της πλέον είχαν απαλλαγεί από την βρεγμένη άμμο, εκείνο το πράγμα που όταν αποφάσιζε να ξεραθεί έμοιαζε με κονίαμα. Άντε να καθαρίσει πάλι τις πατούσες της, το βαριόταν κι αυτό! Το ολόσωμο μαγιό της ήταν εξαιρετικής ποιότητας, το είχε αγοράσει από ένα πολύ ακριβό μαγαζί, αλλά είχε ένα μικρό ελάττωμα για μαγιό, δε στέγνωνε αρκετά γρήγορα, με αποτέλεσμα να διατηρεί μια πετσέτα περασμένη στην περιφέρειά της, για όσο χρόνο περνούσε κάτω από την ομπρέλα. Ο πιο σημαντικός λόγος όμως, κρυφός αλλά εύκολα πραγματοποιήσιμος, ήταν πώς δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στο Χαράλαμπο. Πάντα φρόντιζε να καταχωνιάζει στην τσάντα της, κάτω από τα φανελάκια των κοριτσιών, λίγο ψωμί και φέτες σαλάμι για να ικανοποιεί την πείνα των παιδιών, που εμφανιζόταν ξαφνικά, αλλά την ίδια πάντα στιγμή, στο αυτοκίνητο, κατά την επιστροφή στο σπίτι. Εκείνα δε σταματούσαν να γκρινιάζουν σε τέτοιες περιπτώσεις, και ο μοναδικός τρόπος να κλείσουν το στόμα, ήταν μόνο να μασάνε κάτι και να το καταπίνουν. Ποιος λοιπόν της εξασφάλιζε την ακεραιότητα των φαγώσιμων, των πραγμάτων που θα της εξασφάλιζαν μια ήρεμη επιστροφή, δίπλα σε έναν άνθρωπο που μυριζόταν την τροφή, ακόμη και μέσα στον ύπνο του; Ήταν βέβαιη πώς τη στιγμή που θα απομακρυνόταν από την ακτή και θα κολυμπούσε ανέμελα, ο άνδρας της θα ξυπνούσε και θα κατασπάραζε το φαγητό των παιδιών. Εκείνη θα τον έβλεπε από μακριά, ανήμπορη να αντιδράσει, και μέχρι να βγει από το νερό, εκείνος θα μπορούσε ακόμη και να ξαναπέσει για ύπνο. Υπήρχε και ένας μικρός φόβος για κράμπα στα πόδια της, αλλά ποτέ δεν είχε επιβεβαιωθεί.
Η μέλισσα ρούφηξε μέχρι την τελευταία σταγόνα την πορτοκαλάδα, και άνοιξε και πάλι τα ενοχλητικά της φτερά. Στο άκουσμά της η Δωροθέα, κατάλαβε ότι αργά η γρήγορα θα την επισκεπτόταν εκ νέου. Πριν προλάβει να ολοκληρώσει την καχύποπτη σκέψη της, η μέλισσα χτύπησε, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, τη σελίδα του περιοδικού, ακριβώς στο σημείο που βρισκόταν η μοναδική ασυμπλήρωτη οριζόντια γραμμή. Η μέλισσα βρήκε αδιέξοδο, και μοιραία στράφηκε, μέσα στον πανικό της, προς την ίδια. Με το φόβο, ότι μπορεί το άθλιο έντομο να άφηνε το κεντρί του πάνω στον κάτασπρο λαιμό της, τινάχτηκε από την ξαπλώστρα σαν χαλασμένη σούστα, και τίναζε με τόση δύναμη το περιοδικό, δεξιά και αριστερά, που νόμιζες ότι μαστίγωνε τον άνεμο. Τα ουρλιαχτά της θορύβησαν τον Χαράλαμπο, που άφησε να του ξεφύγουν δυο δύσθυμα ρουθουνίσματα, μέσα στη βουδιστική μεγαλοσύνη του, αλλά η ίδια ανέκτησε σχετικά γρήγορα την αυτοκυριαρχία της. Το μάτι της έπεσε πάνω στη δύσμοιρη μέλισσα, που πάλευε να ζήσει, κατά το ήμισυ χωμένη στην άμμο, και μόνο όταν σιγουρεύτηκε ότι επρόκειτο για την ίδια μέλισσα, αποφάσισε να βάλλει φραγή στο στόμα της. Έσκυψε και έθαψε τελείως το έντομο, με τόση άμμο, που έφτιαξε ένα ωραίο βουναλάκι στο τέλος. Και για να είναι σίγουρη, ότι η δολιότητα του εντόμου, δε θα έβρισκε κανένα δρόμο διαφυγής, το δυνάμωσε με πέτρες ολοστρόγγυλες και κυματοδαρμένα κοχύλια, δημιουργώντας ένα μαυσωλείο, φαραωνικών προδιαγραφών.
Ένιωσε ότι ο ήλιος ανέβασε την σφοδρότητα των ακτινών του, σαν κάποιος να αύξησε την ένταση του ρεύματος, μόνο και μόνο για να της δώσει ένα σημάδι. Τον είδε να μεγαλώνει για κλάσματα του δευτερολέπτου, στο γαλάζιο του φόντο, όπως ένα φως που ξεκινά από τα βάθη ενός σκοτεινού τούνελ μικρό και ασθενές, για να κατακλύσει τα πάντα φτάνοντας στην αρχή, με την αβάσταχτη λάμψη του, καταστρέφοντας τις βλεφαρίδες, τις τέντες των ματιών. Τα μάτια της έμειναν κλειστά, όσο κρατούσε μια συνηθισμένη ανάσα της, και μόλις διέσπασαν τα τελευταία υπολείμματα της απρόσμενης, πλην θείας, τύφλωσης, που κάποιος, κομματάκι πιο υποψιασμένος, θα την αποκαλούσε και φώτιση, αντίκρισε το κάστρο της ακροθαλασσιάς.
Επρόκειτο για ένα μεσαιωνικό κομψοτέχνημα, που το είχαν δημιουργήσει, απ’ ότι φαίνεται δύο πολύ μεγάλοι μάστορες, ή αρχιτέκτονες με την σύγχρονη ορολογία, καθώς το μόνο που του έλειπε ήταν ιππότες καβάλα σε άλογα και πικραμένες βασιλοπούλες με κοτσίδες των εικοσιπέντε μέτρων, αναμένοντας την ώρα που θα εκπληρωνόταν ο πλατωνικός έρωτάς τους. Οι παλαίστρες είχαν δημιουργηθεί με ιδιαίτερη προσοχή, ώστε οι εχθροί να αφήνουν πολλά κορμιά πεθαμένα, προτού εισβάλλουν σ’ αυτό με μακριά σχοινιά και τεράστιες ξύλινες σκάλες , τις οποίες θα ζήλευε ακόμη και το σημερινό πυροσβεστικό σώμα, για την ανθεκτικότητά τους. Τα σκαμμένα από σκλάβους αυλάκια, περιμετρικά των τειχών, θα πρέπει να ήταν γεμάτα με βρώμικα νερά, στα οποία λογικά διαβιούσαν με ορθάνοιχτα τα στόματα, φαντάσματα κροκοδείλων. Το μόνο μειονέκτημα εκείνου του πολιτιστικού θαύματος ήταν η συνεχιζόμενη διάβρωση των τειχών του. Το κύμα σκέπαζε όλο και μεγαλύτερο μέρος της ακτής, με αποτέλεσμα το αλατόνερο να καταστρέφει, με προοδευτικούς ρυθμούς, τα χωμάτινα προστατευτικά ενός αλλοτινού κόσμου. Η Ρωξάνη και η Αθηνά, είχαν παρατήσει το κάστρο τους στο έλεος του κύματος. Ανανέωναν με στέρεα λάσπη τα τείχη, ένα μείγμα νοτισμένης άμμου και βότσαλων, αλλά βαρέθηκαν μετά από τις αποτυχημένες προσπάθειες τους να εκτρέψουν την αιώνια πορεία του νερού, που κατέστρεφε ότι έφτιαχναν, με πολλές διαφωνίες είναι η αλήθεια. Απορούσαν πραγματικά, γιατί το κύμα δεν κοβόταν στα δύο, ώστε να περνά δίπλα από το δημιούργημά τους, και να μη το αγγίζει. Ένας γέρος με μούσι, κρατώντας ένα ξύλινο ραβδί, κάποτε στην τηλεόραση, είχε αναγκάσει, να κοπεί στη μέση, μια ολόκληρη θάλασσα, για να περάσουν μέσα από αυτή χιλιάδες κόσμου, γαϊδουριών, και βαριών φορτιών. Έβριζαν το κύμα, το χτυπούσαν με τα χέρια τους, αλλά εκείνο δεν έλεγε να μαζευτεί στα απρόσιτα, για εκείνες, βάθη. Η ασυνεννοησία της Βαβέλ είχε λιγότερες συνέπειες, θα μπορούσε κάποιος φιλίστωρ αναγνώστης να προσθέσει, με ένα μειδίαμα κατανόησης και λεπτής ειρωνείας.
«Κορίτσιαααα!»…Το ουρλιαχτό της έσκισε τον άνεμο, και ανάγκασε κάποια πουλιά, με τρεμάμενα φτερά, να βγουν από τις φωλιές, όπου είχαν καταχωνιαστεί, μην αντέχοντας τη ζέστη. Έβγαζε μια απόγνωση, που καταντούσε δραματική, καθώς οι ψηλές της νότες, ανέβαιναν στην κλίμακα του μητρικού φόβου, με μεγαλύτερη ταχύτητα και σταθερότητα, από ότι οι επαγγελματικές αναβάσεις, οποιασδήποτε σοπράνο. Επειδή όμως ήταν άνθρωπος, και όχι επαγγελματίας, το απόθεμα του αέρα της τέλειωσε πρόωρα, και τη στιγμή που η στριγκλιά κατέβαινε την κλίμακα, άφησε και ένα μικρό οδυρμό να παρεισφρήσει στην τέλειο θρήνο της. Με τεχνικούς όρους, δεν απείχε από μια κόρνα που καθόταν άσχημα στα αφτιά. Ήταν φυσικά μια εντελώς υπερβολική κατάληξη, αλλά ταιριάζει απόλυτα στη δραματικότητα που οφείλει κάποιος να προσδώσει σε μια τέτοια ιστορία.
Χωρίς δισταγμό, έδωσε μια δυνατή κλωτσιά στα οπίσθια του Χαράλαμπου, διότι αυτή βρήκε εύκαιρη. Ο άνδρας της είχε γυρίσει πλευρό στην ξαπλώστρα, και φαινόταν πλέον καθαρά μια μεγάλη τρύπα στο φτηνό μαγιό του, ακριβώς στη χαραμάδα, από την οποία άδειαζε τους τόνους ετερόκλητων φαγητών που ανακάτευε στα σωθικά του. Εν συνεχεία, τον ταρακούνησε με τα χέρια της τόσο δυνατά, που λίγο έλειψαν και οι δύο να βρεθούν στην καυτή άμμο. Αυτό απεφεύχθη, προς μεγάλη τους τύχη, διότι αν συνέβαινε, δε θα μπορούσαν να ξεχωρίσουν τους εαυτούς τους, από ένα κοτόπουλο πανέ, ελευθέρας βοσκής, αλλά σερβιρισμένο με κομματάκια (δύο τρία το πολύ, δε μιλάμε και για πεινασμένους ανθρώπους) φρεσκοκομμένων λαχανικών, ενός πανάκριβου εστιατορίου.
Εκείνος σηκώθηκε με δυσκολία, νικώντας, μετά από μια άνιση μάχη, τις διπλώσεις του λίπους του, που σε συνδυασμό με το φουσκωμένο στομάχι του, κήρυξαν τον ανένδοτο, με σκοπό να τον κρατήσουν στην ακινησία της ξαπλώστρας. Με το ένα μάτι κλειστό, και με δυο ρεψίματα να τον καλωσορίζουν στον πραγματικό κόσμο, αντίκρισε τη γυναίκα του. Πολλές τρίχες των μαλλιών της, πετούσαν από δω και από κει, παραστρατημένες, όχι εξαιτίας του ανέμου, αλλά του φόβου της.
«Τι έπαθες και φωνάζεις;»
«Τα κορίτσια εξαφανίστηκαν!»
«Τι είναι αυτά που λες;»
«Ναι σου λέω! Συνέβη την ώρα που ροχάλιζες σαν εγκυμονούσα φοράδα»…
Ο πανικός, μολονότι κακό πράγμα και ο χειρότερος δυνατός σύμβουλος σε τέτοιες περιπτώσεις, ήταν από τους συχνούς επισκέπτες στη διάρκεια του εικοσαετούς γάμου τους. Εκείνη έχανε γρήγορα τη γη κάτω από τα πόδια. Όταν κάποτε της είχε ασκήσει κριτική, για την τρομοκρατία που έσπερνε στο σπίτι όταν κάτι δεν πήγαινε καλά, με τα ίδια ακριβώς λόγια, πήρε ένα θρασύ ύφος και του είπε: «Μιλάς εσύ που δεν ξέρεις αν η γη σε ανέχεται με τόσο βάρος;» βάζοντας τα χέρια της να ξεκουραστούν στη μέση της, με χείλια επιδεικτικά. Η συγκεκριμένη περίπτωση αφορούσε μια σύγκρουση, στην οποία εκείνη υπερασπίστηκε τη μάνα της, όταν εκείνος την είχε αποκαλέσει μάγισσα και χαρτορίχτρα. Η Δωροθέα δεν ήταν μνησίκακη, και μετά από λίγες μέρες, που μεσολάβησαν εκείνου του περιστατικού, κατάλαβε ότι πρώτα έπρεπε να είναι καλή για το σπίτι της, και μετά για όλους τους άλλους. Πλησίασε με νάζια τον Χαράλαμπο και του είπε: «Δε πιστεύω να μου κρατάς μούτρα;» ταράζοντας την κοκκινίλα των απαλών και ροδαλών μαγούλων του. Εκείνος έπεσε σαν ώριμο φρούτο μπροστά στην ομορφιά της, και πιστοποίησε την ήττα του, τρώγοντας μια μερίδα μουσακά, που ήταν γι’ αυτόν, ότι οι πειρασμοί για τους αγίους.
Οι κατηγορίες πηγαινοέρχονταν ανάμεσά τους και άλλαζαν στόμα, χωρίς να αλλάζει η ουσία, με ιλιγγιώδεις ταχύτητες. Το διακύβευμα ήταν, ποιος από τους δύο συμπεριφέρθηκε με πιο εγκληματικό τρόπο, ως γονιός. Εκείνος που κοιμόταν του καλού καιρού, ή εκείνη που, ως άνθρωπος αφαιρέθηκε, και έχασε τις κόρες τους, από τα μάτια της; Μια δεύτερη ανάγνωση του ερωτήματος θα μπορούσε να εξισορροπήσει τις δύο καταστάσεις, ταυτίζοντας τον ύπνο του Χαράλαμπου, με την ξυπνητή νάρκωση της Δωροθέας. Τη λύση την έδωσε η ίδια. Κατάλαβε, ότι το αρνητικό ζύγι την πλάκωνε. Άρχισε να θρηνεί, να λέει ότι τα αγγελούδια της έγιναν φρέσκος μεζές για τους καρχαρίες του βυθού, μολονότι οι καρχαρίες αποφεύγουν ως γνωστόν τα μολυσμένα νερά των σχετικά ρηχών ακρογιαλιών, με τις απαραίτητες εξαιρέσεις των ταινιών φυσικά. Έτρεξαν στο σημείο, όπου τα ερείπια του αυτοσχέδιου κάστρου πάλευαν με τον αφανισμό. Λύγισε και έπεσε να κλάψει στους χοντρούς ώμους του άνδρα της, που είχαν και αυτοί εμφυτευμένες κάποιες παράταιρες τρίχες. Άκουσαν ένα δυνατό κύμα να σκάει πάνω στα τείχη του κάστρου, και να το κάνει ένα με την αμμουδιά. Εκείνη τη στιγμή έσπασε η Δωροθέα, λέγοντας: « Έτσι τις έπνιξε τις μικρές μου αυτή η καταραμένη θάλασσα»!
Πριν προλάβει να καταπιεί τους ειλικρινείς λυγμούς της, τα μητρικά της σπαράγματα, που εντάθηκαν όταν έσκυψε και πήρε στα χέρια το πράσινο κουβαδάκι της Ρωξάνης, δύο γνώριμες φωνές πλησίαζαν, αφήνοντας πίσω τους να χάνονται οι θολές γραμμές των βράχων. Κοίταξαν πίσω τους και είδαν τις δυο τους κόρες να παλεύουν, σε ένα ιδιότυπο πέρα δώθε, για το ποια θα κερδίσει το τρόπαιο: το κουβαδάκι της Αθηνάς. Είχαν διανύσει μια πολύ μεγάλη απόσταση, και ήταν προφανές ότι επέστρεφαν από την άλλη άκρη της παραλίας, η ακτογραμμή της οποίας ήταν συνολικά γύρω στα πεντακόσια μέτρα. Οι μικρές πατούσες τους, είχαν αποτυπωθεί στη βρεγμένη άμμο, και όσο από πιο μακρινή απόσταση της κοιτούσες, τόσο βεβαιωνόσουν ότι λίγο διέφεραν από μικρά περιττώματα ποντικών. Ήταν βέβαιο ότι το κόκκινο εκείνο κουβαδάκι ανήκε στην Αθηνά, με όλα τα συμπαρομαρτούντα, κουτάλες και πλαστικούς εκσκαφείς, αστερίες ακίνητους και μεγάλα βότσαλα που μέσα τους ενέκλειαν τραγούδια αρχαίων σειρήνων.
Όμως επειδή η Ρωξάνη είχε ξεχάσει το δικό της, δε σκέφτηκε να επιστρέψει για να το πάρει, αλλά να διεκδικήσει το αντίστοιχο της αδελφής της. Ήταν και οι δυο μικροκαμωμένες, με περίεργα σκούρα κοτσιδάκια, και έκαναν τις βόλτες τους αλλά και το μπάνιο τους, μόνο με τα μπρατσάκια και χωρίς το πάνω μέρος των μαγιό τους. Πρώτον γιατί ήταν πολύ μικρές, ώστε να φέρουν από τότε το βάρος του γυναικείου στήθους, δεύτερον γιατί η παραλία ήταν ερημική, και τρίτον γιατί οι παιδεραστές πλέον βρίσκουν πιο εύκολα, παρόμοιο υλικό στο διαδίκτυο. Ο πατέρας πρόλαβε το θυμό της μάνας και της ζήτησε να υποδεχθούν τις κόρες τους, χωρίς να καταλάβουν ότι τους κατέλαβε ο πανικός. Ήταν δύσκολος καιρός για την εγχάραξη παιδικών τραυμάτων, και επιπλέον αν η Δωροθέα έπρεπε οπωσδήποτε να ρίξει δυο τρεις μπάτσες προς ξαλάφρωμά της, θα μπορούσε να τις μεταθέσει στο εγγύς μέλλον. Πριν φυσικά πονηρέψουν οι κόρες και αρχίζουν, μετά από χρόνια, να ρίχνουν εκείνες σφαλιάρες στους γονείς τους.
Τα δύο χαμένα, προς στιγμήν, σχολιαρόπαιδα έφτασαν με μια απίστευτη φυσικότητα μπροστά στα πόδια των γονιών τους. Σήκωσαν ψηλά τα βλέμματα τους, είδαν τα μάτια του μπαμπά και της μαμάς, και μόνο τότε σταμάτησαν το τραβολόγημα, αφήνοντας το χερούλι του πλαστικού κουβά, που χρησίμευε ως αποθηκευτικός χώρος στις εξερευνήσεις τους, να πέσει άγαρμπα, με αποτέλεσμα να χυθεί αρκετό από το νερό που κουβαλούσαν. Ήξεραν ότι η μαμά και ο μπαμπάς δεν άντεχαν να τις βλέπουν να μαλώνουν. Προτιμούσαν μάλιστα, σε περίπτωση που η μία πλήρωνε το μερτικό των σκανταλιών της, η άλλη να υπομένει συναισθηματικά τον πόνο, και να έχει πάντα μια ανοιχτή, αδελφική αγκαλιά, για την άλλη. Ο πατέρας ονόμαζε αυτήν την τακτική, σύσφιξη των οικογενειακών δεσμών, μολονότι δεν προέκυπτε πάντα αυθόρμητα, αλλά αντιθέτως αναδυόταν από τη βλοσυρότητα των σουφρωμένων φρυδιών του.
«Που ήσασταν;» ρώτησε με ένα στεγνό πρόσωπο ο Χαράλαμπος. Τα κορίτσια δίστασαν, και έκαναν ένα βήμα πίσω. «Ελάτε μη φοβάστε, πείτε που ήσασταν στο μπαμπά». Η Ρωξάνη, που είχε τη φήμη της τσαμπουκαλούς, πήρε με υπερηφάνεια το λόγο και είπε: «Ένα κακό αεράκι, πήρε μαζί του ένα ωραίο ξυλαράκι που λέγαμε να κάνουμε σημαία στο κάστρο μας. Το σήκωσε τόσο ψηλά, που δε μπορούσαμε να το φτάσουμε με τα χέρια μας. Πήγε, πήγε, πήγε και μετά…. Εεε…μετά έκατσε σε ένα βράχο, να εκεί πέρα, και μετά το ξαναπήρε ο αέρας και έπεσε σε μια μικρή λιμνούλα που έφτιαχναν τα βράχια, και τη στιγμή που βάλαμε τα χέρια στο νερό….καλά μπαμπά πολύ ζεστό το νερό της λιμνούλας… το βρήκαμε το ξυλαράκι, αλλά μετά ήταν βρεγμένο, και μετά η Αθηνά με φώναξε και μου είπε ότι βρήκε κάτι, και μετά πήγα και εγώ να το δώ»…
Η περιέργεια των γονιών, έγινε ακόμη μεγαλύτερη, από τη λαχανιασμένη φωνή της Ρωξάνης. Η Αθηνά έστεκε αμίλητη, με τη βεβαιότητα πώς ο πετυχημένος ερευνητής, πρέπει να μιλά μόνο με τα έργα του. Αρκέστηκε να δείξει με το μικρό της χεράκι, το περιεχόμενο του κουβαδιού της. Ο Χαράλαμπος και η Δωροθέα, κοίταξαν στην αρχή επιφανειακά, και δεν είδαν τίποτα το αξιομνημόνευτο. Αν είχαν τη δυνατότητα να ρωτήσουν ο ένας τον άλλο, μέσα σε εκείνη τη σιωπή, τι έβλεπαν, θα απαντούσαν με τα ίδια λόγια. Ανοιχτόχρωμα κοχύλια, πέτρες, άμμο, πιθανώς κανένα καβούρι, διότι οι κόρες τους είχαν άγνοια κινδύνου, και φυσικά θαλασσινό νερό, όλα να τα σκεπάζει. Δεν είχαν καταλάβει καλά. «Τι είναι αυτό που βρήκατε, το έχετε φέρει, το έχετε μέσα στο κουβαδάκι σας;» ρώτησε ο πατέρας τους, με τα φρύδια του να διατηρούν αυτό το ιδιότυπο σούφρωμα, αλλά από καθαρή περιέργεια αυτή τη φορά.
Με συντονισμένες κινήσεις, πειθαρχημένες, και ζηλευτές από κάθε γονιό που τυγχάνει να έχει για παιδί διάβολο μεταμορφωμένο, οι δύο κόρες, ένευσαν καταφατικά. Η Δωροθέα, ανακάλυψε στα πρόσωπά τους, μια πρωτοφανή σοβαρότητα που την παραξένεψε. «Για βγάλε το αγάπη μου!», είπε στην Αθηνά, και εκείνη εκτέλεσε αμέσως τη μητρική διαταγή. Έβαλε μέσα στο κουβαδάκι τα δύο τις χέρια, πέταξε σαν να μην ήθελε να ξαναδεί ποτέ, τις κουτάλες και τα βότσαλα, και ανέσυρε ένα ολοστρόγγυλο πράγμα, ζαρωμένο από το πολύ μούλιασμα, χωρίς χρώμα, φασματικό. Το κράτησε στα δύο της χέρια, όπως συνήθιζε να κρατάει τα γατάκια στο χωριό, με την ίδια τρυφερότητα, και σήκωσε τις λιγοστές τρίχες που του είχαν απομείνει, επιδεικνύοντάς τη ζωντάνια τους σε μάνα και πατέρα. Με μια κίνηση, με την οποία σφραγίστηκε πώς η Δωροθέα και ο Χαράλαμπος θα ξεχνούσαν μόνο στην άλλη ζωή, η Αθηνά, έστριψε το πράγμα που κρατούσε στα χέρια της απότομα και σκόρπισε τη φρίκη στους μεγάλους.
Δε μπορούσε να είναι αλήθεια! Πέρασαν τα πάντα από το μυαλό τους, οι πιο φρικιαστικές σκέψεις, αλλά δεν κατάλαβαν, πώς η πραγματικότητα είναι η πλέον φρικιαστική όλων των συμφορών. Με την απαραίτητη προϋπόθεση, ότι έχεις μια ολοκληρωμένη άποψη γι’ αυτή, και δεν τρέφεσαι μονάχα, από τα τεμαχισμένα κομμάτια της. Ο Χαράλαμπος άρχισε να σκέφτεται, ότι όλα όσα άκουγε κατά καιρούς για ιπτάμενους δίσκους, που αποβιβάζουν εξωγήινους σε ξεχασμένα χωράφια, μπορεί και να ήταν αλήθεια. Η Δωροθέα, που ήταν γυναίκα, και ως γνωστόν λιγότερο αδαής από τον άνδρα της, σκέφτηκε ότι μπορεί να είχαν πέσει θύματα, μιας άθλιας τηλεοπτικής φάρσας. Θεωρούσε βέβαιο, πώς μετά τα πρώτα λεπτά της φρίκης, κάποιοι άνθρωποι με κάμερες και με μικρόφωνα, θα πεταγόντουσαν από τα πουρνάρια και θα τους έλεγαν: «Συγχαρητήρια, την πατήσατε, πραγματικά τα ούρα σας έβρεξαν τις κάλτσες σας, είστε ιδανικά θύματα!» και εκεί θα τέλειωνε το θέμα. Ύστερα με γέλια, θα έπιαναν τα κεφάλια των κοριτσιών και, με πολύ περηφάνια για την εξυπνάδα τους και τις πρώιμες υποκριτικές ικανότητες τους, θα τους έλεγαν: «Αχ παλιοκόριτσα, ήσασταν και σεις στο κόλπο»;
Όλα αυτά είναι φλυαρίες, που μέχρι τώρα έχουν εμποδίσει τον αναγνώστη να διαπιστώσει τι ακριβώς ήταν αυτό που κρατούσε στα χέρια της η Αθηνά. Πολύ απλά λοιπόν, χωρίς μελοδραματισμούς, τώρα αποκαλύπτεται, ότι το στρογγυλό εκείνο πράγμα ήταν ένα κομμένο ανθρώπινο κεφάλι. Οι διαστάσεις του, επιτρέπουν στην πλέον κοιμισμένη αντίληψη να καταλάβει, πως επρόκειτο για κομμένο ανθρώπινο κεφάλι ,ενός μωρού παιδιού. Μάτια δεν υπήρχαν, προφανώς κάποια ψάρια τα καταβρόχθισαν. Τα αυτιά είχαν εξαφανιστεί, όχι τελείως, και τα χείλη είχαν φαγωθεί, με αποτέλεσμα να φαίνονται τα ανθρώπινα ούλα. Δόντια δεν υπήρχαν, μάλλον ο θάνατος θα βρήκε τα δόντια σε εκείνη την μεταβατική περίοδο, κατά την οποία τα νεογιλά πέφτουν και παραδίδουν τις θέσεις τους στα μόνιμα, εκείνα που είτε θα κρατήσουν για πολύ, είτε θα τα αντικαταστήσουν σφραγίσματα, και πιο ύστερα, μασέλες. Ήταν περίεργος ο φλοιός που κάλυπτε το κρανίο, γιατί φλοιό το λες, εκείνο το λεπτό στρώμα ανθρώπινης σάρκας, που κάλυπτε τα κόκαλα του κρανίου με δυσκολία. Το νερό είχε καταστρέψει τα χρώματα του προσώπου. Επικρατούσαν χρώματα, που είχαν ζυμωθεί με τις απροσδιόριστες ουσίες της θάλασσας, και έκαναν εκείνη την ζαρωμένη πέτσα, πότε να έχει το κίτρινο, πότε το πράσινο, πότε το μοβ, ανάλογα με τη θέση του ήλιου. Μια πανδαισία χρωμάτων, που συμφωνούσαν ωστόσο στο τελικό αποτέλεσμα: ένα παιδικό κρανίο, χωρίς αίμα φυσικά, κούφιο γιατί το νερό πλέον είχε αδειάσει, σαν να έπεφτε από τροπικό καταρράκτη, από την μεγάλη τρύπα του λαιμού, και κλεισμένο στα δύο ήρεμα χέρια της μικρής Αθηνάς.
Η σιωπή που κάλυψε τα πάντα για μερικά δευτερόλεπτα, ταίριαξε σε εκείνη τη μακάρια εικόνα, μιας αμλετικής έμπνευσης.
Οι γονείς έμειναν άφωνοι. Η Αθηνά όμως όχι. «Είδα και ένα τέτοιο χθες, στην τηλεόραση, αλλά από εκείνο έτρεχε ένα κόκκινο νερό, ήταν πιο μαύρο, σαν σοκολάτα το γύρω γύρω, και είχε μαύρα μαλλιά. Το κράταγε ένα φάντασμα, που φορούσε ένα σεντόνι από πάνω μέχρι κάτω, και φαινόταν μόνο τα μάτια του. Μετά έγινε ένα μπούμ, και μετά κι άλλο μπουμ, και μετά είδα και κάτι παιχνίδια που πολύ μου άρεσαν»…
Ο πατέρας πήρε από τα χέρια της κόρης του, το κομμένο κεφάλι, και χωρίς να το κοιτάξει καν, το έστειλε να βυθιστεί σε ένα μικρό σιντριβάνι, που δημιουργήθηκε πολύ βαθιά μέσα στη θάλασσα. Το πέταξε με τέτοια δύναμη, με τέτοιο φόβο, που δεν ξαναβγήκε πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας. Μετά από πολλούς μήνες, το κεφάλι εκείνο, έφτασε σε έναν τόπο μακρινό, μα οικείο για την κατάστασή του. Σε μια κόκκινη ακρογιαλιά, χωρίς ήλιο και ουρανό, θαρρώ πώς η ταμπέλα που ήταν καρφωμένη σε ένα σώμα άψυχο, έλεγε ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΗ. Τότε κάποιος εμφανίστηκε σε εκείνη την παραλία, με δύο άλλες πινακίδες, κάτω από τη μασχάλη. Τις κάρφωσε κι αυτές, χωρίς δισταγμό. Τα γράμματα εκείνα ήταν ολοκάθαρα, και έσταζαν κόκκινο μελάνι: ΙΡΑΚ και ΑΦΓΑΝΙΣΤΑΝ. Μία σφαίρα, άφησε ένα συριστικό ήχο, και καρφώθηκε στην πλάτη εκείνου του κουρελή με τις ταμπέλες. Δε φώναξε καθόλου, αλλά αυτό δεν ενδιέφερε καθόλου ένα γεράκι, που κατέβηκε από ένα μαύρο σύννεφο, και άρχισε να του τρώει τα χυμένα του σωθικά.